Φιλαρέτη Κομνηνού

Βαθμολογία Επισκεπτών: 5

Συνέντευξη στην Κάτια Σωτηρίου για το mytheatro.gr

  • Ευχαριστούμε την Ελπίδα Μουμουλίδου για τη φωτογράφιση
  • Δείτε τις Φωτογραφίες σε μεγάλη ανάλυση στο facebook.com/mytheatro/

 

Η Φιλαρέτη Κομνηνού είναι αναμφισβήτητα ένα από τα πιο πολύτιμα πετράδια του ελληνικού θεάτρου.  Μια γυναίκα σημείο αναφοράς για τη δυναμική του ταλέντου της και τη μεσογειακή γοητεία της, βαθιά χωμάτινη αλλά και ντίβα, με αγέρωχο παρουσιαστικό, που τολμά να σταθεί όρθια, κρατώντας σταθερά το τιμόνι της ποιότητας μέσα στην τρικυμιώδη ανεπάρκεια των ημερών μας.

Κάθε φορά που τη συναντώ και την παρατηρώ στη συζήτηση μας, θαυμάζω τον τρυφερό και γοητευτικό της λόγο, αλλά και την εκρηκτική ενέργεια της που προβάλλει κάτω από την κομψή, αστική φινέτσα, παραπέμποντας σε μια γυναίκα με ευγένεια και στόφα άλλης εποχής. Και είναι αυτό το μείγμα δέους και οικειότητας, που δημιουργεί ο σπάνιος συνδυασμός της εντυπωσιακής εμφάνισης, της γήινης αμεσότητας  και της ερμηνευτικής της δεινότητας, που δικαιολογεί το σχεδόν στοιχειωτικό θεατρικό της αποτύπωμα.

Επαγγελματίας πρώτης γραμμής, χωρίς τυμπανοκρουσίες, διατηρεί την πνευματική της ελευθερία, θαρρείς ψάχνοντας μια αναζωογονητική πρόταση μέσα στη γενική ρευστότητα των καλλιτεχνικών και κοινωνικών πραγμάτων. Φέτος δοκιμάζεται σε ένα νέο για εκείνη είδος, τον αφηγηματικό ρόλο, ενσαρκώνοντας τη Νίκη, από το ομώνυμο βιβλίο του Χρήστου Χωμενίδη, που ανεβαίνει στον Ελληνικό Κόσμο. Όποιος δει την παράσταση, δεν μπορεί παρά να μείνει έκθαμβος από τη ρέουσα ερμηνεία της, τη μουσικότητα του σώματος και τη σπιρτάδα της αφήγησης της. Είναι μια σπουδαία θεατρική της στιγμή, στην οποία αποδεικνύει για μια ακόμα φορά την ακρίβεια, την απλότητα, και την εμβέλεια της δεξιοτεχνίας της.

Ακολουθεί η συζήτηση μας.

Κ.Σ. Φέτος στη «Νίκη» αναμετράστε με κάτι καινούριο, έναν αφηγηματικό ρόλο. Πώς είναι η εμπειρία αυτή;

Φ.Κ. Δεν είχα ξαναδοκιμάσει ποτέ αφηγηματικό ρόλο στο θέατρο, αν και είναι ένα είδος που κυριαρχεί όλο και περισσότερο στην σκηνική πράξη. Με ενδιέφερε όταν το παρακολουθούσα ως θεατής, αλλά δεν το είχα δοκιμάσει ποτέ. Κάθε φορά πάντως που μετακινούμαι και μπαίνω σε ένα άγνωστο πεδίο, υπάρχει ένας φόβος.. που αισθάνομαι ότι ίσως και να τον προκαλώ: είναι ένας υγιής φόβος θέλω να πιστεύω για κάτι που έχει υψηλό βαθμό δυσκολίας. Στη διάρκεια των προβών, υπήρξαν πολλές στιγμές που ένιωθα ότι αυτό που κάνω είναι λίγο άχαρο συγκριτικά  με το ζωντανό και πιο σπαρταριστό των άλλων ρόλων. Αισθανόμουν ένα είδος σκηνικής μοναξιάς, δεν είχα να συνομιλήσω με κανέναν. Ως ηθοποιός δεν συναντούσα βλέμματα συμπαικτών, αλλά με το που μπήκε ο κόσμος στην αίθουσα στην πρεμιέρα ξαφνικά ένιωσα μια περίεργη, ευεργετική χαλαρότητα, μια ηρεμία… βρήκα τους συμπαίκτες μου. Βρήκα τους ανθρώπους με τους οποίους θα συνομιλήσω, και όπως είναι στο ημίφως, τους αισθάνομαι, ακούω τις ανάσες τους, γίνονται η παρέα μου, γιατί κάθομαι και δίπλα τους. Είναι πολύ διαφορετικό από αυτό που νιώθει κανείς πάνω στη σκηνή, όπου υπάρχει και μια ζώνη ουδέτερη που σε απομονώνει πολλές φορές από το κοινό. Νομίζω ότι ενεργοποιήθηκα και άρχισα να απολαμβάνω και να χαίρομαι τον καινούριο υποκριτικό κώδικα από την πρεμιέρα και μετά.

Κ.Σ. Είναι πολύ απαιτητικό είδος η αφήγηση έτσι κι αλλιώς…

Φ.Κ. Μια πολύωρη αφήγηση ειδικά σε μια παράσταση όπως η Νίκη που κρατά  ώρες, φυσικό είναι να σε ανησυχήσει, πώς μπορεί να διαφοροποιηθείς κάθε φορά, να μην επαναλαμβάνεσαι συνεχώς. Και βέβαια υπάρχει και μια δεύτερη δυσκολία: ενσαρκώνεις ένα πρόσωπο που μπαίνει μέσα στη δράση και που οι άλλοι δεν το βλέπουν, κυκλοφορεί αόρατα μέσα στα δρώντα πρόσωπα. Έτσι, ως ηθοποιός νιώθω εκτεθειμένη και ως προς το σώμα μου που πρέπει να έχει τη δική του μουσική, το δικό του ρυθμό.

Κ.Σ. Πάνω σε αυτό, διάβαζα πρόσφατα μια συνέντευξη της Isabelle Huppert, με την οποία πιστεύω ότι θα σας το έχουν ξαναπεί ότι έχετε πολλά ερμηνευτικά κοινά , και η οποία έλεγε ότι δε δουλεύει το ρόλο, αλλά τον εαυτό της

Φ.Κ. Αλήθεια το πιστεύετε αυτό? κάτι τέτοιο μου είχε πει και ο Σερχιο Μπλανκο ,ο συγγραφέας του «Κίεβου« και ήταν από τα ωραιότερα πράγματα που έχω ακούσει…Την θαυμάζω τόσο πολύ, την είδα και πρόσφατα στις «Φαίδρες« στην Στέγη. Πέρα από την ασύλληπτη δεξιοτεχνία της δεν φοβάται να ξοδευτεί πάνω στην σκηνή,να συγκινηθεί, να παθιαστεί… εμένα αυτό με μαγνητίζει στην σκηνή… Δεν μπορώ το στεγνό, εγκεφαλικό παίξιμο, αλλά από την άλλη ούτε και τον ανεξέλεγκτο μελοδραματισμό… Φυσικά και συμφωνώ με αυτό που είπε… Από τον εαυτό του πάντα αντλεί ένας ηθοποιός όταν δουλεύει. Ίσως και οι ρόλοι να γίνονται κάποιες φορές και ένα άλλοθι για να ανακαλύψεις κάποιες εκφραστικότητες που, επειδή δε δόθηκε η κατάλληλη αφορμή και κίνητρο, δεν εκδηλώθηκαν ποτέ πριν. Δεν μπορώ να κατασκευάσω ψυχρά ένα ρόλο,  αντλώ από πράγματα που έχω δει, που έχω αγαπήσει, διαβάσει, από πράγματα που με έχουν γοητεύσει.

Κ.Σ Τί είναι αυτό που σας γοητεύει σε μια ερμηνεία;

Φ.Κ. Καμιά φορά στην περίοδο της προετοιμασίας, ανατρέχω, κολλάω σχεδόν εμμονικα σε κάποιους τραγουδιστές, χαζεύω τον τρόπο που εκφράζονται. Για παράδειγμα, βρήκα ένα βίντεο στο YouTube του James Brown που τραγουδούσε το It’s a man’s world στο Παρίσι το 1967. Καθηλώθηκα. Αυτό το πλάσμα δεν πατούσε στη σκηνή, ήταν σε μια άλλη διάσταση. Και έπιασα τον εαυτό μου να ζηλεύει αυτό ακριβώς. Νομίζω ότι γενικά ζηλεύω τους τραγουδιστές, την ελευθερία που έχουν, την τρέλα τους, που παρά την παρτιτούρα, μπορούν να κάνουν τους αυτοσχεδιασμούς τους. Στη ζωντανή σχέση που έχουν με τον κόσμο συμβαίνει κάτι μαγικό, που στο θέατρο δεν μπορείς να το έχεις γιατί δεν μπορείς να σπάσεις τα όρια που σου θέτει το κείμενο, ή η ομαδική συνύπαρξη που επιβάλλει πειθαρχία. Τώρα στην περίοδο προβών της Νίκης, έβλεπα συχνά τη Nina Simone να τραγουδά σε ένα live το Feelings, να αυτοσχεδιάζει πάνω στο πιάνο. Κοιτάζει τον κόσμο και κάποια στιγμή το βλέμμα της χάνεται, σε κάτι δικό της, σε ένα δικό της μυστικό, πολύ προσωπικό. Κάτι ανασύρει από τον δικό της κόσμο, και μετά φυσικά επανέρχεται και αστειεύεται απενεχοποιημενα με το κοινό… Ναι αυτό το θαυμάζω πολύ… όταν ξεφεύγεις από τα όρια σου και φλερτάρεις με το άγνωστο και ανομολόγητο… κάθε φορά λοιπόν  στην προετοιμασία μιας παράστασης, κάτι από μια ταινία, από ένα τραγούδι ,από ένα χορευτική στιγμή έρχεται να μου θυμίσει και να μου ενεργοποιήσει τη μαγεία που μπορεί να έχει η πραγματική ερμηνεία. Να μου θυμίσει τη μαγεία της δημιουργίας ..

Κ.Σ. Στην παράσταση προσεγγίζετε τη Νίκη με μεγάλη τρυφερότητα. Υπήρξαν σημεία ταύτισης;

Φ.Κ. Ένα δυο σημεία που γίνονται πιο προσωπικά. Το ένα από αυτά που μπορώ να το πω είναι το φινάλε της. Εκεί που λέει ότι άκουσε τη φωνή του γιου της να της ψιθυρίζει «Ωραία τα κατάφερες Νίκη, ωραία έζησες μαμά»… το μαμά είναι κάτι που ζήτησα από το Σταμάτη να το προσθέσω. Ίσως γιατί υποσυνείδητα περιμένω κι εγώ να το ακούσω από το δικό μου αγόρι. Ο Σταμάτης Φασουλής ως σκηνοθέτης μου δίνει ελευθερία, και όσο περνούσα τα διάφορα με την αφήγηση της «Νίκης» ήταν ήρεμος και τρυφερός μαζί μου…Την Νίκη πάντως την πόνεσε η ψυχή μου, γιατί ήταν ένα πλάσμα στο οποίο επιβλήθηκε ένας τρόπος ζωής, αυτός που αποφάσισε η οικογένεια της. Έζησε στα παραπήγματα του Λευκού Πύργου, στην φυλακή της,  για εφτά χρόνια, σε μια ευαίσθητη ηλικία, εκεί «που άνθιζαν τα λουλούδια μέσα της μαραμένα», αλλά το κορίτσι αυτό κατάφερε να ξεγλιστρήσει και να επιλέξει μέσα από τον έρωτα να ζήσει τη ζωή της παρ`ολο που «το πεπρωμένο της στάθηκε, αλλήθωρο, λοξό ,σαν  κάτι πάντα να το βάραινε. Ναι θαρρείς και κάποια πλάσματα γεννιούνται με ένα βάρος».

Κ.Σ. Μα και εμείς ως φυλή είμαστε εραστές του δράματος…

Φ.Κ.  Α ναι, το κουβαλάμε στο DNA μας, και παρόλο που διαμαρτυρόμαστε και βγάζουμε όλες αυτές τις δραματικές κορώνες, κατά βάθος, σαν να μας γοητεύει η αίσθηση του βάρους, του πένθους. Το λέει και  ο Γιώργος Χειμωνάς για το αρχαίο δράμα, «είμαστε εραστές του πένθους» . Φαίνεται από εκεί ξεκινά και η έλξη προς το δραματικό στοιχείο. Από την άλλη βέβαια έχουμε και εκείνο το «ωπα», το «έλα τώρα».  Εκείνη την εικόνα του Ζορμπά, που σηκώνει το χέρι, εκείνο το τίναγμα προς τον ουρανό, όταν χορεύει τον καημό του. Δεν υπάρχει ωραιότερος χορός από το ζεϊμπέκικο  όταν σηκώνονται σαν αετός τα χέρια , με εκείνη την αβάσταχτη μοναξιά και παιδιάστικη θρασύτητα ταυτόχρονα απέναντι στον ουρανό. Αυτά είναι που μου αρέσουν στην ράτσα μας…γιατί πρέπει να λέμε και τα καλά μας..

Κ.Σ. Αυτή τη σπίθα τη βλέπετε σήμερα;

Φ.Κ. Φρόντισαν να την τσαλακώσουν τόσο πολύ, που έχει κρυφτεί φοβισμένη, έχει καταχωνιαστεί. Ελπίζω να μην έχει σβήσει εντελώς. Έχουμε φάει τόσα πολλά χαστούκια… είμαστε ένας λαός που έτσι και αλλιώς κουβαλάει το αίσθημα της ήττας, ένα σύνδρομο κατωτερότητας απέναντι στους Δυτικοευρωπαίους, νιώθαμε πάντα σαν δεύτερης διαλογής πολίτες. Και μετά από όλη αυτή τη συμπεριφορά τους νιώθουμε ακόμα χειρότερα. Τα προκαλέσαμε βέβαια και εμείς όλα αυτά, αλλά με πιάνει μια λύπη αγαπησιάρικη, μια τρυφερότητα για τον τόπο μου. Δεν χρειαζόταν να μας πατήσουν κάτω τόσο πολύ πια. Αναρωτιέμαι γιατί κάποιοι άλλοι, όπως η Ισλανδία που πήγα πρόσφατα, κατάφεραν να το περάσουν αυτό και πατάνε ήδη στα πόδια τους; Εδώ νιώθεις ότι η άκρη στο τούνελ ολοένα και απομακρύνεται.

Κ.Σ. Και στη «Νίκη» υπάρχει ένας ιστορικός κύκλος, σαν να το ξαναζούμε λίγο όλο αυτό, με πολιτικές διαψεύσεις, δράματα, αλλά και ένα πείσμα και μια υπομονή.

Φ.Κ. Έχουμε εκπαιδευτεί φαίνεται, για αυτό είμαστε και τόσο ανθεκτικοί. Μια ματιά να ρίξεις στο πρόσφατο παρελθόν, αυτός ο τόπος δεν έχει ησυχάσει ποτέ. Μια δυο δεκαετίες ησυχάζει, και μετά πάλι ξαναφουντώνει όλο αυτό, με μια καινούρια δοκιμασία. Περιέργως μάλιστα, είναι και αυτή η πληγή που ξαναματώνει πριν επουλωθεί: ο διχασμός.

Κ.Σ Που το ζήσαμε και πολύ έντονα πρόσφατα…

Φ.Κ. Πολύ. Και τόσο γρήγορα… μέσα σε μια βδομάδα άλλαξε το βλέμμα, δημιουργήθηκαν μέτωπα, θαρρείς και ήταν έτοιμο και περίμενε τη σπίθα να φουντώσει. Δεν έχουμε ξεμπερδέψει με αυτά τα πράγματα.

Κ.Σ Τι είναι αυτό που σας γοητεύει στο έργο αυτό;

Φ.Κ. Με αφορμή το έργο αυτό βλέπεις κάποια πολύ ευαίσθητα κομμάτια της ιστορίας μας. Είμαι παιδί της μεταπολίτευσης και μικρότερη διάβαζα όσα είχαν κάνει οι άνθρωποι που αντιστάθηκαν στη χούντα. Αυτοί είναι οι δικοί μου ήρωες, όσοι ρίσκαραν τη ζωή τους, και προσέφεραν τη ζωή τους μέσα από φυλακίσεις και βασανιστήρια. Υποκλίνομαι στη δύναμη που έχουν αυτοί οι άνθρωποι. Και τώρα, με αφορμή τη Νίκη, ξαναθυμηθήκαμε πώς εκείνα τα χρόνια, κάποιοι άνθρωποι για την ιδεολογία τους και την αφοσίωση τους στην Αριστερά, έβαλαν σε δεύτερη μοίρα την οικογένεια, τον έρωτα τους. Κι έρχεται μετά η ίδια η ιστορία, η πραγματικότητα και αποδεικνύει ότι όλα αυτά ήταν απατηλά.  Αυτό δε φέρνει μια αίσθηση πίκρας; Μας έμεινε όμως το όνειρο…παρ`ολη την ματαίωση όμως αυτοί οι άνθρωποι ονειρεύτηκαν…τώρα που δεν έχεις από κάτι ν ‘αρπαχτείς ,να ονειρευτείς είναι καλύτερα? Δεν ξέρω…Ευτυχώς όμως έρχεται η ζωή να σου θυμίζει την παρουσία της, σε παίρνει από το χέρι και ανεξάρτητα από τις όποιες μάχες και διαφωνίες, σου λέει να ζήσεις, να ταξιδεύσεις, να γνωρίσεις και άλλους ανθρώπους. Νιώθω πολλές φορές σα να υπάρχει ένας αυτισμός στον τρόπο που ζούμε, σαν να γυρίζουμε βαριεστημένα μέσα στο ενυδρείο μας και δε σπάμε τη γυάλα για να κολυμπήσουμε και σ `άλλα νερά.

Κ.Σ. Παρακολουθώντας ωστόσο την πορεία σας δείχνετε ένας άνθρωπος που δεν υποκύπτει στη στασιμότητα. Κάνετε προσεκτικές επιλογές, υψηλής αισθητικής, και δείχνετε σαν να σπάτε εσείς τη γυάλα αυτή.

Φ.Κ. Ίσως γιατί κουράζομαι να κάνω τα ίδια πράγματα. Η ίδια μου η ζωή έχει στροφές, δεν πήγε ποτέ σε ευθεία. Από παιδί, με τον πατέρα λόγω των μεταθέσεων, κάναμε συνεχώς μετακομίσεις. Μετά έκανα οικογένεια, χώρισα, μετανάστευσα στην Αθήνα, θαρρείς και κάτι  με κυνηγά, όπως λέει και η Νίκη, «κάτι έξω από μένα» σαν να μην μπορώ να αράξω κάπου για πολύ καιρό. Κάποιες  φορές όμως με κουράζει αυτό… το να είσαι συνεχώς υπό αναχώρηση . Κάτι σαν   το Λούκι Λουκ.. Με τρώει βέβαια και μια περιέργεια σχεδόν εφηβική. Όπως θέλω να ταξιδεύω και να επισκέπτομαι χώρες, και να ανακαλύπτω νέα πράγματα, το ίδιο κάνω και στο θέατρο. Κάθε χρόνο αλλάζω και θέατρο…

Κ.Σ Και βρίσκεστε από μικρές σε μεγάλες σκηνές…

Φ.Κ. Τις μεγάλες σκηνές τις αγαπώ, γιατί είχα ξεκινήσει στη σκηνή του Κρατικού, που ήταν από τις μεγαλύτερες στην Ελλάδα εκείνη την εποχή. Νιώθω μια περίεργη οικειότητα όταν βρίσκομαι σε μεγάλες σκηνές. Ναι, η περιπλάνηση είναι κομμάτι της ζωής μου. Αλλά μερικές φορές έχω την ανάγκη να ανήκω σε μια θεατρική παρέα που να μην αλλάξει για μερικά χρόνια.

Κ.Σ. Είναι όμως μια πρόκληση και το καινούριο…

Φ.Κ. Κάθε τι καινούργιο είναι πρόκληση… Με ενδιαφέρει πολύ το μεταμοντέρνο και εναλλακτικό θέατρο, το θέατρο έρευνας που σπάει την παραδοσιακή φόρμα. Αλλά κάποιες φορές αισθάνομαι ότι υποκύπτει σε μια μόδα, και ότι γίνεται μόδα φοβάμαι ότι αρχίζει ήδη να έχει ημερομηνία λήξης, πάει να γίνει κλισέ. Και για να γίνω πιο συγκεκριμένη, πολλές φορές μπαίνω σε μια παράσταση και ξέρω εκ των προτέρων ότι θα δω τους ηθοποιούς να με περιμένουν πάνω στη σκηνή. Έχει γίνει ήδη τόσες φορές  που κάπου εκεί λές, φτάνει, ολοκληρώθηκε και αυτό, ας βρούμε κάτι άλλο. Όταν τα πράγματα  επαναλαμβάνονται, τότε αρχίζουν αυτά να γίνονται το κατεστημένο και τότε είναι που οι νέοι δημιουργοί πρέπει να το σπάσουν και να βρουν κάτι καινούριο να πουν. Αυτό είναι κάτι που λέω και στους μαθητές μου: θυμηθείτε ότι αυτά που εσείς ως καινούρια γενιά πρεσβεύετε με τέτοιο δογματισμό και πάθος, αδιαπραγμάτευτα σχεδόν, θα έρθει νομοτελειακά μια νέα γενιά, που θα καγχάσει απέναντι σε αυτά, θα φερθεί ίσως και προσβλητικά και θα εγκαταστήσει τις καινούριες θεατρικές φόρμες. Για αυτό το λόγο ας είμαστε πιο μετρημένοι, πιο έξυπνοι…Ποσό αλαζονικό να πιστεύεις ότι εμείς τα έχουμε ανακαλύψει όλα…

Κ.Σ. Υπάρχει γενικώς μια τάση στην τέχνη να πιστεύεται ότι όλα έχουν γίνει πια.

Φ.Κ. Ναι κατά κάποιο τρόπο έχουν συντελεστεί όλα και μοιραία με μια κυκλική σχέση ξαναγυρνάμε στο παρελθόν. Για παράδειγμα όλο αυτό το interactive που κατεβαίνει ο ηθοποιός στην πλατεία, ή το  γυμνό… θυμάμαι στη δεκαετία του 80 στη Θεσσαλονίκη να το κάνει το living theatre από τις ΗΠΑ.. Ποσό μας είχε σοκάρει τότε.. Είναι αυτά τα ρεύματα που είχαν δοκιμαστεί από παλιά έξω, και τώρα γίνονται εδώ με καθυστέρηση, κάνουν την πορεία τους και φεύγουν. Όλο αυτό το ταξίδι ιδεών, φόρμας και εκφραστικής ανάγκης που υπάρχει από τις αρχές του αιώνα το κραυγάζει ο Τσεχωφ  στον «Γλάρο» ότι «πρέπει να βρεθούν καινούριοι τρόποι έκφρασης»,  να συγκρουστεί το νέο με το παλιό.

Κ.Σ. Υπάρχει κάτι που σας φοβίζει ή σας προκαλεί ανασφάλεια στη σκηνή;

Φ.Κ. Πάντα με φοβίζει κάθε νέος ρόλος. Επειδή κάνω ένα ρεπερτόριο με περίεργες στροφές  από ensemble, όπως στο Πόρτα με το Θωμά Μοσχόπουλο, ή βουκολικό δράμα όπως ήταν ο Αγαπητικός της Βοσκοπούλας, ή τώρα το αφηγηματικό θέατρο, βγαίνω από τα δεδομένα που γνωρίζω και με κάνουν να αισθάνομαι σίγουρη, οπότε κάθε φορά νιώθω ανασφάλεια και νευρικότητα. Τις παραμονές της πρεμιέρας δε μιλιέμαι.. Χρειάζομαι έναν πολύ υψηλό βαθμό συγκέντρωσης ώστε αυτό που γίνεται στη σκηνή να έχει τις δυναμικές που θέλω, που φιλοδοξώ εγώ να έχει. Αλλά νομίζω ότι όποιος ασχολείται σοβαρά με την τέχνη έχει αυτό το φόβο. Η πολλή άνεση εμένα τουλάχιστον με αφήνει έκπληκτη.

Κ.Σ Υπάρχουν όμως και αυτοί που δηλώνουν φτασμένοι καλλιτέχνες…

Φ.Κ. Τι σημαίνει φτασμένος; Η τελεία είναι, το τέλος. Εμένα μου αρέσει να βάζω άνω τελεία και κάποιες φορές πολλές τελίτσες…δε θέλω να κλείνει κάτι. Τη σχέση μου με το θέατρο την έχω πάντα σε άνω τελεία. Ή και με ερωτηματικό καμιά φορά.

Κ.Σ. Τι σημαίνει το ερωτηματικό αυτό;

Φ.Κ. Αν κάτι έπρεπε να γίνει έτσι, αν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Υπήρξαν όμως πού και πού  και μερικά θαυμαστικά, κάποιες δουλειές που βρήκαν τον παραλήπτη τους… το κοινό, που τις υποδέχτηκε με μια μεγάλη αγκαλιά..

Κ.Σ Τι επιθυμείτε για τη θεατρική σας συνέχεια;

Φ.Κ. Έχω ένα απωθημένο, και επειδή μεγαλώνοντας  πρέπει  να κλείνεις τους ανοιχτούς λογαριασμούς, θέλω να παίξω σε μια σουρεαλιστική κωμωδία. Μια κωμωδία τύπου Αλμοδοβάρ, για να με δω σε κάτι που να σπάσει αυτό το  δραματικό βάρος. Να δοκιμαστώ σε κάτι σουρεαλιστικά παλαβιάρικο, και να δούμε πώς θα πάει. Και αν δεν μας προκύψει, θα το αποχαιρετήσω, αλλά τουλάχιστον θα το έχω δοκιμάσει. Πρέπει να βρω συνένοχο όμως σε αυτό, κάποιον σκηνοθέτη που θα το πιστέψει. Ίσως είναι και μια ντροπαλοσύνη που έχω, δεν αυτοπροτείνομαι, δε θα ψάξω να βρω εγώ το έργο και τον παραγωγό. Ενώ οι νέες γενιές των ηθοποιών το κάνουν, και μπράβο τους.

Κ.Σ. Παραφράζοντας τη «Νίκη», αν κοιτάξετε εσείς την πορεία σας μέχρι σήμερα θα λέγατε «Καλά τα κατάφερες Φιλαρέτη»;

Φ.Κ … Ωραία θα ήταν να μου το έλεγε  και μένα ο γιος μου…όπως στην Νίκη… Παραφράζοντας πάντως τα λογία της θα σας έλεγα ότι «Δεν καταδέχτηκα να αναπολώ, να μηρυκάζω την ζωή μου, προτιμούσα να την ζω… κάποια πράγματα ίσως δεν άνθισαν γιατί δεν βρήκαν ήλιο. Ποιος ξέρει… Δεν μου χαρίστηκαν τα πράγματα…» Ό,τι κατάφερα ,το έκανα μόνη μου με αντοχές survivor, που είναι και της μόδας τώρα!

Κ.Σ. Ευχαριστώ πολύ !

Φ.Κ. Κι εγώ!


Διαφήμιση στο Ιντερνετ στο Facebook στο Google Adwords

Διαφήμιση Γρήγορα Εύκολα και Οικονομικά Δείτε Πως!


Σας άρεσε αυτό που διαβάσατε;

Γράψτε το σχόλιο σας για όσα διαβάσατε παραπάνω. Θα χαρούμε να ακούσουμε ότι έχετε να πείτε, γράψτε σε Ελληνικά και σε Greeklish όπως σας βολεύει. Μην ξεχνάτε επίσης ότι μπορείτε να αφήσετε και την κριτική σας για παραστάσεις που έχετε δει  στις Κριτικές Θεάτρου 


4 Responses to Φιλαρέτη Κομνηνού

  1. Γιάννης Μαρ. 24 Μαρτίου 2017 at 21:22 #
    5

    Γοητεία και ταλεντο! Νομίζω οτι μαζί με την Ειρήνη Παππά ειναι οι δυο πιο όμορφες και δωρικές Ελληνίδες!

  2. Μαρία παπαδημητριου 24 Μαρτίου 2017 at 21:13 #
    5

    Υπέροχες φωτογραφίες ! Διακρίνω μια εξομολογητική διάθεση στην κα Κομνηνου. Θα συμφωνήσω οτι ειναι πολύτιμο πετράδι. Ειναι μια γυναίκα σοβαρή, μεστη και παρα το ταλέντο και τη διασημότητα της απίστευτα ευγενική και προσιτή.

  3. Ιωάννα μυλωνά 24 Μαρτίου 2017 at 12:59 #
    5

    Υπέροχη γυναίκα και καταπληκτική ηθοποιός , τρομερή στη νίκη!

  4. Κώστας Π. 24 Μαρτίου 2017 at 11:00 #
    5

    Ωραία συνέντευξη.
    Και παρα πολύ ωραία η παράσταση!
    Η κ. Κομνηνού είναι καταπληκτική και πολύ εκφραστική, έστω και σαν «απλά» η αφηγήτρια (ρόλος που θα νόμιζε κανείς ότι δεν … χωράει εκφραστικότητα – κι όμως!).
    (και οι άλλοι ηθοποιοί παίζουν πολύ καλά!)

Αφήστε μια απάντηση