fbpx

Ιφιγένεια εν Αυλίδι – Κριτική της Παράστασης

Κριτική της παράστασης από την Κάτια Σωτηρίου

Η Ιφιγένεια εν Αυλίδι είναι ένα από τα πιο διάσημα, αν και όχι από τα δραματουργικά καλύτερα έργα του Ευριπίδη. Είναι άγνωστο το έτος που γράφτηκε, είναι όμως το τελευταίο σωζόμενο έργο του. O Ρακίνας για να τονίσει τη σπουδαιότητα του θέματος και του μύθου έγραψε: «Στα έργα των ποιητών, δεν υπάρχει τίποτα που να είναι πιο φημισμένο από τη θυσία της Ιφιγένειας.»


Το θέμα
Όταν ο Αγαμέμνονας σκοτώνει το ιερό ελάφι της θεάς Άρτεμις, εκείνη για να τον εκδικηθεί, προκαλεί άπνοια καθηλώνοντας έτσι τον ελληνικό στόλο στην Αυλίδα. Ο μόνος τρόπος για να εξευμενίσει ο Αγαμέμνονας την θεά και να ξεκινήσει ο ελληνικός στρατός για τον Τρωικό πόλεμο είναι να θυσιάσει την κόρη του, Ιφιγένεια. Με το φόβο του στρατού που είναι έτοιμος να εξεγερθεί, ο Αγαμέμνονας καλεί την Ιφιγένεια να έρθει στην Αυλίδα με το πρόσχημα ότι θα την παντρέψει με τον Αχιλλέα. Όταν εκείνη καταφτάνει στο στρατόπεδο μαζί με την μητέρα της Κλυταιμήστρα συνειδητοποιεί ότι τίποτα δεν πρόκειται να σταματήσει τους Έλληνες από το να εκδικηθούν για την αρπαγή της Ωραίας Ελένης και να λεηλατήσουν την Τροία – ούτε καν ο άσκοπος θάνατος ενός παιδιού που δεν έφταιξε σε τίποτα.

Το έργο
Αν και ήταν γνωστό στην αρχαιότητα ότι ο Ευριπίδης δεν επιβίωσε για να ανεβάσει ο ίδιος το έργο του, η πατρότητα της Ιφιγένειας εν Αυλίδι δεν αμφισβητείται μέχρι τον δέκατο όγδοο αιώνα. Κατά την αρχαιότητα, ο Αριστοτέλης αμφισβήτησε την ποιότητα του έργου, αναφέροντας προβλήματα χαρακτηρισμού και μη συμμόρφωσης με το τραγικό ιδεώδες , αλλά δεν ενέγειρε ζήτημα αυθεντικότητας. Στις αρχές του δέκατου έκτου αιώνα, ο Erasmus ανέφερε ότι το φυσικό στυλ του έργου είναι Σοφόκλειο, ενώ θεματικά και ρητορικά είναι Ευριπίδειο. Ωστόσο, δεν επιδόθηκε σε καμία πρόκληση προς την αποδιδόμενη συγγραφική ιδιοκτησία και μάλιστα έδειξε ελάχιστο ενδιαφέρον για το θέμα.

Η Ιφιγένεια εν Αυλίδι, αφορά μια θυσία, και μάλιστα με έντονο το λογοτεχνικό και ως επί το πλείστον Ευριπίδειο μοτίβο, την αυτοθυσία. Πρόκειται για μια νεαρή γυναίκα που πηγαίνει πρόθυμα στο θάνατό της για να επιτρέψει μια στρατιωτική εκστρατεία επιθετικότητας για την οποία δεν έχει καμία ευθύνη, εναντίον ενός εχθρού για τον οποίο δεν έχει πραγματική έχθρα. Για μιαν Ελένη, όπως αναφέρεται συχνά στην παράσταση. Το πλαίσιο: ο επικείμενος Τρωικός πόλεμος. Άνδρες και γυναίκες που στοχεύουν στη σωστή απόφαση που πρέπει να πάρουν, σύμφωνα με την κατάσταση τους, όντες στη σωστή θέση και την κατάλληλη στιγμή. Ένας νέος άντρας, ο Αχιλλέας και μια νεαρή κοπέλα, η Ιφιγένεια, που υποτίθεται ότι θα παντρευτούν. Μια ομάδα ξένων, οι γυναίκες της Χαλκίδας, φτάνουν στην Αυλίδα και βοηθούν στα γεγονότα. Το τελευταίο από τα σωζόμενα έργα του Ευριπίδη προκαλεί συγκίνηση, αλλά περιέχει και «πατριωτικές» ομιλίες. Αλλά πάνω απ ‘όλα, προκαλεί οίκτο και θαυμασμό και εγείρει πολλά ερωτήματα σχετικά με την ίδια την αξία της ζωής, του θανάτου, της θυσίας, για την επιθυμητή ή απρόθυμη προσφορά του εαυτού του προς χάρη των πολλών.
Εάν υπάρχει ένα έργο όπου όλα τα θέματα του Ευριπίδη εκτίθενται με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο, αυτό το έργο είναι αναμφισβήτητα η Ιφιγένεια εν Αυλίδι. Η πλειοψηφία των ερμηνειών της τραγωδίας επικεντρώνεται μόνο σε μια κύρια πτυχή που αφορά την αποδοχή της θυσίας από την Ιφιγένεια: το πατριωτικό / πανελλήνιο, το προσωπικό (επιθυμία να δοξαστεί, να ελέγξει το πεπρωμένο, να ξεπεράσει τα συνηθισμένα πρότυπα των γυναικών κ.λπ.). Ο Ευριπίδης όμως πραγματεύεται το θέμα της θυσίας από τη σκοπιά που του επιβάλλει η γενικότερη κοσμοθεωρία του, όπως αυτή διαμορφώθηκε από τις επικρατούσες κοινωνικό-πολιτικές συνθήκες.
Πολλές μελέτες χαρακτήρων επικεντρώθηκαν στον Αγαμέμνονα, κάποιες πιο συμπαθητικές από άλλες, εξηγώντας ή καταδικάζοντας τις ενέργειές του. Κανένας κριτικός δεν εξηγεί τον Αγαμέμνονα: έχει σαφώς, με οποιοδήποτε πρότυπο, πάρει τη λάθος απόφαση. Αλλά το πώς παίρνει αυτή την λανθασμένη απόφαση είναι ένα από τα δραματικά κορυφαία σημεία αυτού του έργου. Η αμφισβήτηση του ηρωικού στοιχείου στις σκέψεις, στις ενέργειες και στις πράξεις των τριών ηρώων των Αχαιών, Αγαμέμνονα, Μενέλαου και Αχιλλέα, η δυσπιστία για τη μυθική παράδοση και τέλος η μεταστροφή της Ιφιγένειας και η εθελούσια θυσία της είναι τα αποτελέσματα της ανθρώπινης αυτενέργειας. Η διαφορά του Ευριπίδη από τον Αισχύλο και τον Σοφοκλή έγκειται στο ότι η μοίρα των ανθρώπων εξαρτάται απόλυτα από τον ίδιο τον άνθρωπο, και το πεδίο της δραματουργίας του συνοδεύεται από τη διερεύνηση των ψυχολογικών μεταπτώσεων και των παραλόγων αποφάσεων.

 

Η παράσταση

Η σκηνοθετική επιλογή των Χειλάκη και Δούνια είναι σαφής: προσανατολίζεται στην πολιτική φύση της τραγωδίας μέσα από τις αντιφάσεις και τις επιλογές των ηρώων. H αμφισβήτηση των θεσμών και των θείων, η προδοσία, η θυσία είναι στοιχεία που ενεργοποίησαν τη σκηνοθετική προσέγγιση. Και ενώ επιλέγεται η κλασική μέθοδος των τριών υποκριτών που εναλλάσσουν ρόλους, οι σκηνοθέτες ανανεώνουν κάποια από τα χαρακτηριστικά της παράστασης, με ένα μινιμαλιστικό και εξόχως πρακτικό σκηνικό: οι τρεις υποκριτές πατούν σε κουτιά – βαγόνια που κινούνται μέσα στο χώρο για να δώσουν σε κάθε ήρωα το χώρο του, αλλά και για να επιτρέψουν τη μεταμόρφωση των υποκριτών στους ρόλους τους. Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον ότι τα τρία βαγόνια ενώνονται, εκείνη τη στιγμή που ο Αγαμέμνων, η Κλυταιμνήστρα και η Ιφιγένεια καλούνται να αποφασίσουν για τη θυσία: η ένωση της οικογένειας επί σκηνής δηλώνει και τη στιγμή της μεγαλύτερης απόστασης της.

Και η μετάφραση του κειμένου όμως υπηρετεί την ανανέωση. Με ρέοντα λόγο, και παρεμβάσεις στα χορικά, ο μεταφραστής Γ. Μπλάνας απέδωσε το ύφος και το νόημα του Ευριπίδιου λόγου, με μοντέρνες αλλά και διαχρονικές πινελιές. Ιδιαίτερα καλαίσθητα και λειτουργικά τα λευκά κουστούμια των τριών υποκριτών, ενώ η πολυχρωμία στα κορίτσια του χορού τόνιζε τη νεανικότητα τους – αλλά και τη σαφή διάκριση τους από τους υποκριτές.

Ο Αιμίλιος Χειλάκης έξοχος ως Αγαμέμνων κατάφερε να καταδείξει την ηγεμονική αλλά και ευάλωτη προσήλωση στο καθήκον, και την υστεροφημία, αλλά και την ηγεμονική τύφλωση που τον έφερε στη τεράστια σύγκρουση ρόλων. Τονίζει την ασυνέπεια και τη σχεδόν αχαλίνωτη αναποφασιστικότητα του Αγαμέμνονα, και το δίπολο που τον ταλανίζει. Αντίθετα ως Αχιλλέας υποτίμησε αισθητά τον ήρωα, σε μια πιο ειρωνική ανάγνωση του Αχιλλέα, που βρίσκει τις ρίζες της σε πρόσφατες προσεγγίσεις. Ωστόσο, αντίθετα με την Ιφιγένεια του Ρακίνα στην οποία είναι ήπιος και αμφιταλαντεύεται, στην εν Αυλίδι ο Αχιλλέας ενεργεί με οργή, και δέχεται να βοηθήσει την Ιφιγένεια, αρχικά όχι τόσο από οίκτο, αλλά από θυμό καθώς το όνομά του είχε χρησιμοποιηθεί χωρίς την άδειά του, με σκοπό να έρθει η Ιφιγένεια στην Αυλίδα και να την θυσιάσουν. Δεν φαίνεται να ενδιαφέρεται τόσο πολύ για την μοίρα του αγνού κοριτσιού, όσο για τη δόξα του. Με αυτό το δεδομένο ίσως ήταν κάπως πιο τραβηγμένη η σχεδόν κωμική προσέγγιση του ήρωα στην παράσταση.

Η Αθηνά Μαξίμου σε μια από τις αρτιότερες ερμηνείες της προβάλλει τη συναισθηματική αλήθεια της Κλυταιμνήστρας, σπαράζει, χωρίς να χάνει την ανωτερότητα της βασίλισσας, και οδηγεί σταθερά την ηρωίδα της από τη μητέρα στη γυναίκα-εκδικήτρια τιμωρό, χτίζοντας την αβυσσαλέα γυναίκα – φόνισσα που θα ζητήσει το αίμα του άντρα της στην Ορέστεια. Σταθερή, και όσο πρέπει ειρωνική ως Μενέλαος, απέδωσε πλήρως την ιμπεριαλιστική διάθεση του ήρωα της.

Η Λένα Παπαληγούρα ίσως στην ωριμότερη στιγμή της αγκαλιάζει την ηρωίδα της με σθένος, δημιουργώντας μια ανθρώπινη Ιφιγένεια, που κατανοεί το τίμημα που πληρώνει και που έχει την αίσθηση των συνεπειών των πράξεων της. Η Ιφιγένεια της βρίσκει μια ευγένεια που οι βασιλείς και οι πολεμιστές γύρω της δεν μπορούν να βρουν. Η στάση της αυτή υποδηλώνει μια ραγδαία εσωτερική ωρίμανση, και υποστηρίζεται άρτια από την ηθοποιό, που κρατά τις ισορροπίες ανάμεσα στην νεότητα της Ιφιγένειας και της ιδιαίτερης ψυχοσύνθεσης της. Εξαιρετική η παρουσία της και στο ρόλο του Πρεσβύτη, με απόλυτο έλεγχο των εκφραστικών της μέσων, με στιβαρότητα και περίσσεια σταθερότητα. Μια από τις πιο σημαντικές θεατρικές στιγμές της.


Ο χορός των νέων κοριτσιών, η συλλογική φωνή και μνήμη, βρήκε εξαίσια έκφραση μέσα από τις νέες και ταλαντούχες ηθοποιούς που υποστήριξαν έξοχα τη μουσική επένδυση του Σταμάτη Κραουνάκη, τόσο φωνητικά όσο και κινησιολογικά, με πυκνώματα και αραιώματα καλύπτοντας όλη τη σκηνή, και κινούμενες αρμονικά ανάμεσα στα βαγόνια. Από το πρώτο χορικό, το γνώριμο αγαπημένο ύφος του συνθέτη αγκάλιασε γλυκά τις νεανικές φωνές του καλοδουλεμένου χορού, ενώ στη συνέχεια, οι ίδιες έδωσαν και πιο δυναμική χροιά με το ρυθμικό χτύπημα των κρουστών εν είδει βαγονιών.

Στο σύνολο της η παράσταση είναι άρτια δομημένη, με σαφή προσανατολισμό, και με δημιουργικά στοχαστική διάθεση απέναντι στο κείμενο. Είναι μια παράσταση που θα πρέπει να δει κανείς.

Συντελεστές της παράστασης
• Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας
• Σκηνοθεσία: Αιμίλιος Χειλάκης – Μανώλης Δούνιας
• Μουσική: Σταμάτης Κραουνάκης
• Σκηνικά – Κοστούμια: Κωνσταντίνος Ζαμάνης
• Φωτισμοί: Νίκος Βλασόπουλος
• Κίνηση: Αγγελική Τρομπούκη
• Βοηθός Σκηνοθετών: Αλέξανδρος Βάρθης
• Μουσική Διδασκαλία: Άννα Λάκη
• Βοηθός Σκηνογράφου: Βάσια Χριστοπούλου
• B Bοηθός Σκηνοθετών: Μαρία Χανδρά
• Διάρκεια παράστασης: 95’
• Πρωταγωνιστούν: Αιμίλιος Χειλάκης, Αθηνά Μαξίμου, Λένα Παπαληγούρα
και οι Δήμητρα Βήττα, Ελεάνα Γεωργούλη, Σμαράγδα Κάκκινου,
Άννα Κλάδη, Άννα Λάκη, Βάσια Λακουμέντα, Φραγκίσκη Μουστάκη, Δώρα Στυλιανέση, Μαρία Τζάνη.

Σχολιάστε

Θέατρο - mytheatro.gr