fbpx

Είδαμε τον Αρχιτέκτονα στο Θέατρο 104 – Κριτική της Παράστασης

Η Ζωή Ξανθοπούλου σκηνοθετεί τον Γιώργο Παπαπαύλου στη σουρεαλιστική κωμωδία ο Αρχιτέκτων, σε κείμενο της Φώφης Τρέζου, στο θέατρο 104.

Στον «Αρχιτέκτονα» το θέατρο δεν αφηγείται απλώς μια ιστορία· οικοδομεί έναν κλειστό κόσμο, έναν μηχανισμό απόλυτου σουρεαλισμού, όπου κάθε ρωγμή ισοδυναμεί με απειλή. Από την πρώτη στιγμή γίνεται σαφές ότι δεν πρόκειται για μια ρεαλιστική αφήγηση, αλλά για μια αλληγορία αυστηρά δομημένη, σχεδόν αρχιτεκτονικά σχεδιασμένη, γύρω από την έννοια του ελέγχου και της ανάγκης επιβολής τάξης πάνω στο απρόβλεπτο της ανθρώπινης ύπαρξης.

  • Κριτική Κάτια Σωτηρίου
  • Φωτογραφίες Ελπίδα Μουμουλίδου
  • Ημερομηνία Δημοσίευσης 25/1/2026

Το σπίτι που παραδίδεται στο ζευγάρι δεν είναι χώρος φιλοξενίας, ούτε καταφύγιο. Είναι ένα σύστημα. Ένα κατασκεύασμα που αξιώνει από τους ενοίκους του να προσαρμοστούν σε αυτό, να μειώσουν τις επιθυμίες τους, να πειθαρχήσουν τις κινήσεις τους, να σιωπήσουν εκεί όπου η ζωή κανονικά θορυβεί. Ο χώρος μετατρέπεται σε ιδεολογία, και η αρχιτεκτονική παύει να υπηρετεί τον άνθρωπο· αντίθετα, τον υποτάσσει.

Η γραφή της Τρέζου είναι αιχμηρή και ελεγχόμενη, και η δραματουργική επερξεργασία της Ζωής Ξανθοπούλου και του Γιώργου Παπαπαύλου δίνουν στο κείμενο κοιωνικοπολιτικές προεκτάσεις που ξεφεύγουν από τα πλαίσια της “αρχικτεκτονικής” . Ο λόγος λειτουργεί με ψυχρή ακρίβεια, και ταυτόχρονα αφήνει υπόγεια ρεύματα ειρωνείας και μαύρου χιούμορ να διαπερνούν τους διαλόγους. Το γέλιο που γεννιέται δεν είναι ανακουφιστικό· είναι άβολο, αποκαλυπτικό. Μέσα από αυτή τη λεπτή ισορροπία, το έργο μετακινείται από το παράδοξο στο απειλητικό, από την κωμικότητα στην τραγωδία, χωρίς ποτέ να εγκαταλείπει τη στοχαστική του διάσταση.

Σκηνοθετικά, η παράσταση υπηρετεί με συνέπεια τη λογική του εγκλεισμού. Ο λιτός χώρος (Γιώργος Λυντζέρης) μοιάζει να επιβάλλεται στους ηθοποιούς, να περιορίζει τις κινήσεις τους, να τους υπενθυμίζει διαρκώς ότι βρίσκονται μέσα σε ένα σχέδιο που δεν τους ανήκει. Η αίσθηση της επανάληψης, της επιτήρησης και της στασιμότητας δημιουργεί ένα σκηνικό περιβάλλον που λειτουργεί σχεδόν ψυχαναλυτικά: το σπίτι είναι το μυαλό του Αρχιτέκτονα, και οι ένοικοι εγκλωβίζονται μέσα στις εμμονές του.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η σκηνοθετική επιλογή της Ζωής Ξανθοπούλου να ενσωματωθούν, ανά διαστήματα, στιγμές κωμικής αποφόρτισης, οι οποίες λειτουργούν όχι ως διακοσμητικά διαλείμματα, αλλά ως ουσιαστικό δραματουργικό εργαλείο. Η κωμικότητα εδώ δεν αποδυναμώνει τη σοβαρότητα του έργου· αντίθετα, αναδεικνύει την υπερβολή του ψυχαναγκασμού του κόσμου του. Μέσα από μικρές ρωγμές ειρωνείας, απόλυτα ελεγχόμενη κινησιολογία και χορογραφία ( διακριτή και ουσιώδης η συμβολή της Μαρίζας Τσίγκα ) επαναληπτικές κινήσεις και σχεδόν τελετουργικές εμμονές, η σκηνοθεσία επιτρέπει στο κοινό να γελάσει — όχι με ανακούφιση, αλλά με επίγνωση. Το γέλιο λειτουργεί ως ανάσα, ως προσωρινή έξοδος από την ασφυξία του απόλυτου ελέγχου, πριν το σύστημα επανέλθει δριμύτερο. Έτσι, η κωμική προσέγγιση καθιστά ακόμη πιο ορατή την τραγικότητα του Αρχιτέκτονα και εντείνει την αίσθηση ότι ο κόσμος του έργου ισορροπεί διαρκώς στο όριο ανάμεσα στο γελοίο και στο επικίνδυνο.

Σε αυτό το πλαίσιο, το έργο αποκτά σαφή πολιτική και κοινωνική διάσταση. Ο «Αρχιτέκτων» δεν μιλά μόνο για έναν άνθρωπο, αλλά για μια εποχή που φοβάται τη ρευστότητα, που επιδιώκει τη διαρκή ρύθμιση, την κανονικοποίηση, την εξάλειψη του απρόβλεπτου. Το έργο θέτει ένα καίριο ερώτημα: τι συμβαίνει όταν το σχέδιο γίνεται σημαντικότερο από τη ζωή; Όταν η δημιουργία ή η αισθητική μετατρέπονται σε δικαιολογία για καταναγκασμό και εργαλεία βίας;

Ο Γιώργος Παπαπαύλου, στον κεντρικό ρόλο του Αρχιτέκτονα, παραδίδει μια ερμηνεία που λειτουργεί ως πυρήνας και κινητήρια δύναμη της παράστασης. Δεν επιλέγει την εύκολη λύση της εξωτερικής αυταρχικότητας· αντίθετα, χτίζει έναν χαρακτήρα εσωτερικά ραγισμένο, βαθιά εξαρτημένο από το ίδιο του το όραμα. Ο Αρχιτέκτονας του Παπαπαύλου δεν είναι απλώς εξουσιαστικός· είναι ένας άνθρωπος που φοβάται την αποδόμηση, τη μεταβολή, την ανθρώπινη ατέλεια. Η ερμηνεία του χαρακτηρίζεται από την έντονη πειθαρχία που απαιτεί ο ρόλος. Η φωνή, το σώμα, οι παύσεις λειτουργούν με ακρίβεια σχεδίου. Κάθε του κίνηση μοιάζει μετρημένη, σαν να ακολουθεί αόρατες γραμμές στο χώρο. Το βλέμμα του επιτηρεί, ελέγχει, αλλά ταυτόχρονα προδίδει αγωνία: πίσω από τη βεβαιότητα κρύβεται ο τρόμος ότι το σύστημα του μπορεί να καταρρεύσει.

Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η σταδιακή αποκάλυψη της ευαλωτότητας του χαρακτήρα. Ο Παπαπαύλου αφήνει ρωγμές να φανούν: στιγμές όπου ο Αρχιτέκτονας δεν μοιάζει παντοδύναμος, αλλά εγκλωβισμένος στο ίδιο του το δημιούργημα. Ωστόσο, παρά τη σκοτεινή φύση του ρόλου, ο Γιώργος Παπαπαύλου επιτρέπει διακριτικά στην κωμικότητα να διαπεράσει την ερμηνεία του. Μέσα από μικρές υπερτονίσεις, αυστηρά μετρημένες παύσεις αγγίζει στιγμές λεπτού, ειρωνικού χιούμορ, που δεν αποδυναμώνουν την απειλή του χαρακτήρα, αλλά την καθιστούν ακόμη πιο ανησυχητική. Με αυτή την ερμηνεία, ο Αρχιτέκτονας παύει να είναι απλός «κακός». Γίνεται σύμπτωμα. Μια φιγούρα που συμπυκνώνει τη σύγχρονη εμμονή με τον έλεγχο, την αποστροφή προς το χάος της ζωής, την αδυναμία αποδοχής του ανθρώπινου λάθους. Ο Παπαπαύλου κατορθώνει να κάνει τον χαρακτήρα επικίνδυνα αναγνωρίσιμο.

Οι Θεόφιλος Μακρής και Μαρίνα Φλωροπούλου, μαθητές του Γιώργου Παπαπαύλου στον ρόλο των ενοίκων, λειτουργούν ως το αναγκαίο ανθρώπινο αντίβαρο απέναντι στη στατική, αμετακίνητη λογική του Αρχιτέκτονα. Οι ερμηνείες τους κινούνται με χιούμορ αλλά και ευαισθησία ανάμεσα στη σύγχυση, την αμηχανία και την υπόγεια αντίσταση, αποδίδοντας  την εμπειρία του ανθρώπου που καλείται να προσαρμοστεί σε έναν κόσμο που δεν έχει σχεδιαστεί για να τον χωρέσει. Μέσα από μικρές καθημερινές χειρονομίες και κωμικές συναισθηματικές μεταπτώσεις, καταφέρνουν να φωτίσουν τη σταδιακή φθορά της ελευθερίας και να προσδώσουν στο έργο την αναγκαία συναισθηματική γείωση.

Ο «Αρχιτέκτων» είναι μια παράσταση που δεν επιδιώκει την άνεση του θεατή. Αντίθετα, τον τοποθετεί μέσα σε έναν αυστηρά δομημένο κόσμο και τον αναγκάζει να αναρωτηθεί για τα όρια ανάμεσα στη φροντίδα και στον έλεγχο, ανάμεσα στο όραμα της δημιουργίας και τη φασιστική του επιβολή. Είναι ένα έργο που γράφτηκε πριν 50 χρόνια αλλά ακούγεται βαθιά σύγχρονο, και συνομιλεί με την εποχή της υπερ-οργάνωσης και της διαρκούς επιτήρησης.

Τελικά, αυτό που μένει δεν είναι το σπίτι, ούτε το σχέδιο, αλλά το ερώτημα: πόση ζωή αντέχει η τελειότητα πριν μετατραπεί σε βία;

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Σκηνοθεσία: Ζωή Ξανθοπούλου
Δραματουργική επεξεργασία: Ζωή Ξανθοπούλου-Γιώργος Παπαπαύλου

Παίζουν: Γιώργος Παπαπαύλου, Θεόφιλος Μακρής, Μαρίνα Φλωροπούλου

Κίνηση: Μαρίζα Τσίγκα
Σκηνικά-Κοστούμια: Γιώργος Λυντζέρης
Πρωτότυπη Μουσική/ Ενορχήστρωση: Γιώργος Ατσικνούδας
Φωτισμοί: Κατερίνα Σαλταούρα

Υπεύθυνη Επικοινωνίας: Μαρίκα Αρβανιτοπούλου
Παραγωγή: ATHENIAN CULTURAL ASSOCIATION ΑΜΚΕ
Οργάνωση/Διεύθυνση παραγωγής: Αλέξανδρος Αποστολάκης

 

Σχολιάστε

Θέατρο - mytheatro.gr