Είδαμε το “Τάμα” στο Σύγχρονο Θέατρο – Κριτική της Παράστασης

Ο συγγραφέας, σκηνοθέτης και ηθοποιός Γιώργος Χριστοδούλου, μετά τις επιτυχημένες παραστάσεις «Συνεργός» και «Παλιά Εθνική» επιστρέφει δυναμικά με το έργο «Τάμα». Η παράσταση, που ανέβηκε με μεγάλη ανταπόκριση το καλοκαίρι στο πλαίσιο του θεσμού «Όλη η Ελλάδα ένας Πολιτισμός», παρουσιάζεται για λίγες παραστάσεις στο Σύγχρονο Θέατρο.

Στην παράσταση «Τάμα» η σκηνή μεταμορφώνεται σε έναν χώρο συλλογικής μνήμης, προσευχής και ανθρώπινης εξομολόγησης. Πρόκειται για μια παράσταση σπάνιας ευαισθησίας και εσωτερικής δύναμης, που μετατρέπει τη θεατρική πράξη σε μια ποιητική τελετουργία γύρω από την ανάγκη του ανθρώπου να ελπίζει. Μέσα από τις αφηγήσεις των προσώπων, τη μουσική και την υποβλητική κινησιολογία, το «Τάμα» φωτίζει τη λεπτή και συχνά αόρατη γραμμή ανάμεσα στην πίστη, τη δοκιμασία και την προσδοκία του θαύματος.

  • Κριτική Κάτια Σωτηρίου
  • Ημερομηνία Δημοσίευσης 20/5/2026

Η δραματουργική σύνθεση της παράστασης αποτελείται από έξι αυτοτελείς ιστορίες βασισμένες σε πραγματικές μαρτυρίες ανθρώπων που κάποια στιγμή στη ζωή τους κατέφυγαν σε ένα τάμα. Οι αφηγήσεις διασχίζουν τον χρόνο σαν υπόγειο ρεύμα μνήμης· ξεκινούν από το παρελθόν και φτάνουν μέχρι το σήμερα, αποκαλύπτοντας πως, παρά τις κοινωνικές αλλαγές και τις διαφορετικές εποχές, η ανθρώπινη αγωνία παραμένει βαθιά ίδια. Από την Κάλυμνο της δεκαετίας του ’50, όπου μια γυναίκα προσεύχεται για τον άντρα της που επιστρέφει άρρωστος από τη νόσο των δυτών, το ναυάγιο του Εξπρές Σάμινα, μέχρι μια σύγχρονη γυναίκα Ρομά που αγωνιά για τη ζωή του παιδιού της, οι ιστορίες συναντιούνται σε έναν κοινό πυρήνα: στην απελπισμένη αλλά βαθιά ανθρώπινη ανάγκη για ένα σημάδι σωτηρίας.

Η παράσταση αντιμετωπίζει το τάμα όχι ως ένα κατάλοιπο μιας παρωχημένης θρησκευτικότητας, αλλά ως μια διαχρονική και σχεδόν υπαρξιακή πράξη. Το τάμα εδώ αποκτά τη μορφή μιας εσωτερικής συμφωνίας με το άγνωστο, μιας μυστικής υπόσχεσης που γεννιέται στις στιγμές όπου ο άνθρωπος νιώθει αδύναμος απέναντι στη ζωή. Το έργο υπαινίσσεται διαρκώς πως όλοι, κάποια στιγμή, βρεθήκαμε κοντά σε αυτή την ανάγκη — ακόμη κι αν δεν την ονομάσαμε ποτέ έτσι. Υπάρχουν στιγμές στη ζωή όπου η επιθυμία μετατρέπεται σιωπηλά σε υπόσχεση, όπου η ελπίδα παίρνει τη μορφή μιας προσωπικής προσευχής. Και ακριβώς αυτή τη βαθιά, σχεδόν καθολική ανθρώπινη εμπειρία αναδεικνύει η παράσταση με συγκινητική τρυφερότητα. Η παράσταση δεν δίνει καμία απάντηση. Γίνεται τελικά το θαύμα ή όχι; Ίσως και να μην έχει σημασία τόσο πολύ, ίσως και μόνο η πίστη σε κάτι ανώτερο, σε μια βοήθεια να είναι και το πιο σημαντικό.

Η σκηνοθεσία του Γιώργου Χριστοδούλου διακρίνεται για τη λιτότητα και τη βαθιά ποιητικότητά της. Ο σκηνικός χώρος λειτουργεί σαν τόπος τελετουργίας, όπου το σώμα, ο λόγος και ο ήχος συνυπάρχουν με απόλυτη αρμονία. Η παράσταση αντλεί έμπνευση από τα λαϊκά θρησκευτικά δρώμενα — από τις λιτανείες, τα μοιρολόγια, τους χορούς, τις κινήσεις της προσευχής και της παράκλησης — και τα μεταπλάθει σε μια σύγχρονη σκηνική γλώσσα υψηλής αισθητικής δύναμης. Οι εικόνες που δημιουργούνται επί σκηνής (έξοχα τα σκηνικά των Archlabyrinth) μοιάζουν να αναδύονται από μια συλλογική μνήμη αιώνων· από εκεί όπου ο άνθρωπος αναζητούσε πάντοτε έναν τρόπο να συνομιλήσει με το άγνωστο και να αντέξει τον φόβο της απώλειας.

Ιδιαίτερα υποβλητική είναι η κινησιολογία της παράστασης, η οποία λειτουργεί σαν μια δεύτερη, σιωπηλή γλώσσα. Τα σώματα των ηθοποιών λυγίζουν, επαναλαμβάνουν μοτίβα, πλησιάζουν και απομακρύνονται σαν να παρασύρονται από έναν αόρατο ρυθμό πίστης και προσδοκίας. Υπάρχουν στιγμές όπου η κίνηση μοιάζει να εκφράζει εκείνα που οι λέξεις αδυνατούν να χωρέσουν: την αγωνία της αναμονής, την κούραση της προσευχής, την επίμονη ανάγκη του ανθρώπου να κρατηθεί από κάτι φωτεινό μέσα στο σκοτάδι της αβεβαιότητας. Αυτή η σωματικότητα χαρίζει στην παράσταση δύναμη και μετατρέπει τη σκηνή σε τόπο βιωματικής εμπειρίας.

Η μουσική (Νείλος Καραγιάννης) διατρέχει ολόκληρη την παράσταση σαν ένας εσωτερικός παλμός. Οι ήχοι και οι φωνές μοιάζουν να αναδύονται μέσα από τις ίδιες τις αφηγήσεις, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα που κινείται ανάμεσα στο θρηνητικό άσμα και στη λαϊκή ψαλμωδία. Η μουσική γίνεται προέκταση της συλλογικής μνήμης των προσώπων. Σε πολλές στιγμές λειτουργεί σαν απόηχος μιας αρχαίας ανάγκης: της ανάγκης να βρει ο άνθρωπος παρηγοριά μέσα από τη φωνή, τον ρυθμό και την κοινή εμπειρία.

Η σκηνοθεσία του Γιώργου Χριστοδούλου χωρίς διόλου να φαίνεται, να επιδεικνύεται η λεπτομερειακή καθοδήγησή του καταφέρνει να αντλήσει από τις απέριττες ερμηνείες βάθους, πλήρως ψυχογραφημένα και πλήρως θεατρικά τα αφηγηματικά πρόσωπα. Οι τρεις ηθοποιοί της παράστασης συνθέτουν επί σκηνής έναν σπάνια αρμονικό και βαθιά συγκινητικό ερμηνευτικό πυρήνα, όπου η προσωπική εκφραστικότητα συναντά τη συλλογική σκηνική αναπνοή. Κάθε μία φέρει τη δική της ιδιαίτερη ενέργεια, τη δική της εσωτερική μουσικότητα, και όλες μαζί δημιουργούν ένα πολυφωνικό σύμπαν ανθρώπινων εμπειριών, πόνου, ελπίδας και πίστης.

Η Φανή Παναγιωτίδου κυριαρχεί στη σκηνή με μια δωρική δύναμη που δεν επιβάλλεται ποτέ· αναδύεται φυσικά, σχεδόν αβίαστα, μέσα από τον τρόπο που χειρίζεται τον λόγο, τη σιωπή και την κίνηση. Η ερμηνεία της διαθέτει μια εντυπωσιακή ρευστότητα· μεταβαίνει από το χιούμορ στη συγκίνηση και από την τρυφερότητα στην εσωτερική οδύνη με ταχύτητα σχεδόν αστραπιαία, χωρίς ποτέ να χάνει την αλήθεια του προσώπου που ενσαρκώνει. Το κωμικό και το τραγικό στοιχείο συνυπάρχουν μέσα της με απόλυτη φυσικότητα, σαν δύο όψεις της ίδιας ανθρώπινης εμπειρίας.

Η Χρύσα Κοτταράκου φέρνει στην παράσταση μια ιδιαίτερη φωτεινότητα, μια αίσθηση αθωότητας που δεν είναι ποτέ επιτηδευμένη, αλλά βαθιά ανθρώπινη. Με φυσικότητα σχεδόν αποστομωτική, κινείται ανάμεσα σε διαφορετικές γυναικείες μορφές και διαθέσεις, μεταμορφώνοντας τη φωνή, το σώμα και το βλέμμα της με τρόπο απόλυτα πειστικό. Η σκηνική της παρουσία αποπνέει οικειότητα· μοιάζει σαν να αφηγείται ιστορίες που κουβαλά χρόνια μέσα της, σαν να συνομιλεί άμεσα με τον θεατή. Όταν η ερμηνεία της αποκτά δραματικό βάθος, η μετάβαση γίνεται με αφοπλιστική καθαρότητα· πίσω από την απλότητα αναδύεται μια υπόγεια δύναμη, μια εσωτερική πάλη ανάμεσα στην ελπίδα και στην παραίτηση.

Η Μαρία Προϊστάκη προσφέρει μια ερμηνεία βαθιά ανθρώπινη και γειωμένη, γεμάτη εσωτερική ένταση και συναισθηματική αλήθεια. Οι μορφές που ενσαρκώνει κουβαλούν το βάρος ανθρώπων που έχουν βρεθεί απέναντι στη σκληρότητα της ζωής, κι εκείνη τις αποδίδει με αξιοθαύμαστη ειλικρίνεια και δύναμη. Υπάρχει μια σχεδόν σωματική αποφασιστικότητα στον τρόπο που κινείται και εκφέρει τον λόγο· κάθε χειρονομία της μοιάζει να γεννιέται μέσα από την ανάγκη επιβίωσης. Και όμως, πίσω από αυτή τη δύναμη διακρίνεται πάντοτε μια εύθραυστη ανθρώπινη αγωνία. Στις στιγμές της παράκλησης και της προσμονής, όταν το πρόσωπό της στρέφεται προς το θαύμα με την απλότητα του καθημερινού ανθρώπου, η ερμηνεία της αποκτά μια σπαρακτική καθαρότητα.

Το «Τάμα» στέκεται τελικά απέναντι στην ίδια την ανθρώπινη ευαλωτότητα. Η παράσταση φωτίζει με βαθιά ανθρωπιά εκείνη τη στιγμή όπου ο άνθρωπος, εξαντλημένος από τον φόβο ή τον πόνο, επιμένει ακόμη να ελπίζει. Και ίσως γι’ αυτό το έργο αποκτά τόσο μεγάλη συναισθηματική δύναμη: γιατί μιλά για κάτι βαθιά οικουμενικό. Για την ανάγκη όλων μας να πιστέψουμε, έστω για μια στιγμή, πως το κακό μπορεί να απομακρυνθεί και πως κάπου, μέσα στη σιωπή, στο φόβο, στο ανοίκειο, υπάρχει ακόμη χώρος για το θαύμα.

Τη στιγμή που δημοσιεύεται η κριτική αυτή , η παράσταση έχει ολοκληρώσει τον κύκλο της στην Αθήνα. Ελπίζουμε ότι θα επαναληφθεί το προσεχές φθινόπωρο, γιατί πρόκειται για μια από τις καλύτερες παραστάσεις της χρονιάς.

 

Συντελεστές

Σκηνοθεσία/Κείμενο: Γιώργος Χριστοδούλου

Επιμέλεια κοστουμιών: Γιώργος Χριστοδούλου

Σκηνικά: Archlabyrinth

Φωτογραφίες: Δομνίκη Μητροπούλου

Σχεδιασμός φωτισμών: Ναυσικά Χριστοδουλάκου

Επιμέλεια μουσικής – Σύνθεση: Νείλος Καραγιάννης

Γραφιστικά: Μαργαρίτα Τζαννέτου

Επικοινωνία: Γιώτα Δημητριάδη

Εκτέλεση παραγωγής & social media: Γεωργία Γιαννουλάκη

Διεύθυνση παραγωγής: Αντώνης Λάμπρος

Ερμηνευτές:

Μαρία Προϊστάκη

Φανή Παναγιωτίδου

Χρύσα Κοτταράκου

Σχολιάστε

Θέατρο - mytheatro.gr