Το «Χορεύοντας στη Λούνασα», που παρουσιάζεται φέτος στο θέατρο Κάτω από τη Γέφυρα σε σκηνοθεσία Νίκου Δαφνή, έκανε πρεμιέρα το 1990 στο Δουβλίνο. Ο Μπράιαν Φριλ ήταν απόλυτα συγκεκριμένος ως προς τον χρόνο και τον τόπο της δράσης, τοποθετώντας το έργο τον Αύγουστο του 1936 στο Ντόνεγκαλ. Περιγράφει μια εποχή που έχει πλέον παρέλθει. Πρόκειται για μια ανάμνηση του Μάικλ από την παιδική του ηλικία και τη διαμόρφωσή του μέσα στο σπίτι των Μάντι, όπου ζούσε με τη μητέρα του Κρις, και τις θείες του: την Κέιτ , τη Μάγκι, την Άγκνες, και τη Ρόουζ . Ο αδελφός τους και θείος του, ο πατέρας Τζακ επιστρέφει έχοντας δει τις θρησκευτικές του βεβαιότητες να μεταβάλλονται μέσα από τη ιεραποστολική του ζωή στην Ουγκάντα. Ο Μάικλ είναι ένα «παιδί εκτός γάμου», καθώς η μητέρα του δεν έχει παντρευτεί. Ο πατέρας του, ο Τζέρι είναι ένας γοητευτικός αλλά αναξιόπιστος Ουαλός, που εμφανίζεται σποραδικά, τάζει τα πάντα και εξαφανίζεται το ίδιο γρήγορα.
Αυτοί οι δύο άνδρες αποτελούν τις μοναδικές ανδρικές επιρροές στη διαμόρφωσή του. Ωστόσο, η μητέρα του Κρις και οι τέσσερις αδελφές της είναι οι κυρίαρχες μορφές στη ζωή του. Ο Μάικλ ανακαλεί όσα θυμάται από εκείνον τον Αύγουστο, όταν η παγανιστική γιορτή της Λούνασα συγκρούστηκε με τις κυρίαρχες αξίες του καθολικισμού. Μια γιορτή που είχε στον πυρήνα της τον χορό.
- Κριτική Κάτια Σωτηρίου
- Ημερομηνία Δημοσίευσης 23/3/2026

Το έργο «Χορεύοντας στη Λούνασα», είναι ένα έργο μνήμης μέσα από την οπτική του αφηγητή, τον οποίο ερμηνεύει με ευαισθησία ο Νίκος Καραστέργιος, καθώς αναπολεί ένα συγκεκριμένο καλοκαίρι της παιδικής του ηλικίας. Η απουσία του ως παιδιού από τις σκηνές λειτουργεί ως μια διαρκής υπενθύμιση προς το κοινό ότι αυτό που παρακολουθεί είναι μια ανάμνηση, προσδίδοντας στην αφήγηση έναν έντονα προσωπικό χαρακτήρα.
Η σκηνοθετική προσέγγιση του Νίκου Δαφνή είναι μετρημένη και ευαίσθητη. Υπηρετεί το κείμενο με σεβασμό, αφήνοντας χώρο στους χαρακτήρες να αναπνεύσουν. Οι ρυθμοί είναι αργοί, σχεδόν τελετουργικοί σε στιγμές, και αυτό ίσως απαιτεί από τον θεατή μια ιδιαίτερη προσήλωση. Όμως η ανταμοιβή είναι ουσιαστική: μια βαθύτερη κατανόηση των προσώπων και των αόρατων δεσμών που τα ενώνουν.

Ο Δαφνής προσεγγίζει το έργο με εμφανή διάθεση απογύμνωσης. Αποφεύγει τη λαογραφική αναπαράσταση και δημιουργεί έναν χώρο όπου το σπίτι των αδελφών είναι μεν ο χώρος δράσης, αλλά ταυτόχρονα και μια ψυχική κατάσταση. Η επιλογή αυτή επιτρέπει στο έργο να αποκοπεί από το ιστορικό του πλαίσιο και να λειτουργήσει πιο καθολικά. Δεν βλέπουμε απλώς πέντε γυναίκες στην Ιρλανδία του ’30, αλλά ανθρώπους σε μια διαρκή εκκρεμότητα ανάμεσα στην επιθυμία και στον περιορισμό. Το σκηνικό που έφτιαξε η Ελένη Σουμή είναι οικείο και ζεστό, ενώ η πληθώρα αντικειμένων, με πιο χαρακτηριστικό το ραδιόφωνο Marconi, αποκτά συμβολική διάσταση, αντανακλώντας με πολλούς τρόπους τη σύγχυση και τη συνύπαρξη ανάμεσα στην αγροτική και τη σύγχρονη ζωή. Η οικειότητα του πίσω χώρου στο Κάτω από τη Γέφυρα επιτρέπει στη σκηνή να αντικατοπτρίσει τη στενά δεμένη, σχεδόν αυτάρκη κοινότητα του Ballybeg. Η εγγύτητα σκηνής και κοινού ενισχύει την αίσθηση συμμετοχής. Δεν υπάρχει απόσταση ασφαλείας. Ο θεατής βρίσκεται σχεδόν μέσα στο σπίτι των αδελφών, γίνεται μάρτυρας των μικρών και μεγάλων τους στιγμών.
Σκηνοθετικά, ο ρυθμός είναι ελεγχόμενος, αλλά δίνει την αίσθηση ότι ο Δαφνής δεν φοβάται τη σιωπή. Αντίθετα, τη χρησιμοποιεί ως βασικό δραματουργικό εργαλείο. Οι διάλογοι είναι απόλυτα φυσικοί και εύρυθμοι και οι παύσεις είναι πυκνές στιγμές όπου αποκαλύπτονται οι εσωτερικές ρωγμές των χαρακτήρων. Σε αυτό το πλαίσιο, η κίνηση είναι περιορισμένη αλλά ουσιαστική. Κάθε μετατόπιση στο χώρο μοιάζει να έχει σημασία, σαν να αποτυπώνει μια εσωτερική μεταβολή. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Δαφνής φαίνεται να έχει δουλέψει με ιδιαίτερη επιμονή πάνω στη συλλογική ενέργεια του θιάσου. Οι ερμηνείες συμπληρώνονται, δημιουργώντας ένα ενιαίο σύνολο. Αυτό γίνεται εμφανές κυρίως στις σκηνές όπου οι χαρακτήρες συνυπάρχουν χωρίς έντονη δράση. Εκεί, η παράσταση αποκτά τη μεγαλύτερη της δύναμη.

Η σκηνή του χορού αποτελεί, όπως αναμενόταν, το αποκορύφωμα. Ωστόσο, στη συγκεκριμένη εκδοχή δεν παρουσιάζεται ως εντυπωσιακό θέαμα, αλλά ως μια σχεδόν εσωτερική έκρηξη. Ο Δαφνής αποφεύγει την εξωστρέφεια και επιλέγει μια πιο «κλειστή» χορογραφία, καθώς είναι προϊόν μνήμης, όπου η ένταση προκύπτει από την ανάγκη των σωμάτων να εκφραστούν. Οι ηθοποιοί δεν χορεύουν για να δείξουν, αλλά για να απελευθερωθούν, και έτσι η καταπιεσμένη ενέργεια των αδελφών Μάντι εκρήγνυται, και σχεδόν ξεπερνά τα όρια του εσωτερικού χώρου. Και αυτή η διαφορά είναι καθοριστική.
Οι πέντε αδελφές σκιαγραφούνται με λεπτότητα και ακρίβεια. Καθεμία κουβαλά τη δική της σιωπηλή επιθυμία, το δικό της ανεκπλήρωτο όνειρο. Η συλλογικότητα της οικογένειας λειτουργεί ως καταφύγιο αλλά και ως περιορισμός. Οι ηθοποιοί, με εσωτερικότητα και πειθαρχία, αποφεύγουν τις υπερβολές και επιλέγουν έναν χαμηλόφωνο τρόπο έκφρασης που τελικά αποδεικνύεται πιο συγκινητικός.

Η Κωνσταντίνα Σαραντοπούλου είναι η Κέιτ Μάντι μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια: μια γυναίκα που κουβαλά το βάρος του κόσμου στους ώμους της, της οποίας οι εκφραστικές αντιδράσεις και η αυθεντική απόδοση του άγχους για την οικογένειά της την κάνουν πολύ πιο ζεστή μορφή απ’ ό,τι στο ίδιο το κείμενο. Η ηθοποιός αποφεύγει να την παρουσιάσει ως αυταρχική φιγούρα και επιλέγει μια πιο εύθραυστη εκδοχή. Πίσω από την ανάγκη για έλεγχο διακρίνεται μια βαθιά ανασφάλεια. Η φωνή της σπάνια υψώνεται, αλλά η ένταση υπάρχει, υπόγεια, σχεδόν καταπιεσμένη.
Η Γωγώ Βογάσαρη ενσαρκώνει μια ζωντανή και σπιρτόζα Μάγκι. Η ενέργειά της διαταράσσει τη στατικότητα και λειτουργεί ως καταλύτης, με εντυπωσιακή ευχέρεια στο τραγούδι όποτε αυτό απαιτείται, και λειτουργεί σε ωραία αντίστιξη με τη Μαρουσώ Γεωργοπούλου, που δίνει μια Άγκνες συνετή και αποφασιστική, που, αφενός καταπιέζει την επιθυμία της, αλλά μοιάζει να έχει έναν βαθύτερο σκοπό στη ζωή της: να προστατεύει τη Ρόουζ, τη μικρότερη και πιο ευάλωτη αδελφή. Τον αφελή χαρακτήρα της Ρόουζ αναλαμβάνει η Κατερίνα Τσεβά, η οποία καταφέρνει να αποδώσει την ιδιαιτερότητα της ηρωίδας χωρίς υπερβολές ή εύκολες τονίσεις.

Ο Πασχάλης Μερμιγκάκης ενσαρκώνει τον μοναδικό αδελφό της οικογένειας, τον πατέρα Τζακ, με ειλικρίνεια και μια ζεστή, ανθρώπινη αμηχανία που αγγίζει. Ωστόσο, είναι η σχέση ανάμεσα στην Κρις και τον Τζέρι που κυριολεκτικά ηλεκτρίζει τη σκηνή: ο Θάνος Ρούμπος μεταφέρει με ενθουσιασμό του Τζέρι, ενώ η αυστηρότητα της Ελένης Γιαννουλάκη λιώνει καθώς παραδίνεται στον χορό, στην αγκαλιά του αγαπημένου της.
Καθώς ο πόλεμος πλησιάζει και η έλευση της βιομηχανικής εποχής απειλεί τα μέσα βιοπορισμού τους, η φτωχική αλλά γεμάτη χαρά καθημερινότητα της οικογένειας αρχίζει να ξετυλίγεται και να διαλύεται. Κι όμως, η ελπίδα επιμένει, καθώς ο αφηγητής ανακαλεί τη μαγεία μιας παιδικής ηλικίας σημαδεμένης από αγάπη, γενναιότητα και συμπόνια. Συνολικά, η παράσταση «Χορεύοντας στη Λούνασα» στο Θέατρο Κάτω από τη Γέφυρα είναι μια βαθιά συγκινητική αποτύπωση της οικογενειακής ζωής, μια εμπειρία που δουλεύει αργά, σχεδόν υπόγεια. Μετά το τέλος της, κάτι παραμένει. Μια εικόνα, μια αίσθηση, ίσως ένας απόηχος εκείνου του χορού, της ανάγκης για έκφραση και ελευθερία.

Χορεύοντας στη Λούνασα του Brian Friel
Μετάφραση: Νίκος Χουρμουζιάδης
Σκηνοθεσία: Νίκος Δαφνής
Σκηνικό ~ Ενδυματολογική επιμέλεια: Ελένη Σουμή
Μουσική επιμέλεια ~ Χορογραφίες: Κωνσταντίνα Σαραντοπούλου
Φωτισμοί: Νίκος Μαυρόπουλος, Ηλιάνα Νάντσιου
Βοηθός σκηνοθέτη: Μαντώ Δαφνή
Φωτογραφίες: Σπύρος Περδίου
Γραφιστικά: Μαριέτα Ρούσσου
Παίζουν οι ηθοποιοί: Γωγώ Βογάσαρη, Μαρουσώ Γεωργοπούλου, Ελένη Γιαννουλάκη , Νίκος Καραστέργιος, Πασχάλης Μερμιγκάκης, Θάνος Ρούμπος Κωνσταντίνα Σαραντοπούλου, Κατερίνα Τσεβά
Έναρξη: Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2026
Παραστάσεις: Σάββατο στις 9μμ & Κυριακή στις 8μμ
Διάρκεια: 100΄ (με διάλειμμα)
ΘΕΑΤΡΟ ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΗ ΓΕΦΥΡΑ
Πλατεία ηλεκτρικού σταθμού Ν. Φαλήρου
Πληροφορίες στο 210.4816200