Ο Γιώργος Παπαγεωργίου παρουσιάζει στο θέατρο Δίπυλον μια παρασταση – Performance, βασισμένη σε ένα από τα πιο επιδραστικά βιβλία στην ιστορία της λογοτεχνίας, το 1984 του Τζόρτζ Οργουελ.
- Κριτική Κάτια Σωτηρίου
- Ημερομηνία Δημοσίευσης 8/2/2026
Η θεατρική μεταφορά του 1984 του George Orwell αποτελεί μια επικίνδυνη άσκηση ισορροπίας: ανάμεσα στην πιστότητα ενός εμβληματικού πολιτικού κειμένου και στην ανάγκη σκηνικής επανερμηνείας που να συνομιλεί ουσιαστικά με το παρόν. Στην παράσταση στο “Δίπυλον” , η διασκευή – μετάφραση της Έλενας
Τριανταφυλλοπούλου και η σκηνοθετική ματιά του Γιώργου Παπαγεωργίου επιλέγουν συνειδητά να κινηθούν μακριά από τη λογική της αφηγηματικής αναπαράστασης και να εστιάσουν στην εμπειρία της καταστολής — όχι ως ιστορία, αλλά ως κατάσταση.

Στον πυρήνα του, το 1984 του George Orwell δεν πραγματεύεται απλώς ένα απολυταρχικό πολιτικό σύστημα, αλλά τη ριζική αποδόμηση της ανθρώπινης υποκειμενικότητας μέσα από τη γλώσσα, τη μνήμη και τη σκέψη. Η έννοια του κειμένου δεν εξαντλείται στην καταγγελία της εξωτερικής καταστολής· αντίθετα, εστιάζει στη σταδιακή εσωτερίκευση της εξουσίας, εκεί όπου η βία παύει να είναι ορατή και μετατρέπεται σε κανονικότητα. Το 1984 αρθρώνει τη δραματουργία της διάβρωσης της αλήθειας μέσω της αναθεώρησης του παρελθόντος, της διάβρωσης της γλώσσας μέσω της συρρίκνωσης του νοήματος και, τελικά, της διάβρωσης του ίδιου του εαυτού, ο οποίος αδυνατεί να διατηρήσει έναν εσωτερικό χώρο αντίστασης. Η έννοια του κειμένου έγκειται ακριβώς σε αυτή τη μετάβαση από την πολιτική δυστοπία στην υπαρξιακή συνθήκη: το καθεστώς δεν επιδιώκει απλώς την υπακοή, αλλά την εξαφάνιση της δυνατότητας σκέψης ως αυτόνομης πράξης. Έτσι, το 1984 δεν λειτουργεί ως προφητεία ενός μελλοντικού κόσμου, αλλά ως διαρκής προειδοποίηση για κάθε κοινωνία όπου το καθεστώς παύει να ονομάζει την πραγματικότητα και αρχίζει να τη διαμορφώνει.
Ο Γιώργος Παπαγεωργίου δεν αντιμετωπίζει σκηνοθετικά το 1984 ως θεατρικό «κείμενο» που ζητά απλώς να δραματοποιηθεί, αλλά ως μηχανισμό σκέψης. Η σκηνοθεσία του μετατοπίζει το βάρος από την πλοκή στον ψυχισμό: το ζητούμενο δεν είναι τι συμβαίνει στον Γουίνστον Σμιθ, αλλά πώς βιώνεται η σταδιακή διάβρωση της υποκειμενικότητας. Έτσι, η παράσταση λειτουργεί περισσότερο ως σκηνική συνθήκη εγκλεισμού (λιτά και λειτουργικά τα σκηνικά από την Αλέγια Παπαγεωργίου) παρά ως απλή αφήγηση γεγονότων. Ιδιαίτερη σημασία έχει η επιλογή μιας αφαιρετικής σκηνικής γλώσσας, όπου το σώμα του ηθοποιού, ο ήχος και το φως συνθέτουν ένα περιβάλλον διαρκούς κίνησης, φόβου και επιτήρησης. Η σκηνοθεσία αξιοποιεί επαναληπτικές κινήσεις, ρυθμικό λόγο και ελεγχόμενες παύσεις, δημιουργώντας την αίσθηση ότι ο χρόνος δεν κυλά γραμμικά αλλά κυκλικά — μια αισθητική απόφαση που αντανακλά την οργουελική ιδέα της διαρκούς παροντικότητας του καθεστώτος. Δεν υπάρχει «έξω» από το σύστημα, ούτε αφηγηματικά ούτε σκηνικά.

Από την πρώτη στιγμή, η παράσταση θέτει στο προσκήνιο την πολιτική και υπαρξιακή αμφιβολία που χαρακτηρίζει το πρωτότυπο κείμενο. Η σκηνική απόδοση δεν περιορίζεται σε μια απλή «αναπαράσταση» των γεγονότων, αλλά επιδιώκει να δημιουργήσει μια εσωτερική σχέση του θεατή με τον κόσμο του Ουίνστον Σμιθ — του ανθρώπου που αντιστέκεται σε ένα απολυταρχικό καθεστώς όπου η σκέψη θεωρείται έγκλημα και ο Μεγάλος Αδελφός παρακολουθεί συνεχώς. Ο Παπαγεωργίου φαίνεται να ενδιαφέρεται λιγότερο για τον Μεγάλο Αδελφό ως εξωτερική μορφή εξουσίας και περισσότερο για την εσωτερίκευση της επιτήρησης, και την ψυχολογική αγωνία της διάβρωσης. Η εξουσία δεν επιβάλλεται μόνο δια της βίας, αλλά κυρίως μέσω της γλώσσας, της επανάληψης, της φθοράς της σκέψης. Η σκηνοθετική αυτή επιλογή συνομιλεί άμεσα με σύγχρονες θεωρίες βιοπολιτικής και πειθαρχικής εξουσίας, καθιστώντας την παράσταση όχι απλώς επίκαιρη αλλά θεωρητικά έγκυρη.
Σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η σκηνοθετική διαχείριση του λόγου. Ο λόγος δεν λειτουργεί ως μέσο επικοινωνίας αλλά ως πεδίο ελέγχου. Η αποσπασματικότητα, η επανάληψη και η φωνητική μονοτονία δεν είναι απλώς αισθητικές επιλογές, αλλά σκηνικές μεταφράσεις της Newspeak (Νέα Ομιλία). Εδώ η σκηνοθεσία επιτυγχάνει κάτι ουσιώδες: μετατρέπει τη γλωσσική καταπίεση από αφηρημένη έννοια σε σωματική εμπειρία για τον θεατή. Η παράσταση αποφεύγει τον διδακτισμό. Δεν επιχειρεί να «επικαιροποιήσει» το έργο με επιφανειακές αναφορές στη σύγχρονη τεχνολογία ή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Αντίθετα, η σκηνοθετική πρόταση του Παπαγεωργίου εμπιστεύεται τη δομική διαχρονικότητα του οργουελικού κόσμου: η επιτήρηση δεν χρειάζεται οθόνες για να λειτουργήσει· χρειάζεται συναίνεση, φόβο και εξάντληση.
Η επιλογή του Γιώργου Παπαγεωργίου να ενσαρκώσει μόνος του το σύνολο των ρόλων της παράστασης δεν λειτουργεί απλώς ως τεχνικό ή εντυπωσιακό εύρημα, αλλά ως καίρια δραματουργική δήλωση. Μέσα από τη διαρκή μετατόπιση φωνής, σώματος και ρυθμού, ο ηθοποιός διαλύει τα όρια ανάμεσα στον θύτη και το θύμα, στον παρατηρητή και τον παρατηρούμενο, καθιστώντας σαφές ότι στον κόσμο του 1984 η εξουσία δεν είναι εξωτερική αλλά εσωτερικευμένη. Η πολυπρόσωπη ερμηνεία του δεν παράγει χαρακτήρες με ψυχολογική αυτονομία· αντίθετα, αναδεικνύει ένα ενιαίο, κατακερματισμένο υποκείμενο, παγιδευμένο σε έναν μηχανισμό όπου η φωνή της αντίστασης και η φωνή της καταστολής προέρχονται από το ίδιο σώμα. Η ερμηνεία του Παπαγεωργίου είναι υψηλής ενεργειακής έντασης και αυξημένων υποκριτικών απαιτήσεων, όπου η σωματική κόπωση ενσωματώνεται οργανικά στη δραματουργία. Ένα σώμα σε συνεχή, εξαντλητική κίνηση, που δεν επιτρέπει στον ηθοποιό —ούτε στον θεατή— την πολυτέλεια της ανάσας. Η ερμηνεία του δε μένει μόνο στην εξωτερική δραματοποίηση αλλά επενδύει στη σωματική πειθαρχία και τη φωνητική ακρίβεια, μετατρέποντας το ίδιο το σώμα του ηθοποιού σε πεδίο άσκησης εξουσίας. Έτσι, η υποκριτική πράξη δεν υπηρετεί απλώς την αφήγηση, αλλά καθίσταται φορέας της κεντρικής ιδέας του έργου: ότι το πιο αποτελεσματικό καθεστώς ελέγχου είναι εκείνο που δεν χρειάζεται πολλούς ρόλους, γιατί έχει ήδη κατακτήσει τον έναν.

Καθοριστικό ρόλο στη σκηνική σύνθεση έχει ο ηχητικός σχεδιασμός, ο οποίος δομείται πάνω σε επαναλαμβανόμενες λούπες, αυστηρά ρυθμικά μοτίβα και ψυχρές ηλεκτρονικές υφές. Ο Παπαγεωργίου, με μεγάλη εμπειρία και οξυδέρκεια στη δημιουργία ηχοτοπίων στις παραστάσεις του, καταφέρνει να μετατρέψει τον ήχο όχι σε μια απλή συνοδεία της δράσης, αλλά ανά στιγμές σε καθοριστικό ρυθμιστικό παράγοντα. Τα διαφορετικής χροιάς και χρήσης μικρόφωνα παύουν να είναι τεχνικά μέσα και μετατρέπονται σε ορατά σύμβολα ελέγχου του λόγου, υπενθυμίζοντας ότι κάθε φωνή τελεί υπό έλεγχο. Η μουσική επιμέλεια του Αλέξανδρου Δράκου-Κτιστάκη λειτουργεί ως ενεργός δραματουργικός μηχανισμός: ένας ήχος επαναληπτικός, απρόσωπος, αμείλικτος, που δημιουργεί την αίσθηση ενός χρόνου εγκλωβισμένου σε διαρκή ανακύκλωση. Η παρουσία των μουσικών επί σκηνής δεν αποσκοπεί στη συναισθηματική «ένδυση» της δράσης, αλλά στη μηχανική της πειθαρχία.

Έξοχοι οι φωτισμοί του Σάκη Μπριρμπίλη. Οριοθετούν πότε ο ήρωας επιτρέπεται να υπάρχει και πότε καταδιώκεται, σηματοδοτώντας όχι μόνο τις συναισθηματικές κορυφώσεις αλλά και τις σκηνικές και χωροχρονικές μεταβολές. Αντίστοιχα, η επιμέλεια κίνησης της Μαρίζας Τσίγκα θεμελιώνεται στον έλεγχο του ρυθμού, αλλά και στη διαφοροποίηση των ρόλων. Οι παύσεις, οι επαναλήψεις και η μετρημένη κίνηση του Παπαγεωργίου συγκροτούν ένα σώμα πειθαρχημένο, εκπαιδευμένο να υπακούει. Τίποτα δεν αφήνεται στον αυτοσχεδιασμό — και ακριβώς αυτή η απουσία ελευθερίας αποτελεί το σχόλιο της παράστασης: σε έναν ολοκληρωτικό κόσμο, ακόμη και η αυθόρμητη κίνηση μπορεί να συνιστά έγκλημα.
Τελικά, η σκηνική ανάγνωση του 1984, μέσα από τη σκηνοθετική και ερμηνευτική πρόταση του Γιώργου Παπαγεωργίου, συνιστά μια παράσταση που υπερβαίνει τον θεατρικό χρόνο της. Πρόκειται για μια δουλειά αισθητικά αυστηρή, πνευματικά απαιτητική και πολιτικά ουσιαστική, που δεν προσφέρει παρηγοριά αλλά επίγνωση. Σε μια εποχή όπου η επιτήρηση, η χειραγώγηση της γλώσσας και η φθορά της αλήθειας τείνουν να γίνονται αόρατες μέσα στην κανονικότητα, η παράσταση υπενθυμίζει με σκληρή καθαρότητα ότι το 1984 δεν αφορά ένα μακρινό, τελειωμένο παρελθόν, αλλά ένα ενδεχόμενο μέλλον που διαμορφώνεται καθημερινά. Και ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, η θέασή της καθίσταται αναγκαία ειδικά από τις νεότερες γενιές: όχι ως πολιτιστική κατανάλωση, αλλά ως πράξη συνείδησης. Γιατί αν το παρόν συχνά μοιάζει ήδη δομημένο και προαποφασισμένο, το μόνο πεδίο που παραμένει ανοιχτό στη συλλογική ευθύνη και την ανθρώπινη επιλογή είναι το μέλλον — και αυτή η παράσταση τοποθετεί τον θεατή ακριβώς μπροστά σε αυτήν την ευθύνη. Να τη δείτε οπωσδήποτε.
Συγγραφέας: George Orwell
Απόδοση-θεατρική διασκευή: Έλενα Τριανταφυλλοπούλου
Σκηνοθεσία: Γιώργος Παπαγεωργίου
Μουσική: Αλέξανδρος – Δράκος Κτιστάκης
Σκηνικά/ Κοστούμια: Αλέγια Παπαγεωργίου
Βοηθός σκηνογράφου : Άρτεμις Αναστασάκη
Επιμέλεια κίνησης : Μαρίζα Τσίγκα
Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης
Φωτογραφίες: Χρήστος Συμεωνίδης
Creative Agency: ΜΑΥΡΑ ΓΙΔΙΑ
Βοηθός Σκηνοθέτης: Γιώργος Ματζιάρης
Μουσικοί επί σκηνής: Τ.Β.Α.
Επικοινωνία: Ρεβέκκα Ρουμελιώτη
Παραγωγή : Γίνονται Έργα ΕΕ – GOOTHEATER COMPANY
Ερμηνεία: Γιώργος Παπαγεωργίου
Κουαρτέτο επί σκηνής : Βανέσσα Αθανασίου ( Νάσια Σιαμέτη) , Αναστασία Μηλιώρη, Έλενα Μήτσα , Γρηγόρης Καρκάνης