Ο Κώστας Καζάκος ‘κεντάει’ στον Πούντιλα του Μπρεχτ!

  • Γράφει η Διονυσία Ρώντα

Κώστας Καζάκος, Διονύσης Τσακνής, Μπρεχτ: Τρεις άνθρωποι που το καταφχαριστιούνται να γελοιοποιούν την τάξη της πλουτοκρατίας και να ξεσηκώνουν σαν έφηβοι όσους δουλεύουν γι’ αυτήν. Γελάνε και τα μουστάκια τους από την αρχή μέχρι το τέλος του έργου «Ο κύριος Πούντιλα και ο δούλος του ο Μάττι», τόσο που σου το μεταδίδουν. Όχι το γέλιο που βλέπεις, αλλά τη διάθεση που το προκαλεί.

Γελάνε, εννοείται, αυτοί που είναι σε θέση να το κάνουν: αυτοί που μπορούν να εκφράσουν φανερά και το γέλιο και το κλάμα τους, όπως ο αφέντης Πούντιλα (Κώστας Καζάκος). Οι αποκάτω, όπως ο δούλος του ο Μάττι, καταφεύγουν στην ειρωνεία. Ο Θοδωρής Γράμψας, που υποδύεται τον σοφέρ του ξιπασμένου γαιοκτήμονα Πούντιλα, αποδίδει εκπληκτικά την μπρεχτική ειρωνεία τόσο με το χαμόγελο όσο και με τις κινήσεις του. Συγκρατημένος στις αντιδράσεις του, ελέγχει το αφεντικό του όταν τον βρει ευάλωτο στο μεθύσι, αλλά ακόμα και απαντώντας στερεότυπα «Μάλιστα κύριε Πούντιλα» στο νηφάλιο ‘προϊστορικό’ παμφάγο τέρας της εξουσίας. Ο Μάττι έχει ουσιαστικά το πάνω χέρι και στην κακομαθημένη κόρη του Πούντιλα, Εύα (Ντορέττα Παπαδημητρίου), αφού την παίζει ψιλό γαζί, χωρίς ο ίδιος να αφήσει τον εαυτό του να γευθεί από το μεζεδάκι, που του προσφέρει όσο είναι μεθυσμένος ο ίδιος ο πατέρας της. Τον λόγο της τον ομολογεί ξεκάθαρα:

«Θα ήσουν τόσο τέλεια αν δεν ήσουν τόσο πλούσια».

«Εκείνη πάλι, «είναι κορίτσι του μπαμπά της και δεν βολεύεται στη μοναξιά της». Αυτό που την ξεχωρίζει ουσιαστικά από τα όσα ορίζει ο πατέρας-αφέντης Πουντίλα είναι η δυνατότητά της να συνομιλεί. Αντίθετα, «αν οι αγελάδες μπορούσαν να κουβεντιάζουν μεταξύ τους, θα έκλειναν όλα τα σφαγεία»! (άουτς)

Και τι θα γινόταν τότε ο μεγάλος γαιοκτήμονας Πούντιλα;

Αχ, μεγάλος καημός ο Κώστας Καζάκος ως ‘Τζέκιλ και Χάιντ’ Πούντιλα. Η άνεσή του σ’αυτόν τον ρόλο είναι απίστευτη. Προσωπικά, δεν θα φανταζόμουν ποτέ ότι θα έβλεπα τον Κώστα Καζάκο ως γλυκούλη μεθυσμένο συμπαθέστατο σατράπη σε στιγμές μετανοίας και αυτοκριτικής. Προειδοποιώ όσους δεν έχει τύχει να δουν τον Καζάκο επί σκηνής θεάτρου, ότι δεν έχει τίποτα από το άκαμπτο σκληρό προσωπείο του σκληρού της οθόνης. Εδώ, στο ζεστό, ανθρώπινων διαστάσεων θέατρο Τζένη Καρέζη, διακρίνεις ένα πρόσωπο που πάλλεται συνεχώς, με αμέτρητες εκφράσεις που ακολουθούν γραμμή με γραμμή τον μπρεχτικό διάλογο και τις συνεχείς εναλλαγές ανάμεσα στον καλό μεθυσμένο και στον κακό ξεμέθυστο τσιφλικά Πούντιλα. Η διάθεσή του μεταβάλλεται αριστοτεχνικά με κάθε γουλιά καφέ που τον συνεφέρνει σε μια πραγματικότητα που δεν γουστάρει η ψυχή του, σε μια ηλίθια διαύγεια που τον κάνει απάνθρωπο, ικανό να σκοτώνει «αλλά μόνο στα πλαίσια που ορίζει ο νόμος».

Αυτό βέβαια, ο Καζάκος το έχει επιτύχει άψογα και σκηνοθετικά, κεντώντας πια σε μια παράσταση που έχει ανεβάσει και το 2010 με επιτυχία στο ΚΘΒΕ. Τρεις ώρες, εκτός από ένα διάλειμμα, δεν παίρνεις ανάσα, δεν κουράζεσαι ούτε στιγμή, δεν αφαιρείσαι, δεν κοιτάς το ρολόι σου. Είσαι εκεί, γιατί έχεις γίνει ένα με την ατμόσφαιρα στο κτήμα του Πούντιλα. Είσαι τη μια καλεσμένος, με στεφάνι στα μαλλιά σαν τις τέσσερις αρραβωνιαστικές του Πούντιλα, και την άλλη αποδιωγμένος, που όμως δικαιούσαι να μάθεις πώς θα εξελιχθεί η κατάσταση. Οπότε παρακολουθείς, μαζί με τον Κώστα Καζάκο, μέσα από μια σχισμή στην καμπίνα της σάουνας, την οργιώδη παρωδία ερωτικής συνεύρεσης μεταξύ του σοφέρ Μάττι και της Εύας και το ρεσιτάλ ‘άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε’ του προικοθήρα διπλωμάτη αρραβωνιαστικού της (Νίκος Μόσχοβος), που βρίσκεται ακριβώς απ’ έξω.

Ο σκηνοθέτης Καζάκος εκμεταλλεύεται στο έπακρο, ξεζουμίζει κάθε σταγόνα ειρωνείας, χιούμορ και ευαισθησίας του μπρεχτικού κειμένου στην άνετη μετάφραση του Οδυσσέα Νικάκη, καθώς οι θανατηφόρες ατάκες πάνε κι έρχονται:

«Άνθρωπος; Μα πριν από λίγο ομολόγησε πως είναι σοφέρ!»

Το γέλιο σού βγαίνει αυθόρμητα και τον συγκινητικό μονόλογο του αιτήματος αξιοπρέπειας της εργατικής τάξης τον παρακολουθείς με σεβασμό και χειροκρότημα από τη λαθρεμπόρισσα (Γεωργία Καλλέργη).

Παρ’ όλο που το αποτέλεσμα τραβά συνεχώς την προσεχή σου από ένα παίξιμο που ποτέ δεν μοιάζει φτιαχτό, ο Καζάκος δεν έχει αγνοήσει την παρότρυνση του Μπρεχτ ότι «σε αυτή την περίπτωση το νατουραλιστικό παίξιμο δεν επαρκεί» (Notes on the Folk Play, 1940) και ότι ταιριάζει καλύτερα μια σκηνική προσέγγιση που δανείζεται στοιχεία από την Commedia dell’Arte.

Και εδώ μπαίνει με γκάζια ο Διονύσης Τσακνής ως προσωποποίηση της μπρεχτικής ειρωνείας! Για να σας δώσω να καταλάβετε πόσο τα μουσικοχορευτικά ιντερμέντια με πρωταγωνιστή τον Διονύση Τσακνή είναι δεμένα μέσα στην πλοκή του έργου, στο τέλος που μου έλεγε τις εντυπώσεις της μια Ελληνίδα φίλη που έχει ζήσει όλη τη ζωή της στη Γερμανία, μου είπε με θαυμασμό: «Δεν ήξερα ότι στην Ελλάδα οι ηθοποιοί μπορούν να τραγουδάνε τόσο καλά!»!!!

Τα τραγούδια που έχει γράψει ο Διονύσης Τσακνής για το «Ο κύριος Πούντιλα και ο δούλος του ο Μάττι» είναι άλλοτε ρομαντικές μπαλάντες κι άλλοτε επαναστατικά τραγούδια που ξεσηκώνουν, πάντα όμως σε μια μουσική όχι σκληρή, αλλά γλυκιά, παρηγορητική, γνήσια αισιόδοξη, σε αντίστιξη με τους στίχους-χαστούκια, που ξυπνάνε τα αίματα:

«Δεν χαίρεσαι που ζεις και τρως;

Θα ’θελες να ’σουνα χοντρός;…»

Ο Τσακνής είναι απόλαυση όχι μόνο στο τραγούδι αλλά και στο πώς καθοδηγεί με το μπαστούνι του σαν μαέστρος τον θεατρικό χορό (σε χορογραφία Κατερίνας Φωτιάδη) που συνδέει τα επεισόδια του έργου.

Πάνω από τη σκηνή, στο αριστερό πατάρι, η ζωντανή ορχήστρα (Κώστας Μητρόπουλος στην κιθάρα, Γιώργος Τσιατσούλης στο ακορντεόν και Πάρις Θωμόπουλος στο κλαρινέτο) βοηθάει στην αίσθηση ότι βρίσκεσαι κι εσύ τώρα μέσα στο σκηνικό (Φαίδων Πατρικαλάκης).

Μετά απ’ τις μουσικές ανάσες, ο μεγάλος Καζάκος μοιράζει απλόχερα την απόλαυση παίζοντας μαζί με φατσάρες όπως ο Παύλος Ορκόπουλος (άπαιχτος ως σκνίπα αρχιδικαστής, που ομολογεί ότι έχει ζήσει πλουσιοπάροχα χάρη στους μικροαστούς που ξεπαραδιάζονται στα δικαστήρια μέχρι να μείνουν εντελώς απένταροι προκειμένουν να βρουν νόμιμα το δίκιο τους) ή ο Σταμάτης Τζελέπης (οργιώδης ως Παπικός Επίσκοπος).

Άψογη και η επιλογή όλων των ηθοποιών: Χριστιάνα Μαντζουράνη (οικονόμος Λάινα), Μαρία Τζάνη (υπηρέτρια Φίνα), Ελένη Δαφνή (υπάλληλος φαρμακείου), Βερόνικα Δαβάκη (τηλεφωνήτρια), Εύα Βάρσου (γελαδάρισσα), Γιάννης Γούνας (κτηνίατρος, προμηθευτής νόμιμου αλκοόλ για τρελαμένες αγελάδες και βοηθός σκηνοθέτη στο πλάι του Καζάκου), Ευθύμης Ξυπολητάς (ο ‘κόκκινος’ εργάτης Σούρκαλα), Γιάννης Ζαραφωνίτης (κοντός εργάτης), Γεράσιμος Σκαφιδάς (ντροπαλός εργάτης), μέχρι τον τελευταίο εξαθλιωμένο εργάτη ή σερβιτόρο, που αποδίδει αξιοπρόσεκτα ο Νίκος Χανιωτάκης (σκηνοθέτης του Ο Κουλοχέρης του Σποκέιν).

 Και μερικές πληροφορίες πίσω απ’ τα παρασκήνια για το έργο «Ο κύριος Πούντιλα και ο δούλος του ο Μάττι»:

  • Στην αληθινή ζωή, οι ρόλοι ανατρέπονται μεταξύ Κώστα Καζάκου και Θοδωρή Γράμψα, όπου ο πρώτος εργάζεται ως Διευθυντής Σπουδών στη Σχολή Θεάτρου του δευτέρου.
  • Ο Μπρεχτ δανείστηκε την υπόθεση του έργου από το έργο «Η πριγκίπισσα του Πριονιδιού» της Φιλανδής συγγραφέως Hella Wuolijoki, που τον φιλοξενούσε στη Φιλανδία όπου είχε αυτοεξοριστεί ο αντι-Χιτλερικός Μπρεχτ το 1940. Αντί όμως για το δράμα του αλκοολισμού που αποτελεί εθνικό πρόβλημα για τους Φιλανδούς, ο Μπρεχτ διαμόρφωσε μια ιστορία που εκθέτει τον ανειρήνευτο πόλεμο μεταξύ πλούσιων και φτωχών, κάτι που ο Μπρεχτ, διά στόματος Καζάκου, λέει ότι «πρέπει να το αντιμετωπίσουμε κατάματα: ψυχροί, οξυδερκείς και μεθυσμένοι» και πάντα με χούμορ, μια και «έναν άνθρωπο χωρίς χιούμορ δεν μπορείς να τον θεωρήσεις άνθρωπο».

Κατά την ταπεινή μου εκτίμηση, το πάρτι που οργάνωσαν ο Μπρεχτ, ο Καζάκος και ο Τσακνής στο θέατρο Καρέζη δεν είναι μια συγκέντρωση για αριστερούς, αλλά μια ευτυχής συνεύρεση μεγάλων καλλιτεχνών, που γνωρίζουν να εξυψώνουν την ανθρώπινη ψυχή ώστε να μένει διψασμένη για αξιοπρέπεια και όχι επειδή καταβρόχθισε αμάσητα μια σειρά από ρέγγες:

«Ω σκύλα ρέγγα, αν δεν υπήρχες εσύ, οι δούλοι θα ζητούσαν χοιρινό και τι θα γινόταν τότε η Πατρίδα;…»

Για να πάτε στο Θέατρο ΤΖΕΝΗ ΚΑΡΕΖΗ (Ακαδημίας 3) δεν είναι ανάγκη να πάρετε το δικό σας αυτοκίνητο. Η παράσταση τελειώνει στις 11, αλλά το θέατρο είναι πολύ κοντά στη στάση Μετρό Σύνταγμα.

Αν όμως θελήσετε να πάρετε το αυτοκίνητό σας, υπάρχουν τριγύρω κάμποσα parking.

Τηλέφωνα Θεάτρου Τζένη Καρέζη: 210 3644921,  210-3625520


Διαφήμιση στο Ιντερνετ στο Facebook στο Google Adwords

Διαφήμιση Γρήγορα Εύκολα και Οικονομικά Δείτε Πως!


Σας άρεσε αυτό που διαβάσατε;

Γράψτε το σχόλιο σας για όσα διαβάσατε παραπάνω. Θα χαρούμε να ακούσουμε ότι έχετε να πείτε, γράψτε σε Ελληνικά και σε Greeklish όπως σας βολεύει. Μην ξεχνάτε επίσης ότι μπορείτε να αφήσετε και την κριτική σας για παραστάσεις που έχετε δει  στις Κριτικές Θεάτρου 


,

No comments yet.

Αφήστε μια απάντηση