fbpx

Είδαμε το Σκοτώνουν τα άλογα όταν γεράσουν – Κριτική της Παράστασης

Ο Δημήτρης Καρατζιάς και ο Μάνος Αντωνιάδης μεταφέρουν στη σκηνή του Εν Αθήναις, την βασισμένη σε αληθινά γεγονότα νουβέλα του Horace McCoy «ΣΚΟΤΩΝΟΥΝ ΤΑ ΑΛΟΓΑ ΟΤΑΝ ΓΕΡΑΣΟΥΝ» (They Shoot Horses, Don’t They?). 

  • Κριτική Κάτια Σωτηρίου
  • Ημερομηνία Δημοσίευσης 26/1/2026

Τοποθετημένη στη Σάντα Μόνικα της Καλιφόρνια, την εποχή της Μεγάλης Ύφεσης τη δεκαετία του 1930, η παράσταση εκτυλίσσεται στο σχεδόν υπερβατικό χώρο ενός μαραθωνίου χορού: μιας φαινομενικά ατελείωτης, άυπνης ζώνης όπου η παράσταση και η ελπίδα για νίκη συγχέονται. Ένα μέρος δίχως μέρα και νύχτα, όπου η μπάντα δεν σταματά να παίζει και ο παρουσιαστής δεν παύει να διαλαλεί — να παρακινεί τους χορευτές να χορεύουν, το κοινό να χειροκροτεί και να ρίχνει κέρματα, και το θέαμα να συνεχίζεται απτόητο. Το τυπικό έπαθλο είναι ένα μεγάλο χρηματικό ποσό· όμως από νωρίς γίνεται φανερό ότι ο πραγματικός λόγος που οι χορευτές επιμένουν δεν είναι η νίκη, αλλά η βεβαιότητα ενός πιάτου φαγητού (επτά την ημέρα) και μιας στέγης για όσο διαρκεί ο αγώνας.

Ενώ η ιδέα ενός σύγχρονου μαραθωνίου χορού μπορεί να παραπέμπει σε κάποιο χαρωπό φιλανθρωπικό γεγονός, εκείνος που απεικονίζεται στο They Shoot Horses, Don’t They? μετατρέπεται γρήγορα σε έναν εξαντλητικό, σωματικά και ψυχικά, αγώνα επιβίωσης. Συχνά αποκαλούμενοι «παραστάσεις κάλων» ή «καρναβάλια ποδοπατημένων κορμιών», αυτοί οι φαινομενικά εύθυμοι διαγωνισμοί αντοχής του μαραθωνίου χορού, πήραν σκοτεινές αποχρώσεις όσο η Μεγάλη Ύφεση βάραινε τις ζωές των ανθρώπων μέσα στη δεκαετία του ’30. Ο κομπέρ Ρόκι περιγράφει ωμά τη διαστρεβλωμένη γοητεία που ασκεί το θέαμα στους θεατές: «Το μόνο που θέλουν είναι να δουν λίγη δυστυχία εκεί πάνω, για να νιώσουν λίγο καλύτερα ίσως. Έχουν δικαίωμα σ’ αυτό.»

Βασισμένη στο μυθιστόρημα του Χόρας ΜακΚόι, η παράσταση που σκηνοθέτησε ο Δημήτρης Καρατζιάς αποκαλύπτει τη συλλογική μας έλξη προς τον ανθρώπινο πόνο που εκτίθεται προς τέρψιν, καθώς και την αποκαρδιωτική ψευδαίσθηση του χολιγουντιανού ονείρου. Ίσως, τελικά, αυτά τα δύο να είναι απλώς οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Ο διαγωνισμός, που λαμβάνει χώρα σε μια αίθουσα χορού στην προβλήτα της Σάντα Μόνικα, τρέφεται από τα απομεινάρια του χολιγουντιανού εργοστασίου των ονείρων. Το πλήθος των συμμετεχόντων περιλαμβάνει επίδοξους ηθοποιούς, που σκαρφαλώνουν με τα νύχια και με τα δόντια στα περιθώρια της διασημότητας, σταδιακά απογυμνώνοντας το Χόλυγουντ και αποκαλύπτοντάς το γι’ αυτό που πραγματικά είναι: μια λαμπερή απάτη.

Η σκηνοθεσία του Δημήτρη Καρατζιά είναι υποδειγματική, καθώς καταφέρνει όχι μόνο να οργανώσει ένα μεγάλο καστ σε έναν μικρό χώρο, αλλά καθώς η παράσταση εξελίσσεται, αποτυπώνει απόλυτα την αρχική πρόθεση του έργου: ο μαραθώνιος χορού παύει οριστικά να μοιάζει με διαγωνισμό και μετατρέπεται σε μια σχεδόν ανθρωποφαγική τελετουργία.

Με σαφή διαφορετικό ρυθμό μεταξύ των δυο μερών (η παράσταση διαρκεί 150 λεπτά με ένα μικρό διάλειμμα) η σκηνοθεσία του Καρατζιά χτίζει πάνω στα όρια της αντοχής, αλλά και στα όρια του αδηφάγου καπιταλιστικού ονείρου. Δεν πρόκειται πλέον για δοκιμασία αντοχής, αλλά για μια διαδικασία αργής κατανάλωσης των σωμάτων. Ο χορός είναι ανελέητος, χωρίς νόημα και χωρίς χαρά. Οι χορογραφίες και οι δοκιμασίες γίνονται πιο άγριες, και η παράσταση συνεχίζεται ασταμάτητα. Η αξιοπρέπεια αφαιρείται, και αντικαθίσταται από μια απελπισμένη, ψεύτικη μάσκα χαράς.

Οι συμμετέχοντες δεν ανταγωνίζονται απλώς μεταξύ τους· προσφέρονται, άθελά τους, ως θέαμα προς βρώση. Το κοινό μέσα στο έργο –και κατ’ επέκταση το πραγματικό κοινό– παρακολουθεί τη σταδιακή εξάντληση σαν κάτι αναμενόμενο, σχεδόν απαραίτητο. Η ανθρώπινη κατάρρευση γίνεται μέρος της ψυχαγωγίας, η φθορά αποκτά ρυθμό, και ο μαραθώνιος λειτουργεί ως μικρογραφία μιας κοινωνίας που τρέφεται από την αποτυχία των πιο αδύναμων. Σε αυτό το πλαίσιο, στην παράσταση ο χορός δεν είναι πια κίνηση· είναι μηχανισμός εξόντωσης με μουσική υπόκρουση. Η νίκη δεν ανήκει στους διαγωνιζόμενους· ανήκει στους θεατές. Η “νίκη” βρίσκεται στον πόνο, στην εξάντληση, στην εσφαλμένη ελπίδα που εκτίθεται στο κοινό. Όσο περισσότερο οι θεατές παρακολουθούν τους χορευτές, τόσο περισσότερο όλοι αρχίζουν να μοιάζουν με θύματα.

Οι ηθοποιοί της παράστασης λειτουργούν ως ένα ενιαίο, συλλογικό σώμα που σταδιακά αποδομείται μπροστά στα μάτια του θεατή. Οι ερμηνείες τους δεν βασίζονται στη ρητορική ένταση ή στη θεατρική εξωστρέφεια, αλλά σε μια βαθιά σωματική αλήθεια. Κάθε βήμα, κάθε λύγισμα, κάθε μικρή απώλεια ρυθμού αποκτά δραματουργικό βάρος. Η κούραση δεν υποδύεται· εγγράφεται πάνω στα σώματα, στον ιδρώτα, στη βαριά αναπνοή, στα βλέμματα που σταδιακά αδειάζουν. Ιδιαίτερα ισχυρή είναι η αίσθηση ότι οι χαρακτήρες δεν παλεύουν για τη νίκη, αλλά για την παράταση. Οι ηθοποιοί αποδίδουν με ακρίβεια αυτή τη λεπτή ψυχολογική μετάβαση: από την ελπίδα στην παραίτηση, από την επιθυμία στη μηχανική επιβίωση. Οι μεταξύ τους σχέσεις —στιγμές αλληλεγγύης, σιωπηλές συμμαχίες, μικρές εκρήξεις ανταγωνισμού— αποκαλύπτουν έναν κόσμο όπου η ανθρώπινη επαφή είναι ταυτόχρονα παρηγοριά και απειλή.

Ο Νίκος Ιωαννίδης, στον ρόλο του κομπέρ, ενσαρκώνει με ανατριχιαστική ακρίβεια την απρόσωπη εξουσία του θεάματος. Δεν πρόκειται για έναν απλό παρουσιαστή, αλλά για τον ζωντανό μηχανισμό που ρυθμίζει τον ρυθμό της εξάντλησης.

Ο Γιώργος Σεϊταρίδης στον ρόλο του Ρόμπερτ αποδίδει με λιτότητα και εσωτερικότητα έναν χαρακτήρα που μοιάζει να στέκεται στο μεταίχμιο ανάμεσα στη συμμετοχή και την αποστασιοποίηση. Η ερμηνεία του βασίζεται σε μια συγκρατημένη σωματικότητα και σε βλέμματα που κουβαλούν κόπωση και σιωπηλή παρατήρηση.

Η Τριανταφυλλιά Ταμπαλιάκη στον ρόλο της Gloria δίνει μια ερμηνεία βαθιά τραυματισμένη και ταυτόχρονα εκρηκτική. Η Gloria δεν παρουσιάζεται ως απλό θύμα, αλλά ως μια γυναίκα που κουβαλά ήδη μέσα της την κατάρρευση. Η Ταμπαλιάκη ισορροπεί με δεξιοτεχνία ανάμεσα στην επιθετικότητα και την απελπισία, αφήνοντας τη βία του χαρακτήρα να αναδυθεί ως αποτέλεσμα μιας ακραίας εσωτερικής πίεσης.

Η Ορνέλα Λούτη, στον ρόλο της Άλις, αποδίδει με ευαισθησία μια μορφή που μοιάζει να αιωρείται ανάμεσα στην ελπίδα και στην παραίτηση, στο ρόλο της αυτοαποκαλούμενης σταρ που παραπαίει συναισθηματικά – η Λούτη μας χαρίζει μια έξοχη σκηνή συναισθηματικής και ψυχικής κατάρρευσης. Στο ίδιο μήκος κύματος και η Χριστίνα Σαμπανίκου, με βλέμματα που κουβαλούν κόπωση και σιωπηλή παράκληση για παράταση.

Ο Νικόλας Μπράβος και ο Στέφανος Κακαβούλης φέρουν ερμηνείες γεμάτες σωματικότητα και εύθραυστο βάθος, ενώ ο Σωτήρης Μεντζέλος, ο Θάνος Κρομμύδας και ο Αντώνης Αντωνίου προσδίδουν στο σκηνικό μια γήινη, βιωματική αύρα που ενισχύει τη συναισθηματική πύκνωση. Η Αγάπη Παπαθανασιάδου αναδεικνύει την κοινωνική αντίφαση της εποχής ως  Πρόεδρος της Επιτροπής Μητέρων, ενώ η Δήμητρα Κολλά στο ρόλο της νοσοκόμας είναι αμείλικτα παρατηρητική, με μεγάλη ικανότητα να κρύβει την ενσυναίσθηση της. Η Γιάννα Σταυράκη δίνει μια ακόμα συγκινητική ερμηνεία, με μια σύντομη αλλά καίρια παρουσία καθόλη τη διάρκεια της παράστασης.

Ο Ευάγγελος Ανδρέας Εμμανουήλ, η Όλγα Θανασιά, η Αλεξάνδρα Γαϊδατζή και η Παρασκευή Αλίρη ολοκληρώνουν το σύνολο με ερμηνείες που λειτουργούν σαν παλλόμενες μορφές της συλλογικής κατάρρευσης. Όλοι μαζί συνθέτουν έναν σκηνικό χορό που μοιάζει λιγότερο με παράσταση και περισσότερο με ζωντανό, επώδυνο ντοκουμέντο.

Η σκηνογραφική πρόταση του Γιώργου Λυντζέρη ξεδιπλώνεται δυναμικά από τη σκηνή έως το φουαγιέ, δημιουργώντας έναν χώρο που θυμίζει ζωντανό, πολύχρωμο νυχτερινό κλαμπ – έναν λαμπερό, αλλά παγιδευτικό μικρόκοσμο, όπου όλα μετατρέπονται σε θέαμα. Ο φωτισμός (Βαγγέλης Μούντριχας – Σεμίνα Παπαλεξανδροπούλου) εναλλάσσεται αριστοτεχνικά ανάμεσα σε ήπιες και απότομες εντάσεις, με πυκνές σκιές που κάνουν τα σώματα να μοιάζουν φευγαλέα, σαν να αιωρούνται λίγο πριν καταρρεύσουν. Η μουσική του Μάνου Αντωνιάδη, με έντονες εξάρσεις και υπόγειες διακυμάνσεις, λειτουργεί σαν ο παλμός της παράστασης, ενώ οι χορογραφίες της Ναταλίας Βαγενά αναδεικνύουν σωματικά τη φθορά, με ρυθμούς που σταδιακά βαραίνουν, ακολουθώντας την κάμψη των χαρακτήρων.

Η παράσταση «Σκοτώνουν τ’ άλογα όταν γεράσουν» δεν προσφέρει καταφύγιο στον θεατή· αντίθετα, τον εκθέτει, τον αναγκάζει να σταθεί απέναντι στην ανθρώπινη εξάντληση, την κοινωνική αδιαφορία και την ψευδαίσθηση της προόδου. Οι επιπτώσεις της μεγάλης αυτής οικονομικής κρίσης αποτυπώνονται με σκληρό τρόπο πάνω στα σώματα των ασθενέστερων λαϊκών τάξεων και των νέων, που γίνονται αντικείμενα αδυσώπητης και απάνθρωπης εκμετάλλευσης και η σκηνή γίνεται καθρέφτης ενός κόσμου που έχει πάψει πια να προσφέρει νόημα ή λύτρωση. Είναι ένα έργο που δεν ζητά απλώς να το δεις, αλλά να το αντέξεις. Και ίσως εκεί, μέσα στην αντοχή, να κρύβεται το πιο πολύτιμο ίχνος αλήθειας που έχει να προσφέρει.

Συντελεστές

Συγγραφέας: Horace McCoy 
Μετάφραση, διασκευή: Δημήτρης Καρατζιάς – Μάνος Αντωνιάδης
Σκηνοθεσία, δραματουργική επεξεργασία: Δημήτρης Καρατζιάς 
Πρωτότυπη μουσική / Ηχητικό τοπίο / Τραγούδια – Στίχοι: Μάνος Αντωνιάδης
Σκηνικά – Κοστούμια: Γιώργος Λυντζέρης 
Σχεδιασμός φωτισμών: Βαγγέλης Μούντριχας – Σεμίνα Παπαλεξανδροπούλου
Χορογράφος: Ναταλία Βαγενά
Φωτογραφίες promotion: Νίκος Ζαχαρόπουλος
Βοηθός Φωτογράφου: Όλγα Ανδιάρη
Φωτογραφίες παράστασης: Χριστίνα Φυλακτοπούλου
Αφίσα: Γιάννης Κεντρωτάς
Trailer : ORKI Productions 
Βοηθοί Σκηνοθέτη: Λάμπρος Τζώρας, Ελένη Μαζνώκη 
Κατασκευή μάσκας: Ελένη Σουμή
Μοδίστρα: Trungel -Nagy Mònika
Εκτυπώσεις / Στάμπες: NtsPrints
Πρόγραμμα παράστασης / κείμενο: Εκδόσεις Αιγόκερως
Επικοινωνία / Προώθηση παράστασης: Νταίζη Λεμπέση 
Οργάνωση παραγωγής: Δήμητρα Γεωργοπούλου 
Παραγωγή: ΤΕΑΜ VAULT ΑΜΚΕ

Παίζουν: Νίκος Ιωαννίδης, Γιώργος Σεϊταρίδης, Τριανταφυλλιά Ταμπαλιάκη, Ορνέλα Λούτη, Δήμητρα Κολλά, Νικόλας Μπράβος, Στέφανος Κακαβούλης, Χριστίνα Σαμπανίκου, Σωτήρης Μεντζέλος, Αντώνης Αντωνίου, Θάνος Κρομμύδας, Αγάπη Παπαθανασιάδου, Ευάγγελος Ανδρέας Εμμανουήλ, Όλγα Θανασιά, Αλεξάνδρα Γαϊδατζή, Παρασκευή Αλίρη και η Γιάννα Σταυράκη. 

Θερμές ευχαριστίες για την πολύτιμη βοήθεια τους, στους: Βίκυ Σδούγκου (Βεστιάριο Gardaroba), Γιάννη Οικονομίδη (παντομίμα), Γιώργο Νικολαΐδη (κομμώσεις), Κατερίνα Καρατζιά (μακιγιάζ), Κωνσταντίνο Θεοδωρακάκη (παρασκήνιο).

Σχολιάστε

Θέατρο - mytheatro.gr