Στράτος Τζώρτζογλου

Βαθμολογία Επισκεπτών: 5

Αποκλειστική Συνέντευξη στην Κάτια Σωτηρίου για το mytheatro.gr

  • Ευχαριστούμε την Ελπίδα Μουμουλίδου για τη φωτογράφιση

Το όνομα του Στράτου Τζώρτζογλου έχει εντυπωθεί στη συλλογική συνείδηση μας ως συνώνυμο του ζεν πρεμιέ, του ηθοποιού που είχε να αναμετρηθεί όχι μόνο με τους εξαίσιους ρόλους που έχει παίξει στο θέατρο, αλλά και με μια τεράστια αναγνωρισιμότητα. Αν όμως κάποιος μείνει σε αυτό, θα τον έχει αδικήσει.  Σίγουρα όμως, δύσκολα μπορεί να αποφύγει κάποιος να γοητευτεί από την λάμψη του. Όχι εκείνη τη λάμψη των «περιοδικών» αλλά τη λάμψη ενός ταλαντούχου, όμορφου και με κατανόηση για τον κόσμο γύρω του ανθρώπου.

Τον συνάντησα στην πρεμιέρα του Ρομπέρτο Τσούκο στο Θέατρο Τέχνης σε σκηνοθεσία της Άντζελας Μπρούσκου. Κανονίσαμε τη συνέντευξη μας για λίγες ημέρες μετά. Εντυπωσιακά ευθύς και άμεσος, με λόγο χειμαρρώδη, έδωσε στη συνέντευξη μας περισσότερο το χαρακτήρα μιας συζήτησης – εξιστόρησης μιας εξαιρετικά ενδιαφέρουσας, αλλά και σχεδόν ιλιγγιώδους ταχύτητας, ζωής. Η συζήτηση μας ξεκίνησε με μια προσωπική μου «εξομολόγηση» και συνεχίστηκε με δικούς της ρυθμούς . Εξάλλου, όταν έχεις απέναντι σου έναν άνθρωπο που μιλά για τη ζωή με τόσο πάθος, οι δημοσιογραφικές σημειώσεις και οι δομές δεν έχουν κανένα χώρο.

dsc05068-1

Κ.Σ. Πάντα όταν με ρωτούν για την παράσταση με συγκλόνισε βαθιά, αναφέρομαι στο Θάνατο του Εμποράκου, σε σκηνοθεσία Ντασσέν.

Σ.Τ Ήταν να μην το κάνω εγώ το έργο αυτό. Ο Ζυλ Ντασσέν ήθελε έναν ηθοποιό που να είναι 35 χρονών περίπου, να δείχνει διαλυμένος, γιατί ο Μπιφ στο έργο είναι έτσι. Ο Κώστας Καζάκος του πρότεινε να δει κι εμένα. Εκείνη την περίοδο μου είχε γίνει μια πρόταση για τη Στέλλα με τα Κόκκινα Γάντια, ενώ ήδη είχα ολοκληρώσει την δεύτερη χρονιά με τη «Μικρή μας πόλη», που πιθανόν να πήγαινε και για Τρίτη χρονιά. Δεν ήθελα να κάνω τη Στέλλα γιατί ήταν μαρκαρισμένος ο ρόλος από το Φούντα – δεν είχα το κουράγιο να πω τη φράση «Φύγε Στέλλα» – αλλά είχα κουραστεί λίγο με τη Μικρή μας πόλη, και δεν ήθελα να συνεχίσω. Μου πρότεινε η Δανδουλάκη να παίξω στο Γλάρο, ενώ είχα και εγώ στο μυαλό μου κάτι άλλο. Τίποτα δεν έγινε από όλα αυτά τελικά , και βρέθηκα ξαφνικά χωρίς δουλειά, τέλη Αυγούστου, αρχές Σεπτέμβρη, όταν είχαν κλείσει όλοι οι θίασοι πια. Και τότε διάβασα το Θάνατο του Εμποράκου. Θα «σκότωνα» για να παίξω αυτό το ρόλο, για έναν και μόνο λόγο: για να μιλήσω στον πατέρα μου. Στον «Ήχο του όπλου» όταν ξεκίνησα, 30 χρόνια πριν, ήταν η δική μου αντίσταση, πόλεμος, έρωτας, αγάπη, μίσος με τη μάνα μου. Τώρα ήταν η παραδοχή της ευαισθησίας, η παραδοχή του ποιοι είμαστε, στον πατέρα μου. Πήγα στον Ντασσέν, αλλά μου είπε ότι είμαι πολύ νέος και λαμπερός και δεν κάνω για το ρόλο αυτό. Μίλησα στον Καζάκο, και μου είπε να κάνουμε μια πρώτη ανάγνωση, κάτι που δεν το ήθελα, δεν ήθελα να περάσω από οντισιόν. Ήμουν σε μια φάση τότε που ήθελα αγάπη από τους σκηνοθέτες μου, και όταν κάποιος με απέρριπτε, πάγωνα, και δεν τον ήθελα εγώ μετά. Κάναμε τέλος πάντων την πρώτη ανάγνωση, και έπαιζα φριχτά. Πραγματικά φριχτά.  Φώναζα, δυνατά. Μου είπε ο Ντασσέν «έτσι θα κάνεις το ρόλο; Δε μιλάς κανονικά εσύ;» «Όχι», του απαντούσα εγώ. Τα φώναζα όλα.

Πήγαμε στο δεύτερο μέρος και έφτασε η σκηνή με τον πατέρα. Εκεί τα ξέχασα όλα, και άρχισα να παίζω μέσα από την καρδιά μου. Πίστευα ότι έτσι κι αλλιώς θα με έδιωχναν, και ότι δεν θα το έβλεπε ποτέ ο πατέρας μου, οπότε το έκανα για μένα. Και ο Ντασσέν δάκρυσε. Μου είπε ότι ήταν η  δεύτερη φορά στο θέατρο που δάκρυζε. Ανέβηκε το έργο, το οποίο δεν ήταν πια μια θεατρική παράσταση για μένα αλλά μια συνομιλία με τον πατέρα μου, με το αίμα μου. Εκεί ξεπερνάς τα όρια της υποκριτικής και το θέατρο γίνεται μέσο, για να μπορέσεις να εκφράσεις τις βαθύτερες σκέψεις, αυτές που και ο ίδιος δεν συνειδητοποιείς πολλές φορές, συναισθήματα που μπορεί να μην ξέρεις ότι έχεις, και που μπορεί και να μην τα ανακαλύψεις ακόμα και στη διάρκεια των παραστάσεων. Ο πατέρας μου ήρθε 190 φορές, όσες φορές παίξαμε, σε όλες τις παραστάσεις. Δεν είδε ποτέ το έργο, το άκουγε από το φουαγιέ, γιατί κάπνιζε πολύ. Έτσι μπορέσαμε να έρθουμε σε επαφή. Ήταν ένας λαϊκός άνθρωπος, ναυτικός, Πειραιώτης, λίγο «Καυγατζής της Βρέστης» με τατουάζ – και ήταν δύσκολο να πούμε σ’ αγαπώ στην οικογένεια μας. Κατάφερα όμως να του πω το «Σ’αγαπώ» μέσα από το έργο αυτό. Νομίζω ότι αν αξίζει που έγινα ηθοποιός, μέχρι στιγμής είναι για δυο στιγμές: στον «Ήχο του όπλου» που συνομίλησα με τη μητέρα μου, και στον Θάνατο του Εμποράκου που συνομίλησα με τον πατέρα μου.

dsc05092-12

Κ.Σ. Αυτή τη «συνομιλία» την έχεις νιώσει και σε άλλα έργα;

Σ.Τ. Σε κάθε παράσταση συνομιλώ και με κάποιο πρόσωπο. Στη Μικρή μας πόλη συνομιλούσα με τον πρώτο μου έρωτα, που ντρεπόμουν να της πω ότι την αγαπώ, και της έκανα το μάγκα. Στην ουσία είχε μείνει μια αίσθηση ανικανοποίητου γιατί δεν κατάφερα ποτέ να τα φτιάξω μαζί της. Κάθε έργο που κάνω, έχει κάτι να μου ανοίξει, έστω και αν αυτό είναι μια πληγή από το παρελθόν. Στο τωρινό έργο, ο αδελφούλης δεν έχει καμία σχέση με την ζωή μου μεν, αλλά ταυτόχρονα έχει πολλά στοιχεία. Ο πατέρας μου έφερνε διάφορους ανθρώπους στο σπίτι όταν ήμουν μικρός. Με πήγαινε στο Δαφνί, και μου έλεγε να μην ξεχάσω ποτέ αυτούς τους ανθρώπους, που έχουν ανάγκη από ένα τσιγάρο. Ήταν εξαιρετικά γενναιόδωρος άνθρωπος, βοηθούσε κόσμο, μάζευε σκυλιά πεινασμένα, ανθρώπους που δεν είχαν να φάνε. Κάποια στιγμή έφερε ανθρώπους που τους έβρισκε στο δρόμο από ναρκωτικά. Το σπίτι μας ήταν ανοικτό για όλους, κι εγώ μεγάλωσα σε αυτό το περίεργο «Πανεπιστήμιο», και είχα τη δυνατότητα μέσα από τη μάνα μου και τον πατέρα μου να έρθω σε επαφή με ολόκληρη την κοινωνία, και τους καλούς και τους κακούς. Αυτό μου έδωσε τη δυνατότητα μιας ευρείας αντίληψης, χωρίς να βάζω τους άλλους σε καλούπια, αν είναι κάποιος λαϊκός ή μη, πετυχημένος ή μη. Είχα γνωρίσει κάποιον που είχε αποδράσει από τον Κορυδαλλό, και όταν κάναμε την παράσταση με τη Μπρούσκου της είπα ότι έχω γνωρίσει έναν «Ρομπέρτο Τσούκο» που ανέβηκε στον τοίχο και απειλούσε ότι θα πέσει. Κάποια κομμάτια του Τσούκο μου ήταν πολύ οικεία. Ο αδελφούλης είναι μια συλλογή από αυτά τα πρόσωπα, που τα έβαλα μέσα στο ρόλο, προσπαθώντας όμως να έχει ουσία και αλήθεια. Μπορείς να το κάνεις αυτό στο έργο του Κολτές γιατί δεν υπάρχει γραμμική γραφή, γραμμικός τρόπος παιξίματος. Έτσι λειτουργούν και οι άνθρωποι .

Κ.Σ. Μίλησε μας για το έργο αυτό.

Σ.Τ. Ο Τσούκο στο έργο εκτροχιάζεται και ενώ είναι ένα καλό παιδί, σκοτώνει τη μάνα και τον πατέρα, αργότερα έναν αστυνομικό, το παιδί… Τον τραβά τελικά το αίμα. Πρόκειται για μια ελεγεία της αδυναμίας, του εκτροχιασμού. Χωρίς να μας κάνει να φοβόμαστε, μας κάνει να κατανοήσουμε ότι δεν μπορούμε να κρίνουμε κανέναν. Είναι ένα έργο σπαρακτικό, ένα έργο συμπόνοιας, μέσα από την ωμή και την παράλογη βία, με όλους αυτούς τους χαρακτήρες που είναι στην ουσία πιο διεφθαρμένοι από τον Τσούκο, και με τη ζωή που βιώνουν στο σκοτάδι τους τον σπρώχνουν να γίνει άγγελος θανάτου. Επειδή μου εμπιστεύτηκε διαφορετικούς ρόλους στο έργο αυτό η Μπρούσκου, προσπάθησα να βάλω στοιχεία από τις εμπειρίες μου ως παιδί, όταν έβλεπα τέτοιους χαρακτήρες. Ο μόνος για τον οποίο δεν είχα κάποια εμπειρία είναι ο γέρος στο σταθμό.

dsc05199-1

Κ.Σ Ο ρόλος αυτός είναι νομίζω και η σπουδαιότερη στιγμή σου στο έργο αυτό.

Σ.Τ Μέσα μου προσπαθούσα να γίνω η ψυχή του πατέρα μου, γιατί έφυγε το 2003.. στην ουσία για να είμαι ειλικρινής, όταν μιλάω στον Τσούκο είναι σαν να μιλάω στο γιο μου τον Αλκιβιάδη, και να του λέω ότι οποιοσδήποτε μπορεί να εκτροχιαστεί οποιαδήποτε στιγμή. Του λέω να είναι συνειδητός. Επειδή μιλάω στο γιο μου βγάζει μια αίσθηση που είναι πέρα από την υποκριτική, έχει άλλη ενέργεια.

Κ.Σ. Είναι μια σκηνή που εκ των πραγμάτων βγαίνει και από τα μέτρα του έργου, φαίνονται περισσότερο και τα συναισθήματα του ίδιου του Κολτές,

Σ.Τ. Νομίζω ότι ο Κολτές βάζει τον εαυτό του να μιλά στον Τσούκο. Είναι μια παραβολή, και αναφέρεται στη ζωή, στα πράγματα που θεωρούμε αυτονόητα, όπως το να πηγαίνουμε στο σταθμό κάθε μέρα. Ο γέρος συχνάζει στο σταθμό όπως λέει περισσότερο και από ότι στην κουζίνα του σπιτιού του. Και ξαφνικά τίποτα δεν είναι το ίδιο.

dsc05219-1

Κ.Σ. Πώς έγινε το πάντρεμα με τη Μπρούσκου;

Σ.Τ. Με είδε η Παρθενόπη Μπουζούρη, μίλησε με το Σκουρλέτη – είχα κάνει δυο δουλειές με τους Bizoux de Kant – και ενώ αρχικά θα κάναμε την Φαίδρα της Σάρα Κέιν, όπου θα έπαιζα το Θησέα, τελικά η Μπρούσκου μου πρότεινε να κάνω αυτούς τους ρόλους στο Ρομπέρτο Τσούκο. Μάλιστα αρχικά νόμιζα ότι θα κάνω τον Τσούκο, δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι πέρασαν τα χρόνια! (γέλια).

Κ.Σ. Με τον Τσούκο σηματοδοτείται η επιστροφή στο Τέχνης, αλλά και στην Ελλάδα..

Σ.Τ Δεν επέστρεψα, θεωρώ ότι επιστρέφουμε συνέχεια. Η ζωή μας είναι μια συνεχής επανάληψη επιστροφών. Επιστρέφεις για να ξαναδείς τα πράγματα μέσα από μια νέα οπτική. Βιώνουμε μια φαινομενικά γραμμική ζωή, που έχει αρχή μέση και τέλος, αλλά στην ουσία γίνονται κύκλοι, και ξαναβλέπουμε τα ίδια πράγματα. Οριοθετούμε τις σχέσεις μας με τους άλλους, τους γονείς, τους φίλους μέχρι να λυθούν κάποια πράγματα. Εγώ έζησα σε μια δύσκολη εποχή, μια εποχή αναδόμησης του Πειραιά, και η οικονομική μας κατάσταση δεν μας επέτρεπε να ζήσουμε σε πολυκατοικία, αλλά μέναμεπάντα σε μικρά σπίτια με «αυλές των θαυμάτων», με κοινή αυλή, τουαλέτα έξω από το σπίτι. Βίωσα μια Ελλάδα που ο γιος μου για παράδειγμα δεν μπορεί να τη δει. Η συνεχής μετακόμιση σπιτιών – μια φορά είχαμε μετακομίσει 4 φορές σε ένα μήνα – έφερε συνεχή αλλαγή και σχολείων και έτσι κάθε φορά που έλεγα «γεια σας,» έλεγα ταυτόχρονα και «αντίο» μέσα μου. Αυτά τα πράγματα με έκαναν πολύ κοινωνικό, αλλά με πλήγωσαν και πολύ γιατί ήθελα μέσα μου να έχω μια εικόνα συνέχειας. Με έκαναν να κατανοήσω ότι οι άνθρωποι είναι διαφορετικοί αλλά όλοι ένα. Και ότι όλοι αγάπη ζητούν. κάποιοι μπορεί να την ζητούν με βία και κάποιοι με όμορφο τρόπο.  Κάποιοι κλέβουν για να ζητήσουν αγάπη και προσοχή, κάποιοι είναι ευγενικοί.

dsc05131-1

Κ.Σ. Μιλάς για μια ζωή ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα…

Σ.Τ. Μέσα από όλα αυτά γνώρισα έναν κόσμο που είναι σαν να έχει βγει από έργα του Ζενέ, ξέρω τα μυστικά του, τους βίωσα αυτούς τους ανθρώπους. Οπότε ήμουν κατά κάποιο τρόπο αυτός που ήθελε να προστατεύσει τους αδύναμους ανθρώπους, επιστρέφοντας σε αυτό που έλεγε ο πατέρας μου. Για το λόγο αυτό έκανα διάφορα πράγματα, όπως το να πάω σε γυμναστήριο. Η πρώτη μου επαφή με τον Κούν ξεκίνησε κάπως έτσι. Σε ένα γυμναστήριο που πήγαινα, έκανα βάρη, και με ρώτησε κάποια στιγμή ο γυμναστής μου τι θα γίνω όταν μεγαλώσω. Εγώ κάνοντας πόζες είπα ότι θα γίνω ηθοποιός. Το άκουσε ένας τύπος που ήταν εκεί, με πλησίασε, με πήγε στον ερασιτεχνικό θίασο στο Αιγάλεω, από όπου βγήκαν σημαντικοί άνθρωποι, ο Γιάννης Σκουρλέτης, η Φρόσω Λύτρα, ο Γιάννης Μαυριτσάκης. Εγώ τότε ήμουν ένα παιδί που δεν ήξερα ούτε ποιος είναι ο Σαίξπηρ. Μέσα από αυτούς ζυμώθηκα. Παρακολούθησα μια συνέντευξη του Κουν στον Μαρωνίτη, και είπα ότι θα πάω στο Τέχνης. Κανείς δεν το πίστευε ότι θα μπω. Είχα σκεφτεί μάλιστα και σενάρια, για το τι θα κάνω αν δε με επιλέξει. Θα του έλεγα να κάνω δουλειές, να ποτίζω τα φυτά, να φέρνω νερά. Αν πάλι δεν με έπαιρνε, θα του έλεγα να παρακολουθώ τις πρόβες, και αν πάλι όχι, θα τον απειλούσα (γέλια). Ε δεν μπορεί θα τον έπαιρνε τον τρελό!  Δεν ήξερα αν είχα ταλέντο, αλλά ήξερα ότι έχω πάθος, και είχα σίγουρα και πολλά άλυτα, που μέσα από τις παραστάσεις – επιστροφές θα λύνονταν. Γιατί κάθε ρόλος είναι μια επιστροφή σε ένα άλυτο θέμα από το παρελθόν. Αν το έχεις ζήσεις δεν έχεις λόγο να το κάνεις. Υπάρχουν όμως και άλυτα θέματα σε σχέση με το μέλλον. Επειδή, δηλαδή, ο χρόνος δεν είναι γραμμικός, το μέλλον είναι και παρελθόν, και υπάρχουν πράγματα που είναι άλυτα στο παρελθόν σου που σε κάνουν να ονειρεύεσαι κάτι στο μέλλον σου. Υπάρχει μια πολυπλοκότητα και απλότητα ταυτόχρονα στη ζωή. Αν το δεις από απέξω, η αμφισημία και οι αντιφάσεις είναι πολύ ξεκάθαρα πράγματα. Οπότε ζούμε με αυτές τις αμφισημίες μέσα στη ζωή μας. Εγώ είμαι προσωπικά πολύ εξοικειωμένος με αυτά τα θέματα από μικρός, και η ζωή μου ακολούθησε μια ανάλογη πορεία.

Ήθελα για παράδειγμα πάντα να πάω στην Αμερική, από το 1987 που συνάντησα τον Ηλία Καζάν, όταν έκανα τα γυρίσματα της φανέλας με το 9. Με είχε διαλέξει, για την ταινία που τελικά δεν γύρισε ποτέ. Μου είπε να πάω στο Actor’s Studio. Ήθελα όμως να ετοιμαστώ ψυχολογικά, να βγάλω και λίγα χρήματα και να πάω. Αυτό δεν έγινε ποτέ. Σε όλη μου τη ζωή ήμουν πολύ δεμένος με την οικογένεια μου και στην πορεία μου συνομιλούσα με κάποιο μέλος της. Για τη γιαγιά μου για παράδειγμα έκανα το πρώτο μου σήριαλ, τους Φρουρούς της Αχαΐας, προδίδοντας αν θες, με τον τρόπο αυτό, την πορεία μου ως ένας άλλος Αλκιβιάδης. Για αυτό έβγαλα και το γιο μου Αλκιβιάδη, γιατί εγώ ήμουν αυτός, προδίδοντας πολλές φορές τη ζωή μου, την πορεία μου με τους εξέχοντες σκηνοθέτες. Τότε χάλασα την εικόνα μου, παρά το γεγονός ότι σήμερα το σήριαλ αυτό θεωρείται κάτι σημαντικό. Τα «εγκλήματα» αυτά όμως εγώ τα έκανα πάντα από αγάπη, γιατί δεν είχα την αγωνία να γίνω διάσημος.

dsc05179-1

Κ.Σ Η Αμερική τελικά πώς προέκυψε;

Σ.Τ.  Η  Αμερική ήταν ένα όνειρο στο οποίο ήθελα να «επιστρέψω» ακόμα και αν δεν είχα πάει ποτέ ακόμα. Και τελικά ήρθε ο γιος μου, μου είπε ότι ήθελε να πάει, κι εγώ δεν μπορούσα να τον αποχωριστώ οπότε πήγα μαζί του. Βρέθηκα λοιπόν σε αυτή τη χώρα, χωρίς λεφτά, ενώ ήθελα πάντα να πάω έχοντας χρήματα. Η αίσθηση ότι πρέπει να βρούμε χρήματα για να ζήσουμε εκεί υπήρχε έντονη. Έκανα όμως δυο παραστάσεις, και με βοήθησε πολύ η κοινότητα στην Αστόρια. Δεν πήγα με ένα εύκολο έργο, αλλά με την Ασκητική του Καζαντζάκη. Σκοπός δεν ήταν να κάνουμε μια επιτυχία. Εγώ ήθελα να παίζω με το γιο μου, και να του μεταφέρω την Ασκητική στο μυαλό του. Μάλιστα τότε χιόνιζε, και ξεχιονίζαμε το θέατρο εγώ με το γιο μου. Αυτό τον έκανε να καταλάβει ότι δεν είναι ο «γιος του Τζώρτζογλου» που θα βγούμε έξω και θα μας αναγνωρίζουν όλοι. Και ότι αν δεν κάνουμε κάτι σε μια χώρα που ναι μεν αγκαλιάζει τους πάντες, αλλά που αν δεν έχεις χρήματα είσαι τελειωμένος, δε θα μπορέσουμε να επιβιώσουμε.  Εκεί συνάντησα και τη γυναίκα του Καζάν,  η οποία σε μια συνάντηση στο σπίτι της πρέσβειρας είχε φέρει τυχαία (;;) ένα ντεκουπάζ της ταινίας που ήταν να κάνω εγώ. Είχα μεγάλη τύχη γιατί είχα πάει στο Λος Άντζελες νωρίτερα και είχα διδαχθεί και από την Ivana Chubbuck, που είναι η coach του Brad Pitt.  Τελικά μπήκα στο Actor’s Studio.  Ήμουν ευλογημένος γιατί συνάντησα μεγάλους ανθρώπους στη ζωή μου, και δεν εννοώ μόνο τους σκηνοθέτες που μνημονεύω συχνά, αλλά και ανθρώπους που γνώρισα μέσα στην καθημερινότητα μου. Όλα αυτά, όταν τα βλέπεις μετά, καταλαβαίνεις ότι έπαιξαν το ρόλο τους στο να γίνουν κάποια πράγματα με τον τρόπο που έγιναν. Και τώρα έκανα ένα κύκλο, για να μπορώ να «πω» στον Κουν ότι ακόμα και αν εκτροχιάστηκα, είμαι όρθιος, και ξαναμπήκα στην πορεία της ζωής μου. Γιατί μέσα στην πορεία αυτή σκότωσα τον αγνό εαυτό μου, την παλιά μου ταυτότητα, έγινα πολύ διάσημος από την τηλεόραση, έβγαλα λεφτά, μετά τα έχασα στις θεατρικές παραγωγές, είχα μια Οδύσσεια. Την ίδια στιγμή όμως συνομίλησα με εκείνο το γέρο στο σταθμό, έλαβα τα λόγια του υπόψη, και αποφάσισα ότι η πορεία προς τον ήλιο δεν είναι να σκοτώνεις τους άλλους, αλλά να μπορέσεις, να απογυμνωθείς από όλα και να συνεχίσεις.

dsc05106

Κ.Σ Η διασημότητα είναι μεγάλο θέμα στη ζωή σου..

Σ.Τ. Νομίζω ότι έγινα πολύ γρήγορα διάσημος. Για ένα παιχνίδι της μοίρας, στο πρώτο έτος της σχολής μου ζήτησε η Βουγιουκλάκη να παίξω στο Λίγο πιο Νωρίς λίγο πιο αργά. Δεν πήγα. Μου ζήτησε η Καρέζη να πάω στον Ορέστη, δεν πήγα γιατί μου ζήτησε ο Λαζάνης να κάνω θέατρο στο Τέχνης. Μου επέτρεψε όμως η ηγεσία του Τέχνης να κάνω τη Φανέλα με το 9. Ο ήχος του όπλου θα παιζόταν μέχρι τα Χριστούγεννα, αλλά πήρε παράταση μέχρι και το Γενάρη του 1988. 13 Γενάρη βάζουμε τις ποδοσφαιρικές σκηνές με τον Παντελή Βούλγαρη, έτσι ώστε αν χτυπήσω να μην επηρεαστεί το Θέατρο. Τυχαίνει λοιπόν, στο γήπεδο της ΑΕΚ, να γυρίσουμε τις σκηνές στο ημίχρονο του αγώνα ΑΕΚ – Εθνικός. Το σκορ ήταν 0-0, και δεν είχαν χρησιμοποιήσει ακόμα τα βεγγαλικά που είχαν για το ματς. Κάνουμε τα γυρίσματα βάζω το γκολ, και επειδή είμασταν στο σημείο που ήταν οι φανατικοί της ΑΕΚ, ανάβουν τα βεγγαλικά, και εγώ ανέβηκα πάνω στα κάγκελα. Χτύπησα όμως στο γόνατο και έπαθα θλάση μαλακών μορίων. Ο γιατρός μου συνέστησε να μείνω μια εβδομάδα εκτός. Στο θέατρο ο Λαζάνης αναγκάστηκε να με αντικαταστήσει για τους υπόλοιπους μήνες με τον Κλέωνα Γρηγοριάδη. Στενοχωρήθηκα, γιατί έμεινα χωρίς δουλειά, αλλά τότε μου πρότεινε ο Αγγελόπουλος να κάνω το Τοπίο στην Ομίχλη, το οποίο δεν θα το έκανα αν έπαιζα ακόμα στον Ήχο του όπλου. Έτσι, από μια συγκυρία ξαφνικά, ενώ οι συμμαθητές μου τέλειωναν το πρώτο έτος, εγώ ήμουν με τον Αλμοδοβάρ και τον Αγγελόπουλο στη Βενετία.    Βλέπεις, δεν υπάρχει ακριβώς λογική στο πώς γίνονται τα πράγματα, για αυτό πρέπει να ακολουθείς την καρδιά σου. Το μυαλό είναι για πρακτικά ζητήματα και μόνο, για να επιβιώνεις. Η καρδιά όμως.. τα πάντα είναι έρωτας. Όταν είσαι σε υψηλές δονήσεις συνομιλείς με τα πράγματα που σε άλλους φαίνονται υπερφυσικά, ή περίεργα.

dsc05151-1

Κ.Σ Παράλληλα κάνεις πρόβες και στη Θεσσαλονίκη για την Αφροδίτη με τη Γούνα. Και τα δυο έργα είναι ακραίων παθών.

Σ.Τ. Ναι, και μάλιστα και εκεί υποδύομαι τρεις διαφορετικούς ρόλους. Υποδύομαι το σκηνοθέτη που θέλει να ανεβάσει το έργο, τον Σεβέριν που είναι ο πλούσιος αργόσχολος εστέτ του 19ου αιώνα, και υποδύομαι και τη γυναίκα, φορώντας τη γούνα, δείχνοντας στην ηθοποιό πώς πρέπει να παίξει το ρόλο της. Ήταν η χρονιά που παίζω 10 ρόλους!

Κ.Σ. Πώς το διαχειρίζεσαι αυτό;

Σ.Τ. Είναι κάτι που με ξεκουράζει πολύ. Την εποχή που έπαιζα τον «Ηλίθιο» του Ντοστογιέφσκι, σε σκηνοθεσία Πατεράκη, έκανα και με τη Σοφία Αλιμπέρτη στην τηλεόραση το σήριαλ «Μια ιδιαιτέρα για κλάματα». Ήταν εντελώς αντιφατικά πράγματα, αλλά εμένα με ξεκουράζουν αυτά. Έχω δυο εαυτούς, ταυτόχρονα. Έχω μια υγιή σχιζοειδή κατάσταση, όπως έλεγε για μένα ο Μίνως Βολανάκης. Φέτος μάλιστα κάνω τα masterclasses μου στη Βιβλιοθήκη Βολανάκη, από τις 2/1. Είναι μια ακόμα επιστροφή. Αυτός ο άνθρωπος έλεγε για μένα ότι είμαι σχιζοειδής προσωπικότητα αλλά με μια υγιή μορφή. Και είναι έτσι. Έχω χωρίσει 15 χρόνια με τη Μαρία, είμαστε γονείς του Αλκιβιάδη, κάνουμε πράγματα μαζί, και είμαστε το ίδιο αγαπημένοι όπως είμασταν πάντα. Ταυτόχρονα, έχω τη φήμη του άπιστου. Μια εποχή τα σκανδαλοθηρικά περιοδικά με είχαν βγάλει τον ορισμό του άπιστου, και ας μην έχω απιστήσει ποτέ. Είναι αυτό που βγάζω ως προσωπικότητα μάλλον. Ήμουν πολύ παντρεμένος, αλλά και πολύ ελεύθερος ταυτόχρονα. Έχω κάνει τόσα καταπληκτικά πράγματα με τεράστιους σκηνοθέτες, αλλά έχω κάνει και εξώφυλλα σε λαϊκά περιοδικά που με έκαναν sex symbol. Έβγαλα λεφτά αλλά δεν είχα να φάω στην Αμερική, χωρίς όμως να κλαίγομαι για τη μιζέρια της ζωής. Υπάρχει το στοιχείο αυτό μέσα μου λοιπόν, να μπορώ να δουλέψω με τον Αγγελόπουλο, το Σκουρλέτη, τη Μπρούσκου, και από την άλλη έχω την άνεση να μπορώ να κάνω ένα λαϊκό σήριαλ, που δεν έχει να σου δώσει κάτι, αλλά απαιτεί να βάλεις την εμπειρία σου σε κάτι πιο απλό. Δε θα έλεγα φτηνό, γιατί τίποτα δεν είναι φτηνό, εκτός από τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε  τα πράγματα. Δεν έχω δυσκολία προσαρμογής. Μπορεί και πάλι η παιδική μου ηλικία να έχει συντελέσει σε αυτό. Προσαρμόζομαι εύκολα. Μπορεί να μιλάω με τη Μπρούσκου πέντε μέρες για μια σκηνή, και ένα άλλο έργο να το ανεβάσω σε πέντε ώρες. Είμαι εύπλαστο υλικό. Ο Bergman έλεγε ότι είμαι βιολί στραντιβάριους. Δεν είμαι όμως πάντα καλός στους ρόλους, αλλά επιστρέφω για να συνομιλήσω με τα ερωτηματικά μου, με συναισθήματα μου.

dsc05085-12

Κ.Σ Υπάρχουν ρόλοι που θα ήθελες να παίξεις;

Σ.Τ. Σίγουρα υπάρχουν ρόλοι που μου ταιριάζουν αισθητικά, αλλά κάθε φορά ο ρόλος που παίζω μου μιλά εκείνη την στιγμή, για κάποιο λόγο. Τελικά κάνω πράγματα γιατί μου μιλάνε. Και φέτος με το Ρομπέρτο Τσούκο, δεν το θυμόμουν το κείμενο ακριβώς και της είπα ότι πρέπει να το διαβάσω, γιατί αν δεν το ένιωθα στην καρδιά μου δεν θα μπορούσα να το κάνω, μόνο γιατί θα ήταν μια καλή δουλειά. Βέβαια, μπορείς να πας σε ένα έργο και αυτό να μη σου λέει τίποτα, αλλά να σου λέει η συνεργασία. Και πάλι όμως θα πρέπει να έρθεις σε επαφή με κάτι. Όταν ήρθα σε επαφή με την Άντζελα, την ερωτεύτηκα πάνω στην κουβέντα μας. Οτιδήποτε και να μου πρότεινε τελικά, θα το δεχόμουν, γιατί ήθελα να δουλέψω μαζί της αφού τη συνάντησα. Έχω λοιπόν κάτι «άλυτο» με την Άντζελα, είναι ένας άνθρωπος που μπορώ να συνομιλήσω. Ακόμα και αν μου έλεγε να παίξω τον τηλεφωνικό κατάλογο, ή να μη μιλάω καθόλου, θα το έκανα (γελώντας). Και το θέατρο Τέχνης, του Κουν. Ναι θα επέστρεφα, αλλά το πώς θα έμπαινα πάλι εκεί είναι σημαντικό. Τώρα 30 χρόνια μετά είμαι στο διπλανό καμαρίνι από αυτό που είχα παλιά, και το μοιράζομαι με τον Κλέωνα Γρηγοριάδη που παίζει σε άλλο έργο, και ο οποίος με αντικατέστησε τότε στον Ήχο του όπλου. Αν δεν είναι αυτά κάτι..

dsc05188-1

Κ.Σ Είναι στα σχέδια σου και ο Προμηθέας Δεσμώτης.

Σ.Τ. Είναι ένα έργο που έκανα στα Θερμοπύλεια, αλλά τώρα θα γίνει με άλλο σκηνοθέτη και άλλη μετάφραση. Ήταν μια καλή προσπάθεια τότε που το έκανα. Θα ξαναδούμε το έργο μέσα από μια άλλη ματιά, κάνοντας τη σκηνοθεσία μαζί με τον Θεόδωρο Εσπίριτου.

Κ.Σ  Έχουν πάντως κάτι κοινό τα έργα αυτά μεταξύ τους. Το φως , το σκοτάδι, ο έρωτας, ο θάνατος, είναι στοιχεία που συναντάμε σε όλα τα έργα που παίζεις φέτος, σαν να υπάρχει μια αδιόρατη γραμμή που τα ενώνει.

Σ.Τ. Ακριβώς. Και ο Προμηθέας είναι ένας επαναστάτης της εποχής του. Είναι ο Τιτάνας που φέρνει το φως, αλλά το γνωρίζει ότι θα τιμωρηθεί για αυτό. Είναι ένας κακός της εποχής του. Διαφορετικοί ρόλοι λοιπόν, αλλά με έντονα κοινά στοιχεία. Είναι όμως κομμάτια του εαυτού μου αυτές οι αμφισημίες. Ευτυχώς όμως δεν ενοχλώ τους άλλους με αυτά τα στοιχεία μου, γιατί νομίζω ότι είμαι συνεργάσιμος, και στις πρόβες είμαι πολύ ανοικτός. Ίσως επειδή δεν το είδα ποτέ ως δουλειά ακριβώς. Αν τη δω κάποια στιγμή ως δουλειά ίσως την παρατήσω κιόλας. Είναι ένα «παιχνίδι».

Κ.Σ Χρειάστηκε ποτέ να κάνεις κάτι για να αποδομήσεις αυτήν την εικόνα του ζεν πρεμιέ, του sex symbol;

Σ.Τ. Το έχω κάνει με διάφορους τρόπους. Με τους Bizoux de Kant, για παράδειγμα έκανα ρόλους που έβγαιναν πολύ διαφορετικοί. Στο θέατρο γίνεται αυτό, αλλά στην τηλεόραση είναι δύσκολο, γιατί κανείς δε θα σε πάρει για να κάνεις κάτι τόσο διαφορετικό. Στο θέατρο έχω κάνει αντιφατικά πράγματα, τα οποία δεν έχουν πάρει τόση διάσταση στον κόσμο όμως. Όταν ήμουν νέος ήταν και πιο δύσκολο, γιατί αναγκαστικά είσαι η ηλικία σου. Τώρα όμως έχω σταματήσει να κάνω καριέρα. Τώρα αρχίζω κ αι το γλεντάω. Δεν ήταν κίνηση καριέρας το να παίξω στο Ρομπέρτο Τσούκο τόσους ρόλους. Ήταν κάτι που το ήθελα. Και ίσως τελικά να με πάρουν και κάποιοι σκηνοθέτες για να παίξω διαφορετικά πράγματα, χωρίς να σκέφτονται ότι είμαι ο Τζώρτζογλου που έκανε τηλεόραση, και είχε αυτήν την πορεία τότε. Μου δίνεται η ευκαιρία να δώσω εξετάσεις πάλι, και όσοι έρθουν να με δουν στην παράσταση αυτή θα καταλάβουν ότι έχω διαφορετικά πρόσωπα.  Μια άλλου είδους πορεία έχω πια, και αυτό είναι και προσωπική μου ανάγκη. Δεν αποποιούμαι όμως κάτι από το παρελθόν μου, ακόμα και τα λάθη μου ήθελα και τα έκανα. Είναι κρίμα να σου δίνει ο Θεός το κλειδί για το ουράνιο τόξο και εσύ να μη ζεις όλα τα χρώματα. Ακόμα και αν το χρώμα είναι το λευκό. Είναι κρίμα αυτός που ζει στο φώς να μην έχει ζήσει και στο σκοτάδι. Δε μετανιώνω για τίποτα που έχω κάνει, όλα κάτι μου έδωσαν. Θεωρούν ότι έχω προδώσει το παρελθόν μου, με κατηγόρησαν για τα σήριαλ που έχω κάνει. Και ας έκανα τελικά τη λιγότερη τηλεόραση από όλους. Έχω κάνει μια ασυνεπέστατη πορεία, αλλά με μεγάλη συνέπεια ωστόσο!

dsc05484-1

Κ.Σ. Μέσα στα πλαίσια της τεράστιας δημιουργικότητας που εισπράττω εντάσσεται και η δημιουργία κοσμημάτων; Πώς προέκυψε αυτό;

Σ.Τ. Ήμουν στην Αμερική, και μου έλειπε η μητέρα μου. Ήμουν με τον Αλκιβιάδη και μου έλειπε η Ελλάδα πολύ. Μου αρέσουν πολύ όμως και τα δαχτυλίδια, αν δεις φωτογραφίες μου από μικρός φοράω κάποιο δαχτυλίδι. Έτσι άρχισα να σχεδιάζω δαχτυλίδια. Είχα πάει κάποια στιγμή στους Δελφούς παίζοντας Ορφικούς ύμνους στα αρχαία, όπου είχε δημιουργηθεί μια περίεργη ένωση με το κοινό, χωρίς να  καταλαβαίνουν απαραίτητα το κείμενο. Έτσι συνδύασα τους ύμνους με 12+1 ιστορίες έρωτα των θεών. Στην ουσία είναι προσευχές. Σχεδίασα αυτά τα κοσμήματα για να κάνω αυτές τις προσευχές με τον εαυτό μου. Δεν ξέρω αν θα συνεχιστεί αυτό. Τα ασημένια είναι η λατρεία μου, έγινε κάτι που το ήθελα και ήταν σημαντικό για μένα. όπως είναι σημαντικό και ένα βιβλίο που παρουσιάζω, το «Νόμος της επιτυχίας», που είναι κατάθεση ψυχής ενός πολύ σπουδαίου ανθρώπου των αρχών του προηγούμενου αιώνα, του Ναπολέοντα Χιλ. Οι άνθρωποι θετικής σκέψης βασίζονται σε αυτόν σήμερα.  Εκείνος συνέλεξε Πλάτωνα, Πυθαγόρα, συνομιλώντας με ανθρώπους της εποχής του που ήταν ιδιαίτερα σημαντικοί στους τομείς τους, και, έχοντας βιώσει μόνο αποτυχίες, έφτιαξε 15+1 νόμους για να καταφέρεις να γίνεις καλός σε όλους τους τομείς της ζωής σου. Το +1 είναι ο Χρυσός κανόνας, που ενώνει τα πάντα. Κι εγώ προσωπικά διαβάζοντας τα, τον κατάλαβα, γιατί έχω βιώσει κι εγώ τις αποτυχίες μου. Συνάντησα το βιβλίο αυτό τυχαία στην Αμερική, όταν περνούσα ένα μαύρο τούνελ, γιατί ήταν μια δύσκολη περίοδος, χωρίς πολύ θέατρο, μένοντας μέσα στο σπίτι χωρίς να κάνω τίποτα…

Κ.Σ Αυτή ήταν και μια απότομη προσγείωση σε σχέση με το παρελθόν εδώ…

Σ.Τ. Δεν μπορείς να φανταστείς… πήγα αλλού.

Κ.Σ Σε άλλαξε αυτό;

Σ.Τ. Νομίζω ναι. Γιατί όταν τρέχεις με ιλιγγιώδεις ταχύτητες, χάνεις πολλά στην πορεία. Αυτό το «αργά» είναι δύσκολο. Είμαι καλός στα έντονα, στα πράγματα με πάθος. Αν μου πεις να πάω αργά, να κάνω meditation, ή να μην κάνω τίποτα..  δεν μπορώ. Σηκωνόμουν, διάβαζα αγγλικά, περίμενα τον Αλκιβιάδη να φάμε, να διαβάσουμε, να πάμε γυμναστήριο. Αυτά. Σε αυτήν την περίοδο, για να πάρω κουράγιο έμπαινα στο Youtube και έτσι έπεσα πάνω στο βιβλίο αυτό. Μετά άρχισα να οραματίζομαι πώς θα μιλούσα για αυτό στην Ελλάδα, στην τωρινή μας κατάσταση, που χρειαζόμαστε να γίνουμε καλύτεροι σε όλους τους τομείς. Είναι σαν να έχεις ένα σπίτι και να καθαρίζεις μόνο ένα δωμάτιο. Στο τέλος θα βρωμίσει και αυτό. Και το έφερε πάλι η συγκυρία. Σε ένα ταξίδι μου στη Θεσσαλονίκη, πήγα μια βόλτα στο φεστιβάλ βιβλίου, και είδα τον εκδότη, μιλήσαμε, κάναμε μια ανάλυση, και από τότε φτιάξαμε μια ομάδα που πηγαίνουμε από πόλη σε πόλη και μιλάμε για αυτό. Το γουστάρω πραγματικά. Λέγοντας αυτά τα πράγματα, τα ακούω κιόλας πάλι, και τα μαθαίνω από την αρχή.

dsc05096-1

Κ.Σ Τι ελπίζεις για το μέλλον;

Σ.Τ Ελπίζω να είναι ο γιος μου καλά, η μάνα μου, και οι άνθρωποι που αγαπώ. Ελπίζω για τη ζωή, η υγεία με νοιάζει. Ναι, να παίζω ρόλους, να έχω χρήματα να επιβιώνω. Αλλά κυρίως υγεία. Και για τον κόσμο, ελπίζω ο Τραμπ να μην πατήσει το κουμπί. Έχει ξανασυμβεί στην ιστορία, με τον Χίτλερ, και στη Ρώμη, που βγαίνουν κάποιοι τρελοί αυτοκράτορες λίγο πριν πέσει η αυτοκρατορία.. κάτι Κόμοδοι, Καλιγούλες. Και τώρα αυτό είναι. Απλά το Χόλυγουντ δεν είχε φανταστεί ποτέ τον Τζόκερ πρόεδρο της Αμερικής. Και καλά με τον Τζόκερ.. τον Batman δεν έχουμε. Πρέπει να τον βρούμε. Ποτέ δεν ξέρεις βέβαια. Δεν ξέρω τι μέλλει γενέσθαι.. θα το παρακολουθήσουμε.

Κ.Σ Σε ευχαριστώ πολύ!

Σ.Τ Κι εγώ!

 

Ευχαριστούμε το «Liar Man» στο Γκάζι για τη φιλοξενία τους στη φωτογράφιση και τη συνέντευξη. 


Διαφήμιση στο Ιντερνετ στο Facebook στο Google Adwords

Διαφήμιση Γρήγορα Εύκολα και Οικονομικά Δείτε Πως!


Σας άρεσε αυτό που διαβάσατε;

Γράψτε το σχόλιο σας για όσα διαβάσατε παραπάνω. Θα χαρούμε να ακούσουμε ότι έχετε να πείτε, γράψτε σε Ελληνικά και σε Greeklish όπως σας βολεύει. Μην ξεχνάτε επίσης ότι μπορείτε να αφήσετε και την κριτική σας για παραστάσεις που έχετε δει  στις Κριτικές Θεάτρου 


One Response to Στράτος Τζώρτζογλου

  1. Γεωργία Ιωνά 21 Δεκεμβρίου 2016 at 20:15 #
    5

    Τι κούκλος!

Αφήστε μια απάντηση