To Γάλα σε σκηνοθεσία Μάνου Καρατζογιάννη και Ερμίνας Κυριαζή παρουσιάζεται στο Θέατρο Σταθμός για τρίτη συνεχή χρονιά, φτάνοντας σε λίγες ημέρες τις 150 παραστάσεις, γεγονός που δεν λειτουργεί απλώς ως επιβεβαίωση της απήχησής της στο κοινό, αλλά ως ένδειξη μιας σπάνιας αντοχής στο χρόνο. Πρόκειται για ένα έργο που δεν εξαντλείται στη συγκυρία του, ούτε περιορίζεται σε μια συγκεκριμένη κοινωνική στιγμή. Αντιθέτως, επανέρχεται για να μας θυμίσει ότι ο πυρήνας του θεάτρου βρίσκεται στη σύγκρουση των ανθρώπινων δεσμών, εκεί όπου η ιδιωτική μνήμη τέμνεται με τη συλλογική ιστορία.
- Κριτική Κάτια Σωτηρίου
- Ημερομηνία Δημοσίευσης 2/2/2026

Το έργο του Βασίλη Κατσικονούρη αρθρώνεται γύρω από μια οικογένεια μεταναστών, παγιδευμένη ανάμεσα σε δύο γλώσσες, δύο πατρίδες και, κυρίως, δύο διαφορετικές εκδοχές του ίδιου τραύματος. Το «γάλα», ως λέξη και ως σύμβολο, λειτουργεί πολυσημειακά: είναι τροφή, μητρική φροντίδα, μνήμη παιδική, αλλά και κάτι που μπορεί να ξινίσει, να αλλοιωθεί, να γίνει βάρος. Η παράσταση αξιοποιεί αυτό το σύμβολο όχι ως ευφυολόγημα, αλλά ως δραματουργικό άξονα που διατρέχει τις σχέσεις των προσώπων.
Θεματικά, το έργο συνομιλεί με ζητήματα μετανάστευσης, ψυχικής νόσου, οικογενειακής ευθύνης και σιωπής. Ωστόσο, η δύναμή του δεν έγκειται στην παράθεση κοινωνικών προβλημάτων, αλλά στον τρόπο με τον οποίο αυτά ενσωματώνονται στην καθημερινή, σχεδόν ασφυκτική συνύπαρξη των ηρώων. Η οικογένεια δεν παρουσιάζεται ως καταφύγιο, αλλά ως πεδίο διαρκούς διαπραγμάτευσης, όπου η αγάπη συνυπάρχει με την ενοχή και η φροντίδα με την αδυναμία επικοινωνίας.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά στην παράσταση που σκηνοθέτησε ο Μάνος Καρατζογιάνης η θεματική της ψυχικής ασθένειας, η οποία δεν αντιμετωπίζεται ούτε με μελοδραματισμό ούτε με ψυχρή αποστασιοποίηση. Αντιθέτως, εγγράφεται οργανικά στη δραματουργία, ως μια κατάσταση που διαμορφώνει τις ζωές όλων και όχι μόνο του προσώπου που τη φέρει. Η ασθένεια εδώ δεν είναι «θέμα», αλλά συνθήκη: ένας αόρατος συνομιλητής που καθορίζει ρυθμούς, επιλογές και σιωπές. Η περίπτωση του Λευτέρη, του μικρού γιου που πάσχει από σχιζοφρένεια, φωτίζει με ιδιαίτερη ένταση την ανάγκη επιστροφής σε έναν προγενέστερο, προστατευμένο χρόνο της ζωής. Ο ήρωας αυτός ενσαρκώνει την ακραία εμπειρία της απάτριδης ύπαρξης, εκεί όπου η αίσθηση του ξεριζωμού δεν περιορίζεται στον έξω κόσμο, αλλά διαπερνά ακόμη και τον στενό κύκλο της οικογένειας. Ο οικογενειακός δεσμός, που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως τελευταίο καταφύγιο, αποδεικνύεται ανίκανος να τον χωρέσει και να του προσφέρει έναν σταθερό τόπο αναφοράς. Απέναντι σε έναν αδελφό που κινείται ανάμεσα στον υπολογισμό και σε μια τυπική, σχεδόν μηχανική προσφορά, το μόνο που τελικά εισπράττει είναι η απόσταση και η άρνηση. Έτσι, ο ήρωας οδηγείται σταδιακά σε έναν χώρο υπαρξιακής εξορίας, σε μια περιοχή όπου το ανήκειν δεν αποτελεί πλέον δυνατότητα, αλλά μια χαμένη υπόσχεση. Οι ευτυχισμένες μνήμες της παιδικής ηλικίας στη Γεωργία δεν ανακαλούνται απλώς ως νοσταλγία, αλλά κορυφώνονται σε μια τελετουργική αναπαράσταση μιας εμπειρίας που δεν βίωσε ποτέ: του θηλασμού. Η σκηνή αυτή λειτουργεί σχεδόν ψυχοθεραπευτικά, ως μια συμβολική πράξη αναπλήρωσης και προστασίας. Ο θηλασμός γίνεται για τον ήρωα το ύστατο καταφύγιο απέναντι σε έναν κόσμο που τον απειλεί και τον καταδιώκει. Μέσα από αυτή την τελετουργική παλινδρόμηση, ο Λευτέρης επιστρέφει σε μια νεογνική κατάσταση απόλυτης εξάρτησης και ασφάλειας.

Η σκηνοθετική ματιά με ανθρώπινο τόνο δείχνει εμπιστοσύνη στο υλικό και στους ηθοποιούς, επιτρέποντας στις σχέσεις να αναπτυχθούν με τον δικό τους ρυθμό. Οι ερμηνείες των τεσσάρων ηθοποιών αποτελούν τον βασικό πυλώνα της παράστασης. Το υποκριτικό σύνολο λειτουργεί με αξιοσημείωτη συνοχή, χωρίς να επιδιώκει ατομικές κορυφώσεις εις βάρος της συλλογικής αφήγησης. Κάθε ρόλος αρθρώνεται με σαφή εσωτερική λογική, ενώ οι μεταξύ τους σχέσεις αποδίδονται με λεπτές μετατοπίσεις στον τόνο, στο βλέμμα, στη σωματική στάση.

Η Στέλλα Γκίκα στο ρόλο της μάνας αποτελεί τον συναισθηματικό πυρήνα της οικογενειακής συνθήκης και η ερμηνεία της αρθρώνεται γύρω από μια διαρκή εσωτερική αντίφαση: την ανάγκη για απόλυτη φροντίδα και την αδυναμία ουσιαστικής επικοινωνίας. Η ερμηνεία της αποφεύγει τη στερεοτυπική εικόνα της «μάνας-μάρτυρα» και προτείνει μια πιο σύνθετη ανάγνωση: μια γυναίκα που αγαπά βαθιά, αλλά δεν ξέρει πώς να προστατεύσει χωρίς να πνίξει. Η φωνή της, άλλοτε κοφτή και άλλοτε σχεδόν ψιθυριστή, αποτυπώνει τη διαρκή της ταλάντευση ανάμεσα στον έλεγχο και την απόγνωση, ανάμεσα στην ανάγκη να γίνει γκριέκα, για να είναι αποδεκτή και εκείνη και η οικογένεια της και το φόβο της μη χάσει αυτά τα προνόμια. Η σκηνική της παρουσία αποφεύγει τη μονοδιάστατη εικόνα της αυτοθυσιαζόμενης μάνας, προτείνοντας μια πιο σύνθετη μορφή, όπου η αγάπη συνυπάρχει με τον έλεγχο και η στοργή με τον φόβο της απώλειας. Μέσα από μικρές μεταβολές στον τόνο της φωνής και στη σωματική στάση, αποτυπώνεται η εξάντληση μιας γυναίκας που έχει επωμιστεί την ευθύνη της οικογενειακής συνοχής.
Η ερμηνεία του Μάνου Καρατζογιάννη στον ρόλο του μικρού γιου που πάσχει από σχιζοφρένεια συνιστά έναν από τους πιο λεπτούς και απαιτητικούς άξονες της παράστασης. Ο ηθοποιός αποφεύγει την απλή εξωτερική μίμηση της ψυχικής διαταραχής και δεν καταφεύγει σε σχηματικές ή κραυγαλέες εκφραστικές λύσεις. Αντίθετα, οικοδομεί τον ρόλο μέσα από έναν εσωτερικό ρυθμό αστάθειας, όπου ο λόγος, το σώμα και το βλέμμα μοιάζουν να μην συγχρονίζονται πλήρως. Η απορρύθμιση δεν παρουσιάζεται ως διαρκής ένταση, αλλά ως μια εύθραυστη ισορροπία που μπορεί να διαρραγεί ανά πάσα στιγμή. Η παρουσία του στη σκηνή δημιουργεί μια υπόγεια αγωνία, ακριβώς επειδή η απειλή δεν προκύπτει από την έκρηξη, αλλά από τη σιωπή, την παύση, την αδυναμία σύνδεσης με τον εξωτερικό κόσμο. Πρόκειται για μια ερμηνεία υψηλής ακρίβειας και σεβασμού, που φωτίζει την ανθρώπινη διάσταση της ασθένειας χωρίς να τη μετατρέπει σε θέαμα.
Σε αντιστικτική σχέση με αυτή τη σκηνική ευθραυστότητα, η ερμηνεία του Δημήτρη Πασσά στον ρόλο του μεγάλου γιου προσφέρει ένα διαφορετικό, αλλά εξίσου ουσιαστικό δραματουργικό βάρος. Ο χαρακτήρας του ενσαρκώνει τη φιγούρα εκείνου που καλείται να λειτουργήσει ως ενδιάμεσος κρίκος ανάμεσα στην οικογενειακή ευθύνη και την προσωπική του επιθυμία για απόσταση. Ο Πασσάς αποδίδει με μέτρο και εσωτερικότητα τη συσσωρευμένη κόπωση, την καταπιεσμένη οργή και την αίσθηση ματαίωσης ενός ανθρώπου που ωριμάζει πρόωρα, αναλαμβάνοντας ρόλους που δεν του αναλογούν. Η ερμηνεία του δεν επιδιώκει συναισθηματικές εξάρσεις, αλλά βασίζεται στη σταδιακή αποκάλυψη της φθοράς, μέσα από μικρές ρωγμές στον λόγο και στη στάση του σώματος. Έτσι, ο μεγάλος γιος αναδεικνύεται όχι ως αντίβαρο, αλλά ως παράλληλο θύμα της ίδιας οικογενειακής συνθήκης, συμπληρώνοντας με ακρίβεια και βάθος το υποκριτικό σύνολο της παράστασης.

Η Δήμητρα Βήττα ως αρραβωνιαστικιά του μεγάλου γιου λειτουργεί ως εξωτερικό βλέμμα πάνω στην οικογένεια και ως φορέας μιας κανονικότητας που παραμένει διαρκώς μετέωρη. Η ερμηνεία της διακρίνεται για τη διακριτικότητα και τη συγκράτηση, αποτυπώνοντας την αμηχανία, αλλά και την ειλικρινή πρόθεση κατανόησης ενός κόσμου που δεν της ανήκει. Μέσα από τη σιωπηλή της παρουσία, γίνεται εμφανές το όριο ανάμεσα σε αυτόν που επιλέγει να εμπλακεί και σε εκείνον που κινδυνεύει να απορροφηθεί ολοκληρωτικά από το οικογενειακό βάρος.
Συνολικά, Το Γάλα στο Θέατρο Σταθμός επιβεβαιώνει ότι πρόκειται για μια παράσταση που δεν εξαντλείται σε εύκολες αναγνώσεις. Με επίκεντρο τη θεματική της οικογενειακής μνήμης, όπως αυτή εγγράφεται στο σώμα, στη σιωπή και στη διαγενεακή εμπειρία του τραύματος, και με ερμηνείες υψηλής ακρίβειας και βαθιάς εσωτερικής έντασης, η παράσταση προτείνει ένα θέατρο ουσιαστικό και απαιτητικό. Ένα θέατρο που δεν επιδιώκει την άμεση ή εύκολη συγκίνηση, αλλά επιμένει στη στοχαστική εμπλοκή του θεατή, θέτοντας ερωτήματα γύρω από την ευθύνη, τη φροντίδα και τα όρια της οικογενειακής αγάπης, ερωτήματα που δεν κλείνουν με την αυλαία, αλλά συνεχίζουν να αντηχούν επίμονα και μετά το τέλος της παράστασης.
Σκηνοθεσία: Μάνος Καρατζογιάννης – Ερμίνα Κυριαζή
Ερμηνεύουν: Δήμητρα Βήττα, Στέλλα Γκίκα, Μάνος Καρατζογιάννης, Δημήτρης Πασσάς
Σκηνικά – κοστούμια: Άγγελος Αγγελής
Μουσική: Νεοκλής Νεοφυτίδης
Σχεδιασμός φωτισμών: Άγγελος Παπαδόπουλος
Βοηθός σκηνοθέτη: Φίλιππος Παπαθεοδώρου
Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή, Σπύρος Περδίου
Βίντεο προώθησης: Ηλίας Μόσχοβας
Παραγωγή: Πολιτισμός Σταθμός Θέατρο