fbpx

Είδαμε τον Οιδίποδα σε διασκευή Robert Icke – Κριτική της Παράστασης

Ο Οιδίποδας , σε μεταγραφή του Robert Icke παρουσιάζεται στη Στέγη, λίγα χρόνια μετά τη μεταφορά του εξαιρετικού The Doctor στο ελληνικό θέατρο. Το ερώτημα που ανακύπτει όταν μια αρχαία τραγωδία μεταφέρεται στο παρόν δεν είναι αν «αντέχει» τον χρόνο, αλλά τι ακριβώς έχει να πει σε αυτόν. Πώς, δηλαδή, ένα κείμενο βαθιά ριζωμένο σε έναν άλλο κόσμο μπορεί να ξαναμιλήσει, όχι ως μνημείο, αλλά ως ζωντανή σκέψη. Ο «Οιδίποδας» του Robert Icke δεν επιχειρεί να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα με την επίκληση της επικαιρότητας ή με εύκολους παραλληλισμούς· αντίθετα, επιλέγει να φωτίσει έναν πυρήνα σύγκρουσης που παραμένει ανοιχτός και άβολος: τη ρήξη ανάμεσα στην αλήθεια και στην ανάγκη να την αντέξουμε. Η τραγωδία δεν εκτυλίσσεται πλέον ως αναπόδραστη μοίρα, αλλά ως αποτέλεσμα μιας επίμονης, σχεδόν εμμονικής αναζήτησης της γνώσης, όπου το ψεύδος δεν λειτουργεί ως απάτη, αλλά ως μηχανισμός αυτοπροστασίας.

  • Κριτική Κάτια Σωτηρίου
  • Ημερομηνία Δημοσίευσης 11/1/2026

Ο Icke δεν αποφεύγει τις συγκρίσεις με πρόσφατα γεγονότα σε αυτή τη διασκευή, η οποία ανοίγει με ένα προεκλογικό βίντεο: ο Οιδίποδας υποψήφιος ηγέτης μιας απροσδιόριστης χώρας, δηλώνει πως σύντομα θα δημοσιοποιήσει το πιστοποιητικό γέννησής του, προκειμένου να εδραιώσει πλήρως την ταυτότητά του. Παράλληλα, δεσμεύεται να διερευνήσει τον θάνατο του προηγούμενου ηγέτη, του Λάιου — χήρα του οποίου είναι πλέον η σύζυγός του, Ιοκάστη. Η δράση εκτυλίσσεται στο κομψό, αποστειρωμένο εκλογικό γραφείο του πολιτικού (σκηνικά της Hildegard Bechtler), τη νύχτα των εκλογών. Εκεί, ο Οιδίποδας περιμένει με αγωνία τα αποτελέσματα, πλαισιωμένος από τον κουνιάδο και διευθυντή της καμπάνιας του, Κρέοντα την κόρη του Αντιγόνη  τους γιους του Ετεοκλή και Πολυνείκη και —προς μεγάλη του έκπληξη— την ηλικιωμένη μητέρα του, Μερόπη η οποία εμφανίζεται απροειδοποίητα. Τη στιγμή που ο Οιδίποδας ετοιμάζεται για μια μακρά νύχτα αναμονής, έρχεται αντιμέτωπος με έναν τυφλό άστεγο μέλος μιας σέχτας, τον Τειρεσία ο οποίος εκστομίζει ζοφερές προφητείες για τη μοίρα του. Ο πολιτικός τις απορρίπτει οργισμένος και διατάζει τις δυνάμεις ασφαλείας να απομακρύνουν τον ανεπιθύμητο επισκέπτη.

Κατά τη διάρκεια των επόμενων δύο αδιάλειπτων ωρών, η Μερόπη ικετεύει κατά διαστήματα να τραβήξει την προσοχή του Οιδίποδα, καθώς έχει κάτι εξαιρετικά σημαντικό να του αποκαλύψει. Εκείνος όμως είναι υπερβολικά απορροφημένος από άλλα ζητήματα για να της δώσει σημασία, διοχετεύοντας την ενέργειά του σε πιο «επείγουσες» ενασχολήσεις, όπως η ερωτική του επαφή με την Ιοκάστη. Όταν τελικά η Μερόπη καταφέρνει να του εξηγήσει πως δεν είναι στην πραγματικότητα η μητέρα του, αλλά πως τον είχε βρει βρέφος εγκαταλελειμμένο στο δάσος, ξεκινά μια αλυσίδα τραγικών αποκαλύψεων που προσδίδουν τη γνωστή από το μύθο σκοτεινή διάσταση στη σχέση του με τη σύζυγό του.

Ο Icke υφαίνει κατ’αρχάς με ευρηματικότητα λεπτές αλλά και πιο ευδιάκριτες αναφορές στο πρωτότυπο έργο καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης. Ωστόσο η μεταγραφή του μύθου απομακρύνεται συνειδητά από την αυστηρή ποιητική φόρμα του Σοφοκλή και επιλέγει μια γλώσσα κοφτή, αναλυτική, με συχνά μελοδραματικούς και όχι πάντοτε απολύτως πειστικούς όρους. Το σύγχρονο ύφος της γραφής παρουσιάζει κατά τόπους αδεξιότητες, δημιουργώντας μια ελαφρώς άβολη τριβή με τα βαριά, υπαρξιακά θέματα του έργου. Το αισιόδοξο αναδρομικό φινάλε, που κλείνει την παράσταση, μοιάζει παράταιρο, σαν να χρειαζόταν υπενθύμιση ότι όλα έχουν ήδη πάει τραγικά στραβά. Εξαιρετικά άστοχο.

Ο λόγος του Οιδίποδα δεν είναι πια τελετουργικός· είναι λόγος εξουσίας, λόγος δημόσιος, λόγος ανθρώπου που έχει μάθει να μιλά μπροστά σε κοινό, να απαντά, να ελέγχει το αφήγημα. Έτσι, η τραγωδία μετατοπίζεται από το πεδίο της μοίρας που θέτει ο Σοφοκλής, στο πεδίο της ευθύνης της γνώσης. Δεν πρόκειται για έναν άνθρωπο που αγνοεί – εδώ ο Icke αμφισβητεί ευθέως την Σοφόκλεια τραγικότητα του ήρωα – αλλά για έναν άνθρωπο που επιμένει να γνωρίσει ακόμη κι αν η γνώση τον καταστρέψει. Ίσως η ανάγκη να σχολιάσει την ανθρώπινη ματαιοδοξία να θέτει εαυτόν στο κέντρο του σύμπαντος ώθησε τον Icke να ξεφύγει από το σημαντικό φιλοσοφικό και οντολογικό σχόλιο του Σοφοκλή για τη σύγκρουση μοίρας και ανθρώπινης επιλογής.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο Οιδίποδας του Icke είναι σύγχρονος πολιτικός νους, παγιδευμένος στην ίδια του τη λογική. Η έρευνα για την αλήθεια θυμίζει εξεταστική επιτροπή, συνέντευξη Τύπου, δημόσια διαδικασία ελέγχου. Ο μύθος μεταγράφεται έτσι σε ένα σχόλιο για τον σύγχρονο άνθρωπο που πιστεύει ότι όλα μπορούν να ελεγχθούν, να αποδειχθούν, να ειπωθούν — μέχρι τη στιγμή που η αλήθεια γίνεται αφόρητη. Επιπλέον, ο Icke, ακολουθώντας τη μοντέρνα λογική της συμπερίληψης, επιλέγει να εντάξει πολλά μοντέρνα στοιχεία στο κείμενο του. Ο Λάιος γίνεται ένας σειριακός παιδεραστής (εδώ ο Icke χρησιμοποιεί με αυθαιρεσία το μύθο του Χρύσιππου, που εκλάπη από τον Λάιο, και ανάγκασε τον Πέλοπα να καταραστεί το Θηβαίο Βασιλιά να πεθάνει από το χέρι του γιου του. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ο Λάιος να γίνει θύτης του Metoo, αλλά όμως να χάσει την τραγική σοφόκλεια μοιραία διαδρομή του, αφού στον πρωτότυπο σοφόκλειο μύθο ο Λάιος παρασύρεται από την Ιοκάστη εν μέσω μεθυσιού και τεκνοποιεί, ενώ αρνείτο πεισματικά να ενδώσει από φόβο μήπως πεθάνει από το χέρι του γιού του). Ταυτόχρονα, η οικογένεια του Οιδίποδα έχει έναν απόλυτα αποδεκτό γκέι γιο, μια οριακά αναιδή αλλά πανέξυπνη κόρη, την Αντιγόνη (η Ισμήνη λείπει εμφατικά), έναν δεύτερο γιο, τον Ετεοκλή που απάτησε τη σχέση του, και μια «γιαγιά» , τη Μερόπη, που ο Οιδίπους φαίνεται για λόγους δραματουργικής οικονομίας να αγνοεί συστηματικά ενώ δίνει χρόνο σε κάθε άλλο ήρωα.

Έτσι, αυτός ο Οιδίποδας μοιάζει κάπως υπερβολικά «καλός για να είναι αληθινός», γεγονός που σε πολλά σημεία υπονομεύει, αντί να ενισχύει, την τραγικότητα της ιστορίας. Το κεντρικό πρόβλημα των σύγχρονων αναγνώσεων του αρχαίου ελληνικού δράματος είναι η απώλεια κάθε αίσθησης μοίρας, αναγκαιότητας, του αναπόφευκτου αποτελέσματος των ανθρώπινων πράξεων. Αντί γι’ αυτό, ο Icke διασπείρει στην αφήγηση πιθανούς δρόμους διαφυγής από το τραγικό τέλος, μετατρέποντας την τραγωδία σε θρίλερ.

Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν και λεπτές προοικονομίες της κορύφωσης, κρυμμένες μέσα σε οικείες, σχεδόν αθώες φράσεις. Ένα τρυφερό «αγάπη μου» προαναγγέλλει τη φρίκη. Αν ορισμένα επεισόδια όπως η επανεγγραφή του αινίγματος της Σφίγγας και η παντελώς φλύαρη σκηνή Αντιγόνης – Κρέοντα θα μπορούσαν εύκολα να είχαν αφαιρεθεί ώστε να περιοριστεί η διάρκεια των 2.20 ωρών.

Κι όμως, αν τα γεγονότα και η γραφή του Icke δεν πείθουν απόλυτα, η ερμηνεία του Νίκου Κουρή καλύπτει σε μεγάλο βαθμό τα δραματουργικά κενά.  Ο Κουρής προσφέρει μια επιβλητική, γεμάτη ένταση ερμηνεία για να καταστήσει την ψυχική κατάρρευση του χαρακτήρα του ακόμη πιο οδυνηρή. Πρόκειται για μια ερμηνεία έντονα σωματική αλλά ταυτόχρονα εσωτερική, που αποφεύγει τον ρητορικό στόμφο και επενδύει στη σταδιακή απογύμνωση του χαρακτήρα. Ο Κουρής δεν υποδύεται έναν «μεγάλο άνδρα που πέφτει», αλλά έναν άνθρωπο που σπάει αργά, καθώς η λογική του —το βασικό του όπλο— μετατρέπεται σε εργαλείο αυτοκαταστροφής. Είναι ίσως η σημαντικότερη ερμηνεία του Νίκου Κουρή στο θέατρο μέχρι σήμερα.

Η Ιοκάστη, όπως προσεγγίζεται στην παράσταση, αποτελεί έναν από τους πιο προβληματικούς ερμηνευτικά άξονες του έργου. Παρά το καλλιτεχνικό εκτόπισμα και τη μακρά θεατρική διαδρομή της Καριοφυλλιάς Καραμπέτη, η ερμηνεία της εδώ μοιάζει αποσυνδεδεμένη από το συναισθηματικό βάρος του ρόλου. Η Ιοκάστη παραμένει σε μεγάλο βαθμό εγκλωβισμένη σε έναν επίπλαστο συναισθηματικά τόνο, χωρίς τις απαραίτητες εσωτερικές διακυμάνσεις που θα επέτρεπαν στον χαρακτήρα να λειτουργήσει ως δραματικός αντίποδας του Οιδίποδα. Η Ιοκάστη δεν μοιάζει ούτε να αγωνιά πραγματικά ούτε να πάσχει, ακόμη και στις στιγμές που το κείμενο απαιτεί ρωγμές, φόβο ή υπαρξιακή απόγνωση – με αποκορύφωμα τη σκηνή που περιγράφει το παρελθόν της με το Λάιο. Το αποτέλεσμα είναι ένας χαρακτήρας που παραμένει θεατρικά παρών αλλά δραματουργικά αδύναμος.

Η ερμηνεία της αποκτά βάθος και ένταση μόλις λίγα λεπτά πριν το τέλος, τη στιγμή που συνειδητοποιεί την αλήθεια της ταυτότητας του Οιδίποδα.  Μετά την αποκάλυψη της αλήθειας, οι σωματικές αλληλεπιδράσεις των δύο ηθοποιών, άλλοτε παθιασμένες και άλλοτε σχεδόν καθημερινές, λένε περισσότερα από οποιαδήποτε λέξη και μας χαρίζουν δυο σκηνές εξαιρετικής σκηνοθετικής σύλληψης και ερμηνευτικής απόδοσης.

Η Ράνια Οικονομίδου στο ρόλο της Μερόπης προσφέρει την ανήσυχη σοφία που χρειάζεται το έργο, με κάποιες έξυπνα διατυπωμένες ατάκες. Ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος αποδεικνύεται ιδιαίτερα εύστοχος ως Κρέοντας, ενσαρκώνοντας έναν χαρακτήρα πλήρως ευθυγραμμισμένο με την έννοια της τάξης και της πειθαρχίας. Η ερμηνεία του προϊδεάζει ξεκάθαρα για τη μετεξέλιξη του προσώπου σε φορέα αυταρχικής εξουσίας, μέσα από τη σταθερή του προσκόλληση στην ιδέα ότι «τα πράγματα οφείλουν να γίνονται με έναν και μόνο τρόπο». Ο Κώστας Νικούλι ανταποκρίνεται με επάρκεια στον ρόλο του Τειρεσία, αν και ο χαρακτήρας του μάντη παραμένει δραματουργικά λιγότερο ενσωματωμένος στη σύγχρονη ανάγνωση του έργου, επιλογή που βαραίνει περισσότερο το ίδιο το κείμενο παρά την ερμηνεία. Από τους υπόλοιπους ρόλους ξεχωρίζει η Δανάη–Αρσενία Φιλίδου, η οποία, ως Αντιγόνη, αφήνει να διαφανεί από νωρίς η μορφή της ηρωίδας που πρόκειται να αναδυθεί. Τέλος, παρά τη σύντομη σκηνική τους παρουσία, οι Τάκης Σακελλαρίου, Γιάννης Τσουμαράκης, Γιώργος Ζιάκας και Χαρά Γιώτα συμβάλλουν με συνοχή και ισορροπία στη συνολική λειτουργία της παράστασης. Ο Σωκράτης Πατσίκας, στο ρόλο του οδηγού του Λάιου προσφέρει μια πολύ συνεκτική ερμηνεία.

Και ενώ η δραματουργία του είναι μάλλον άτσαλη, η σκηνοθεσία του Icke –σημαντική δουλειά έχουν κάνει ο Πρόδρομος Τσινικόρης και ο Νίκος Χατζόπουλος στο ελληνικό ανέβασμα – αποδεικνύεται σε μεγάλο βαθμό ισχυρή: από το ψηφιακό ρολόι στο βάθος της σκηνής που μετρά αντίστροφα όχι μόνο μέχρι την ανακοίνωση των εκλογικών αποτελεσμάτων αλλά και μέχρι τη στιγμή της αποκάλυψης που συντρίβει τις ζωές των χαρακτήρων (ενότητα χρόνου, βεβαίως), έως τα σκηνικά ευρήματα, όπως η σταδιακή απογύμνωση του γραφείου από μια ομάδα εργατών — μια οπτική αντανάκλαση των απωλειών που υφίστανται οι ήρωες.

Στο σύνολο της είναι μια ενδιαφέρουσα μεταγραφή του αρχαίου έργου, που μετατοπίζει σαφώς τη φιλοσοφική ιδέα του Σοφοκλή, και δεν προσφέρει κάθαρση με την παραδοσιακή έννοια. Δεν υπάρχει ανακούφιση, ούτε ηθικό δίδαγμα. Αντίθετα, η παράσταση αφήνει τον θεατή με ένα ερώτημα ανοιχτό: τι κάνουμε όταν η αλήθεια που ζητήσαμε μας ξεπερνά; Ο Icke δεν απαντά· επιμένει όμως να μας κοιτά κατάματα.

Η ταυτότητα της παράστασης

Βασισμένο στον Οιδίποδα Τύραννο του Σοφοκλή, Κείμενο & Σκηνοθεσία: Robert Icke , Σκηνικά: Hildegard Bechtler, Κοστούμια: Wojciech Dziedzic, Φωτισμοί: Natasha Chivers, Συνεργάτρια Φωτισμών: Charlotte Burton, Ήχος: Tom Gibbons , Συνεργάτης Ήχου: Erwin Sterk, Σχεδιασμός Βίντεο: Tal Yarden

Παραγωγή του αρχικού έργου: International Theater Amsterdam

Συντελεστές ελληνικής παραγωγής

Μετάφραση: Νίκος Χατζόπουλος, Σκηνοθετική επιμέλεια ελληνικής παραγωγής: Lizzie Manwaring, Συνεργάτης Σκηνοθέτης: Πρόδρομος Τσινικόρης, Βοηθός Σκηνοθέτριας: Κορίνα Βασιλειάδου, Συνεργάτρια Σκηνογράφου: Μικαέλα Λιακατά , Υπεύθυνη Σκηνικών Αντικειμένων: Αθηνά Μποτωνάκη, Βοηθός Σκηνικών: Μαρία Σταθοπούλου, Συνεργάτρια Ενδυματολόγου: Μαρία Καραπούλιου, Makeup designer: Δήμητρα Γιατράκου

Εκτέλεση Παραγωγής: Ζωή Μουσχή & Ρένα Ανδρεαδάκη

Διανομή: Νίκος Κουρής (Οιδίποδας), Καρυοφυλλιά Καραμπέτη (Ιοκάστη), Λάζαρος Γεωργακόπουλος (Κρέων), Ράνια Οικονομίδου (Μερόπη), Κώστας Νικούλι (Τειρεσίας), Δανάη-Αρσενία Φιλίδου (Αντιγόνη), Γιώργος Ζιάκας (Ετεοκλής), Γιάννης Τσουμαράκης (Πολυνείκης), Τάκης Σακελλαρίου (Μέντωρ), Σωκράτης Πατσίκας (Οδηγός), Χαρά Γιώτα (Ιόλη)

Ελληνική παραγωγή: Στέγη Ιδρύματος Ωνάση

Η παράσταση δεν συνιστάται για παιδιά κάτω των 15 ετών.

Στέγη Ιδρύματος Ωνάση (Συγγρού 107),

Έως 1 Φεβρουαρίου 2026

Κεντρική Σκηνή
Πέμπτη έως Σάββατο στις 20:30, Κυριακή ματινέ στις 14:00

Τετάρτη 14, 21 & 28 Ιανουαρίου 2026 στις 20:30

 

Σχολιάστε

Θέατρο - mytheatro.gr