Με δύναμη από την Κηφισιά στο Θέατρο του Νέου Κόσμου

*Κριτική της παράστασης από την Κάτια Σωτηρίου

Ένα από τα κορυφαία ελληνικά έργα, το Με Δύναμη από την Κηφισιά , των Κεχαΐδη – Χαβιαρά, ανεβαίνει φέτος το χειμώνα στο θέατρο του Νέου Κόσμου, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά.

Η Υπόθεση

3 φίλες, και η κόρη της μιας, σχεδιάζουν ένα ταξίδι στην Ταϊλάνδη που θα σημάνει το ξεκίνημα μιας νέας ζωής απελευθερωμένης από τα δεσμά του παρελθόντος και των ανδρών που έχουν γίνει αιτία της απογοήτευσης τους για τη ζωή. Το ταξίδι αυτό γίνεται η αιτία των συγκρούσεων ανάμεσα στις τέσσερις γυναίκες, καθώς η πραγματοποίηση του μετατίθεται ανάλογα με τις ανομολόγητες ερωτικές προσδοκίες και αγωνίες κάθε μιας από αυτές.

Το έργο

Το «Με Δύναμη από την Κηφισιά» αντικατοπτρίζει και σήμερα το μοντέλο του σύγχρονου δυτικού ανθρώπου και την αγωνία του μπροστά στους καταιγιστικούς ρυθμούς στους οποίους καλείται να ανταποκριθεί. Εγκλωβισμένες σε ένα αστικό σαλόνι των βορείων προαστίων, οι γυναίκες αυτές γίνονται φορείς της νεύρωσης, της αγωνίας και της τρομερής τους λαχτάρας για ζωή.

Μέσω της εξέτασης της ταυτότητας, και του κωδικοποιημένου λόγου που μπορεί να αναφερθεί ως επίθεση κατά συμβάσεών της κοινωνίας, το Με Δύναμη από την Κηφισιά περνά σε άλλο επίπεδο, δίνοντας στις γυναίκες το έδαφος και το  χώρο για το δικό τους λόγο σε ένα περιβάλλον που κυριαρχεί σε μεγάλο βαθμό από άνδρες. Μέσα από τη σταδιακή απελευθέρωση πληροφοριών, που αναμιγνύεται ευχάριστα με το κωμικό και το σοβαρό οι Κεχαίδης – Χαβιαρά δημιούργησαν ένα από τα πιο αναγνωρισμένα έργα τους για τις γυναίκες.

Το έργο περιστρέφεται γύρω από καθαρά γυναικεία ζητήματα, που όμως αφορούν βαθιά και τα δυο φύλα. Την «αθώα» χειραφέτηση της δίαιτας, τα εξωτικά ταξίδια, το κοινωνικό στάτους, στοιχεία δηλαδή που χρησιμοποιούνται από τις ηρωίδες για να ξεφύγουν από το πεδίο του ασήμαντου, αλλά που τελικά τις οδηγούν ακόμα πιο βαθιά σε αυτό. Η επίμονη ειρωνεία του έργου είναι ότι η γυναίκα εξαρτά την ευημερία της και την εκπλήρωση της από συγκεκριμένα θεσμικά και μη όργανα- τον γάμο, τη σχέση, τη μητρότητα – που μεταφράζοντας τη λέξη γυναίκα σε σύζυγο , σύντροφο» και μητέρα, τερματίζουν την ανεξάρτητη ταυτότητά της. Είναι οι ίδιες γυναίκες που καταστρώνουν σχέδια για να δείξουν πόσο ανεξάρτητες είναι, αλλά καταλήγουν τις νύχτες άυπνες, με χάπια, με συντροφιά μια τεράστια τούρτα, με κατάθλιψη. Η Ταϊλάνδη, κατεξοχήν συνώνυμο της ελευθερίας, λειτουργεί και στο έργο σαν σύμβολο της ανάγκης για αλλαγή, αλλά και ταυτόχρονα σαν σύμβολο του φόβου για κάθε αλλαγή.

Οι γυναίκες είναι σχεδόν αλλόφρονες από το δράμα της εγκατάλειψης τους από τους άνδρες, που είναι δειλοί που αποφεύγουν τις ευθύνες τους, και που προσφέρουν εξηγήσεις για τη συμπεριφορά τους, μόνο επειδή οι γυναίκες τους αναγκάζουν να το κάνουν. Οι χαρακτήρες του έργου εκφράζονται στη γλώσσα που μιλάνε οι γυναίκες μεταξύ τους, και έχουν την εκφραστικότητα που χαρακτηρίζει τις γυναίκες μιας κοινωνικής τάξης –η Κηφισιά προφανώς αποτελεί το άλλοθι των συγγραφέων για την αποκλειστική ενασχόληση τους με τη συναισθηματική τους ζωή, αφού τα βιοποριστικά προβλήματα είναι λυμένα. Έτσι η υστερία των γυναικών γύρω από τους άνδρες, τη μοναξιά και την ανερμάτιστη ζωή αποτελεί ένα κοινωνικό πολιτικό φαινόμενο, αλλά και θέμα συζήτησης αφηγήσεων, ειδικά για το φεμινισμό. Οι χαρακτήρες μέσα σε αυτές τις αφηγήσεις τοποθετούνται σε πολύ αμφισβητούμενες καταστάσεις που καταλήγουν να επιλύονται σε όχι απαραίτητα λιγότερο αμφιλεγόμενους τρόπους.

Η παράσταση

Ο Δημήτρης Καραντζάς επέλεξε να ανεβάσει ακόμα ένα αιχμηρό κοινωνικά και, καυστικό υπαρξιακά έργο και οργανώνει την παράσταση με τρόπο τέτοιο που εντοπίζει τη συμβολική απόρριψη των απελπιστικά αποδυναμωτικών λύσεων στις φανταστικές και μη τυπικές αφηγήσεις τρέλας από τις τρεις, κυρίως, γυναίκες. Ο βασικός σκοπός είναι να εκφράσει το ανείπωτο, το απροσδιόριστο, αυτό που μεταιχμιακά και οριακά προκαλεί τριβές, συγκρούσεις και πόνο στις γυναίκες, που τελικά δεν μπορούν να πρωταγωνιστήσουν στις ζωές τους. Η παράσταση είναι ίσως λίγο περισσότερο εγκεφαλική από σπαρταριστή, κάτι που έχει συνέπειες στην σπιρτάδα του κειμένου αλλά και το ρυθμό, που δεν είναι τόσο γάργαρος όσο αναμενόταν. Έχει υιοθετήσει αρκετά στοιχεία της παράστασης του Λευτέρη Βογιατζή, όπως τις παύσεις ενδοσκόπησης των ηρωίδων, αλλά και την παλινδρόμηση δραματικών και κωμικών στοιχείων. Οι θεατές παρακολουθούν μάλλον με ένα μόνιμο χαμόγελο, παρά με δυνατά γέλια, εκτός λίγων στιγμών, ακριβώς γιατί η επιλογή του σκηνοθέτη είναι να μειώσει το κωμικό χαρακτήρα και να προσεγγίσει τις γυναίκες αυτές με τρυφερότητα και κατανόηση, αυξάνοντας στη ζυγαριά την τραγωδία της απελπισίας που τις καταβάλλει μπροστά στο  πέρασμα του χρόνου, και τη δυσκολία τους να σταθούν στα πόδια τους. Το όλο στήσιμο της παράστασης είναι, στοργικό, ανθρώπινο, αλλά και κωμικοτραγικό, αγκαλιάζει τις ηρωίδες του με σεβασμό, αναδεικνύοντας τα ανομολόγητα πάθη και το τέλμα τους. Είναι σημαντικό ότι επιλέγει να καταδείξει και τον τεράστιο εγκλωβισμό των γυναικών σε μια εικόνα, που τις θέλει τέλειες στα ψηλά τακούνια τους – τα οποία δεν αποχωρίζονται ούτε όταν κατασπαράσσουν μια τούρτα μέσα στη νύχτα ντυμένες με τα νυχτικά τους, ούτε καν όταν «γυμνάζονται».

Το πολύχρωμο και λιτό σκηνικό της Αρτέμιδος Φλέσσα  είναι απόλυτα ταιριαστό στην ποπ κουλτούρα των γυναικών αυτών, ενώ και η ενδυματολογική προσέγγιση της Ιωάννας Τσάμη
απόλυτα ταιριαστή  με το γενικό πνεύμα της παράστασης , με τη φινέτσα της upclass κοινωνίας και την ελεγχόμενη βαρύτητα των ρούχων, που όμως δεν ξεφεύγει προς το κιτς ή το ακαλαίσθητα υπερβολικό. Οι φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου σωστοί, ανέδειξαν τη μοναχικότητα αλλά και την υστερία των ηρωίδων, ενώ και η μουσική επιμέλεια του Κορνήλιου Σελαμσή τόνισε καίρια τις στιγμές απόγνωσης, είτε με την επανάληψη ήχων, είτε με τις πλέον αναγνωρίσιμες άριες – με μια ματιά προς το Match point του Woody Allen.

Οι ερμηνείες, το δυνατό κομμάτι του έργου αυτού, είναι δύο ταχυτήτων.

Η Λυδία Φωτοπούλου φέρνει στη σκηνή τη μαεστρία μιας μεγάλης ερμηνεύτριας. Απόλυτα ισορροπημένη, καταφέρνει να γοητεύσει και να προκαλέσει γέλιο ούσα μετρημένη και με απόλυτο έλεγχο στην επιτήδευση της. Από την απλότητα της ερμηνείας της στη σκηνή της γυμναστικής επί του καναπέ, ως την υπερβολή των περιγραφών της απώλειας του τενόρου, η Φωτοπούλου καταφέρνει να επιβληθεί με μια αφοπλιστική αμεσότητα και λιτότητα – η σκηνή που σχολιάζει όσα ακούει με ένα απλό «πω πω» είναι αριστουργηματικά ερμηνευμένη.

Η Γαλήνη Χατζηπασχάλη, έξοχη Μάρω, σε μια ερμηνεία που θεωρούμε ότι θα την ακολουθεί ως σημείο αναφοράς. Καταφέρνει να αποδώσει υπέροχα την τραγελαφική αμηχανία της ηρωίδας της μπροστά στη μοναξιά και την πιθανότητα να γνωρίσει τον άνθρωπο της ζωής της μετά από τόσες λάθος επιλογές. Η ερμηνεία της δίνει επιτέλους νόημα στην πολύπαθη έννοια της θεατρικής υστερίας: οι νευρώσεις της είναι ραμμένες με γερή αριστοτεχνική βελονιά υψηλού επιπέδου, οι υστερίες της αντανακλούν απόλυτα τη δίνη  πάθους και πλήρους σύγχυσης της ηρωίδας της. Στη σκηνή στην οποία επαναλαμβάνει το «εκεί» ,είναι καταιγιστική και καθηλωτική, ενώ στη σκηνή της παντελώς άμετρης κατανάλωσης του γλυκού η εξωλεκτική διαρροή των συναισθημάτων της είναι υπέροχα οικεία.

Η Έμιλυ Κολιανδρή είναι μια ιδιαίτερα σταθερή και αγαπημένη ηθοποιός, που στη συγκεκριμένη παράσταση ωστόσο δεν καταφέρνει να βρει τη χρυσή τομή του κωμικού με το δραματικό, ίσως εγκλωβισμένη σκηνοθετικά σε μια ερμηνεία που πολλές φορές ξεφεύγει προς την υπερβολή. Πολύ πιο ουσιώδης στις στιγμές εσωτερικής αναζήτησης της ηρωίδας της, με έξοχη παρουσία στην τελευταία σκηνή όπου ξεδιπλώνεται η μετέωρη ανησυχία της ηρωίδας της. Ίσως θα χρειαζόταν μια πιο ενστικτώδης προσέγγιση του ρόλου, λιγότερο σκηνοθετικά κατευθυνόμενη.

Η Ευδοξία Ανδρουλιδάκη παρουσιάζεται πιο αδύναμη ερμηνευτικά, με σαφή ροπή προς την υπερβολή, με μεγαλύτερη περιγραφική παρά ερμηνευτική παρουσία.

Συνολικά, η παράσταση θα χρειαζόταν έναν πιο επιθετικά σπαρταριστό ρυθμό, ο οποίος εν προκειμένω χαλιναγωγείται σκηνοθετικά, ωστόσο καταφέρνει να μας εισάγει στον κόσμο των γυναικών που έχουν περάσει τα 35 και πάσχουν, εγκλωβισμένες ανάμεσα στις επιθυμίες τους, τους κοινωνικούς ρόλους και τα σύμβολα που επιβάλλει ένας πατριαρχικός κόσμος, και που διατυμπανίζουν τη χειραφέτηση τους, ενώ τελικά αυτοπροσδιορίζονται μόνο μέσα από τις σχέσεις τους με τους άνδρες. Είναι μια πολύ καλή στιγμή για το θέατρο του Νέου Κόσμου, που ξεχωρίζει για τις υπέροχες ερμηνείες της Λυδίας Φωτοπούλου και της Γαλήνης Χατζηπασχάλη.

Συντελεστές της παράστασης

Σκηνοθεσία: Δημήτρης Καραντζάς
Σκηνικά: Άρτεμις Φλέσσα
Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη
Μουσικός σχεδιασμός: Κορνήλιος Σελαμσής
Σχεδιασμός φωτισμών: Αλέκος Αναστασίου
Βοηθός σκηνοθέτη – Επιμέλεια βίντεο: Γκέλυ Καλαμπάκα
Σχεδιασμός κομμώσεων: Talkin’ Heads
Βοηθός σκηνογράφου: Ιωάννα Ραμπαούνη
Βοηθός ενδυματολόγου: Ιφιγένεια Νταουντάκη
Βοηθός φωτιστή: Μαριέττα Παυλάκη

Φωτογραφίες παράστασης: Δομνίκη Μητροπούλου

Παίζουν οι ηθοποιοί:

Λυδία Φωτοπούλου (Αλέκα)
Έμιλυ Κολιανδρή (Φωτεινή)
Γαλήνη Χατζηπασχάλη (Μάρω)
Ευδοξία Ανδρουλιδάκη (Ηλέκτρα)

Στέφανος: Κορνήλιος Σελαμσής


Διαφήμιση στο Ιντερνετ στο Facebook στο Google Adwords

Διαφήμιση Γρήγορα Εύκολα και Οικονομικά Δείτε Πως!


Σας άρεσε αυτό που διαβάσατε;

Γράψτε το σχόλιο σας για όσα διαβάσατε παραπάνω. Θα χαρούμε να ακούσουμε ότι έχετε να πείτε, γράψτε σε Ελληνικά και σε Greeklish όπως σας βολεύει. Μην ξεχνάτε επίσης ότι μπορείτε να αφήσετε και την κριτική σας για παραστάσεις που έχετε δει  στις Κριτικές Θεάτρου 


 

No comments yet.

Αφήστε μια απάντηση