Είδαμε τη Δεσποινίδα Μαργαρίτα στο θέατρο Αλκμήνη – Κριτική της Παράστασης

Η «Δεσποινίς Μαργαρίτα», ένα έργο που έχει ταυτιστεί με την ένταση του μονολόγου και τη δεσπόζουσα παρουσία μιας και μόνης φωνής επί σκηνής, μετασχηματίζεται στο Θέατρο Αλκμήνη, σε σκηνοθεσία Γιώργου Παπαπαύλου, με μια ομάδα νέων ηθοποιών σε μια σύνθεση πολλαπλών φωνών και σωμάτων. Η σκηνή γεμίζει από μια συλλογική παρουσία, όπου η Μαργαρίτα δεν ανήκει σε έναν ηθοποιό, αλλά διαχέεται σε ολόκληρο τον θίασο, αποκτώντας μια νέα, ευρύτερη υπόσταση.

  • Κριτική Κάτια Σωτηρίου
  • Φωτογραφίες Παράστασης Ελπίδα Μουμουλίδου
  • Ημερομηνία Δημοσίευσης 10/5/2026

Η «Δεσποινίς Μαργαρίτα» του Roberto Athayde αποτελεί ένα από τα πλέον ιδιότυπα και διαχρονικά έργα του σύγχρονου θεάτρου, ένα θεατρικό κείμενο που κινείται ανάμεσα στη σάτιρα και την αλληγορία. Στον πυρήνα του βρίσκεται η μορφή μιας δασκάλας που μετατρέπει την τάξη σε πεδίο επιβολής, όπου ο λόγος λειτουργεί ως εργαλείο εξουσίας και διαμόρφωσης συνειδήσεων. Η «Δεσποινίς Μαργαρίτα» διατηρεί ακέραιη τη θεατρική και πολιτική της δύναμη, καθώς φωτίζει με οξύτητα τους τρόπους με τους οποίους η εξουσία εγκαθίσταται και αναπαράγεται μέσα από τον λόγο και τη συμπεριφορά. Μέσα από μια διαρκή εναλλαγή ανάμεσα στο κωμικό και το απειλητικό, το έργο αποκαλύπτει τους μηχανισμούς αυταρχισμού που διαπερνούν την εκπαίδευση, την κοινωνία και την πολιτική πραγματικότητα, διατηρώντας μια αιχμηρή επικαιρότητα που του επιτρέπει να συνομιλεί ουσιαστικά με κάθε εποχή.

Από την αρχή, η δεσποινίς Μαργαρίτα αρχίζει να απευθύνεται στους μαθητές της με έναν μάλλον ανοίκειο τόνο. Με ένταση , στο όριο της λογικής, γεμάτη σχεδόν ακατανόητη ενέργεια, η  δεσποινίς Μαργαρίτα παρουσιάζει την έννοια του σχολείου ως κάτι αναπόφευκτο, συγκρίσιμο με τη γέννηση. Γράφει λέξεις-κλειδιά μανιακά στον πίνακα. Ακόμη και πριν αρχίσει να επιτίθεται στους θεατές και να εμπλέκεται σε ψυχοσεξουαλικούς χειρισμούς, είναι σαφές ότι η δεσποινίς Μαργαρίτα δεν αντιπροσωπεύει ένα πειθαρχικό ιδεώδες, αλλά το σκληρό και διάχυτο αρχέτυπο του παρανοϊκού παιδαγωγού.

Η βασική σκηνοθετική επιλογή, η κατανομή του ρόλου της Μαργαρίτας σε περισσότερους ηθοποιούς,  δεν λειτουργεί ως απλό εύρημα, αλλά ως ουσιαστική δραματουργική παρέμβαση. Ο θεατής δεν παρακολουθεί πλέον την εξέλιξη μιας μεμονωμένης προσωπικότητας, αλλά την πολλαπλότητα μιας συνείδησης που διασπάται, αναπαράγεται και επανέρχεται μέσα από διαφορετικά σώματα και φωνές. Αυτή η προσέγγιση φωτίζει με έναν νέο τρόπο τη φύση της εξουσίας που ενσαρκώνει η Μαργαρίτα: δεν πρόκειται μόνο για ένα άτομο, αλλά για έναν μηχανισμό, μια στάση, ένα πρότυπο συμπεριφοράς που μπορεί να ενσωματωθεί από πολλούς.

Στην παράσταση του Αλκμήνη, η σταθερή προσήλωση της σκηνοθετικής προσέγγισης του Παπαπαύλου στο σύνθετο χαρακτήρα της Μαργαρίτας καθόρισε την σκηνική ένταση, καθώς παρουσίασε το πορτρέτο μιας γυναίκας βαθιά τραυματισμένης από την ένταση της ανάγκης της να κυριαρχεί στην τάξη. Είτε η Μαργαρίτα φώναζε ωμές σεξουαλικές προκλήσεις σε συγκεκριμένους θεατές είτε επαναλάμβανε την ερώτησή της «Υπάρχει κανείς που να λέγεται Μεσσίας;», η σκηνοθεσία χειρίστηκε έναν εν δυνάμει υπερβολικό χαρακτήρα χωρίς να γίνεται καρικατούρα.  Παρά τα έντονα ναρκισσιστικά και συχνά βίαια χαρακτηριστικά της, η δεσποινίς Μαργαρίτα διατήρησε στιγμές ευαλωτότητας, ιδιαίτερα προς το τέλος της παράστασης, και οδηγήθηκε σταδιακά σε μια παραλυτική οργή, καθιστώντας αδύνατο να αγνοηθεί πλήρως η ανθρώπινη πλευρά της.

Η αντίφαση περιγράφει καλύτερα το περιεχόμενο της διδασκαλίας της Δεσποινίδας Μαργαρίτας. Απορρίπτει τη σεξουαλική αγωγή ενώ εκτοξεύει χυδαίους ερωτικούς μονολόγους, παρουσιάζει το σχολείο ως αναπόφευκτο ενώ μιλά για τις απεριόριστες δυνατότητες της ζωής, και υπενθυμίζει διαρκώς την αγάπη της για την τάξη ενώ τα μαθήματά της καταλήγουν στο χάος. Με μια στατική σκηνοθεσία, αυτές οι αντιφάσεις θα μπορούσαν να γίνουν κουραστικές. Ωστόσο, όσο οι επι σκηνής Μαργαρίτες γίνονταν πιο νευρωτικές και ασταθείς, ο χαρακτήρας της Μαργαρίτας ταυτόχρονα γινόταν πιο σαφής. Στην τελευταία σκηνή, όταν η Μαργαρίτα καταρρέει προσπαθώντας να συνοψίσει το σύμπαν, η επιρροή της έχει πλέον εδραιωθεί. Το καστ σηκώνεται, τινάζει τα ρούχα και ζητά ήσυχα συγγνώμη, σηματοδοτώντας το τέλος της καθόδου της και μιας πολύ ενδιαφέρουσας θεατρικής εμπειρίας.

Η σκηνοθεσία κατορθώνει να κρατήσει λεπτές ισορροπίες μέσα σε αυτή την πολλαπλότητα. Η εναλλαγή των σωμάτων και των φωνών, που αναπόφευκτα έχουν διαφορετικό βάρος και ερμηνευτική δύναμη, κινείται με ρυθμό συνθέτοντας μια ενιαία σκηνική ταυτότητα, τόσο στα μονολογικά μέρη όσο και στα συλλογικά σωματοποιημένη έκθεση. Η Μαργαρίτα παραμένει παρούσα ακόμη και όταν αλλάζει πρόσωπο, και η παράσταση αποκτά έναν παλμό που ανανεώνεται διαρκώς, χωρίς να χάνει τον άξονά της. Η ένταση διαδέχεται την απολυτότητα, το χιούμορ τη βία, η μουσική ενίοτε παίζει το ρόλο της αποφόρτισης, ή δημιουργεί μεγαλύτερη αγωνία.

Οι ερμηνείες λειτουργούν με συντονισμό και ευαισθησία, αποκαλύπτοντας μια κοινή γραμμή προσέγγισης. Κάθε ηθοποιός εντάσσεται οργανικά στο σύνολο, προσφέροντας τη δική του εκδοχή της Μαργαρίτας, ενώ το σύνολο συγκροτεί έναν ενιαίο οργανισμό. Η σκηνική πειθαρχία στηρίζει τη δραματουργική πρόταση και ενισχύει την αίσθηση συνοχής. Η πολλαπλή ενσάρκωση της Μαργαρίτας δημιουργεί ένα πεδίο συνεχούς αλληλεπίδρασης, όπου το βλέμμα και η φωνή περιβάλλουν και εμπλέκουν το κοινό. Η εμπειρία γίνεται πιο άμεση και πιο πολυσύνθετη, καθώς η εξουσία εμφανίζεται ως διάχυτη και παρούσα σε κάθε γωνιά της σκηνής.

Στην πολυφωνική αυτή εκδοχή της «Δεσποινίς Μαργαρίτας», ο θίασος λειτουργεί με συντονισμό, διαμορφώνοντας διαφορετικές όψεις της ίδιας φιγούρας χωρίς να διασπάται η συνοχή της. Η Φρύνη Αγραφιώτη Σπανούδη οργανώνει με καθαρότητα τον λόγο και προσδίδει μια πειθαρχημένη διάσταση στην εξουσία της Μαργαρίτας, ενώ η Αγγερού Κουλουλία εισάγει έναν αιχμηρό, ειρωνικό τόνο που ενεργοποιεί τη σκηνική ένταση. Η Νίκη Κουτελιέρη κινείται σε πιο εσωτερικούς τόνους, προσφέροντας μια πιο υπόγεια και συγκρατημένη εκδοχή της ηρωίδας, σε αντίστιξη με τη Δημήτρα Λυγήρου, η οποία επενδύει στη σωματικότητα και στον παλμό, ενισχύοντας τις δραματικές κορυφώσεις. Ιδιαίτερα εύστοχη εμφανίζεται η Λουκία Μεϊδάνη, η οποία διαχειρίζεται με χιούμορ και ευαισθησία τις μεταπτώσεις και φωτίζει πιο λεπτές αποχρώσεις του ρόλου, συμβάλλοντας ουσιαστικά στη συνολική ισορροπία. Αντίστοιχα, ο Θάνος Ρούμπος διαμορφώνει μια σταθερά απειλητική και επιβλητική παρουσία, με καθαρότητα στην εκφορά και σαφή σκηνικό έλεγχο, ενισχύοντας τον άξονα της εξουσίας με τρόπο ουσιαστικό. Ο Βασίλης Τσιάκας, ουσιώδης στο κωμικό στοιχείο, με μετρημένη ένταση και εσωτερική συγκρότηση, προσθέτει βάθος και διακριτική ειρωνεία, λειτουργώντας ως συνεκτικός κρίκος μέσα στην εναλλαγή των προσώπων.

Συνολικά, η «Δεσποινίς Μαργαρίτα» στο Θέατρο Αλκμήνη αποτελεί μια προσεγμένη και σκεπτόμενη σκηνική πρόταση, που επιχειρεί, και σε μεγάλο βαθμό καταφέρνει, να επαναπραγματευτεί έναν εμβληματικό θεατρικό μονόλογο. Η επιλογή της πολυφωνίας δεν λειτουργεί ως επιφανειακή ανανέωση, αλλά ως ουσιαστικό σχόλιο πάνω στη φύση της εξουσίας και του συλλογικού αποτυπώματος της. Χωρίς να καταφεύγει σε εύκολες εντυπώσεις, η σκηνοθεσία του Γιώργου Παπαπαύλου διατηρεί τις απαραίτητες ισορροπίες, προσφέροντας μια παράσταση που αξίζει να δείτε.

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Συγγραφέας: Ρομπέρτο Ατάιντε
Σκηνοθεσία / Δραματουργική επεξεργασία: Γιώργος Παπαπαύλου

Δεσποινίς Μαργαρίτα: Φρύνη Αγραφιώτη Σπανούδη, Αγγερού Κουλουλία, Νίκη Κουτελιέρη, Δημήτρα Λυγήρου, Λουκία Μεϊδάνη, Θάνος Ρούμπος, Βασίλης Τσιάκας

Σκηνικά: ο θίασος
Κοστούμια: Γιώργος Παπαπαύλου
Σχεδιασμός φωτισμών: Κατερίνα Σαλταούρα
Μουσική επιμέλεια: Γιώργος Παπαπαύλου
Επιπλέον κείμενα: Βασίλης Τσιάκας
Βοηθος Σκηνοθέτη: Μαρία Πετρίδη
Οργάνωση Παραγωγής/Αφίσα: Αλέξανδρος Αποστολάκης
Υπεύθυνη επικοινωνίας: Μαρίκα Αρβανιτοπούλου | Art Ensemble
ΠαραγωγήΑΜΚΕ-ATHENIAN CULTURAL ASSOCIATION-ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΠΑΠΑΥΛΟΥ

Σχολιάστε

Θέατρο - mytheatro.gr