Κοριολανός και Ιούλιος Καίσαρας Θεατρο Οδού Κυκλάδων Κριτική της Παραστασης

 Το θέατρο της Οδού Κυκλάδων Λευτέρης Βογιατζής παρουσιάζει το έργο Κοριολανός – Ιούλιος Καίσαρας, σε μια ενιαία παράσταση, σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Χατζή, με τους Σοφία Φιλιππίδου, Αγλαΐα Παππα, Γιώργο Παπαπαύλου και Κωνσταντίνα Τάκαλου στους βασικούς ρόλους.

  • Κριτική Κάτια Σωτηρίου
  • Φωτογραφίες Ελπίδα Μουμουλίδου

Στόχος του σκηνοθέτη είναι να διερευνήσει μέσα από την ποίηση του Σαίξπηρ, το θέμα της εξουσίας και πως αυτή διαφθείρει τον λαό και κυρίως αυτούς που την ασκούν. Στον Κοριολανό, βλέπουμε πώς η λαϊκή εξουσία χρησιμοποιεί τα μέσα και τη δύναμή της για να κερδίσει δικαιώματα και να εξοντώσει έναν εν δυνάμει τύραννο ενώ στον Ιούλιο Καίσαρα πώς η αριστοκρατική τάξη δολοφονεί έναν λαοφιλή και χαρισματικό ηγέτη για να μην εξελιχθεί σε αυτοκράτορας.

Ο Σαίξπηρ χρησιμοποιεί τον Κοριολανό (1608), και τον Ιούλιο Καίσαρα (1599) για να αποκαλύψει το παράδοξο μεταξύ της πόλης και των εξαίρετων ανθρώπων της. Ο Σαίξπηρ δεν ήλπιζε να διευθετήσει αυτό το παράδοξο αλλά παρουσίασε σε αυτά τα έργα  την εχθρότητα της πόλης απέναντι στον εξαιρετικό άνθρωπο και τόνισε την τάση της πόλης να εξημερώσει και να αναμορφώσει τη φύση της και ταυτόχρονα να μετατρέψει τους εξαιρετικούς ανθρώπους της σε «καλούς» πολίτες.  Στα ρωμαϊκά έργα η πλειονότητα του λαού είναι πάρα πολύ αφελής ή πάρα πολύ αδιάφορη. Έτσι οι εξαιρετικές προσωπικότητες δύσκολα θα μπορούν να ζουν σε αρμονία με την πόλη, επειδή μια πόλη όπως η Ρώμη, η οποία λατρεύει την ισότητα, τουλάχιστον στην επιφάνεια, δεν μπορεί πάντα να ανεχθεί άτομα που φιλοδοξούν να εξαιρούνται από τους υπόλοιπους πολίτες της.

Η ένταση μεταξύ της πόλης και του εξαίρετου ανθρώπου της δεν είναι μια απλή δυαδική αντίθεση –  αντίθετα τα δύο στοιχεία  διεισδύουν και καθορίζουν το ένα το άλλο επειδή η πόλη αποτελείται από τους ανθρώπους της, ενώ κάθε άνθρωπος είναι σαν μια μικρογραφία της πόλης.  Αυτός ο παραλληλισμός μεταξύ της πόλης και της ανθρώπινης ψυχής, που απεικονίστηκε από τον Πλάτωνα και τον Ρουσό και περιγράφεται από τον Σαίξπηρ σε αυτά τα έργα, περιπλέκει τις τραγωδίες και επιταχύνει την α-συμφιλίωση του παράδοξου επειδή ένας «εμφύλιος πόλεμος» τόσο στην πόλη όσο και στην ψυχή του ανθρώπου αντηχούν μεταξύ τους και κλιμακώνονται προς το σημείο της θανατηφόρας σύγκρουσης.

Και στις δυο τραγωδίες, που ευφυώς ενώνει ο Κωνσταντίνος Χατζής, οι ήρωες, Κοριολανός και Βρούτος εμφορούνται από ισχυρά προσωπικά πιστεύω. Τα οράματα τους, αν και με διαφορετική αφετηρία, και σαφώς με διαφορετικό προσανατολισμό, φανερώνουν άνδρες με ισχυρή πολιτική πεποίθηση, αδιάλλακτους, και τελικά καταδικασμένους να αποτύχουν μέσα στα πλαίσια μιας ρωμαϊκής δημοκρατίας που επιζητά την ασφάλεια της.

Ο Κοριολανός

Ο “Κοριολανός” είναι η τελευταία τραγωδία του Σαίξπηρ. Αν και από τα λιγότερο παιγμένα έργα του ο T.S. Eliot το χαρακτήρισε ως ανώτερο του «Άμλετ» και το μεγαλύτερο δραματουργικό του επίτευγμα.  Γάϊος Μάρκιος (μετάπειτα Κοριολανός), επιφανής στρατιωτικός, έχει φέρει πολλές νίκες στην πόλη, μα με το αυστηρό, αγέρωχο και απρόσιτο προφίλ του, είναι μισητός από τον λαό, στον οποίο αρνείται το σιτάρι υποστηρίζοντας ότι ο λαός δεν προσφέρει στην πατρίδα. Έξω από τα τείχη, ο Τούλλος Αουφίδιος, ορκισμένος εχθρός του Γαΐου, περιμένει την κατάλληλη στιγμή να αναμετρηθεί ξανά μαζί του.

Η φιλόδοξη μητέρα του Γαΐου θέλει να δει τον γιο της συγκλητικό, μια θέση που μπορεί να διεκδικήσει βάσει της ηρωικής του πορείας. Η άρχουσα τάξη των πατρικίων νιώθει πως θα διασφαλίσει τη θέση της εκλέγοντάς τον, ωστόσο οι εκπρόσωποι του λαού φοβούνται πως πρόκειται για έναν εν δυνάμει τύραννο.    Καθώς νέος πόλεμος ξεσπάει με το γειτονικό Άντιο για την κυριαρχία της πόλης της Κοριόλης, ο Γαΐος φεύγει πάλι στο μέτωπο. Εκεί, θα συναντηθεί πρόσωπο με πρόσωπο με τον Τούλλο Αουφίδιο, τον από χρόνια ορκισμένο εχθρό του. Το μίσος του λαού όμως δεν έχει καταλαγιάσει, και οι εκπρόσωποί του δολοπλοκούν κατά την απουσία του.

Ο ρωμαϊκός λαός παίρνει μέρος στην τραγωδία του Ιουλίου Καίσαρα. Εκεί ο  ρόλος του είναι, πιο πολύ παθητικός. Στον Κοριολανό όμως, παίζει, πέρα για πέρα, ρόλο ενεργητικό και καταλυτικό. Τόσο, που μπορούμε να πούμε πως η τραγωδία αυτή έχει δύο αντίπαλους ήρωες: τον Κοριολανό από τη μια και, τον λαό από την άλλη. Είναι μια τραγωδία της πάλης των τάξεων.

Στον Ιούλιο Καίσαρα η συνωμοσία αποτελεί πάλη της αριστοκρατικής τάξης εναντίον ενός «τυράννου» για να κρατήσει τα προνόμιά της. Αντίθετα, στην τελευταία ρωμαϊκή τραγωδία του Σαίξπηρ, τον Κοριολανό, εναντίον του τυραννικού, «μισόδημου» πατρικίου εξεγείρονται οι πληβείοι, η λαϊκή τάξη, όχι για να διασώσουν προνόμια (που δεν έχουν), αλλά μόνο και μόνο για να σώσουν την πολιτική και υλική ύπαρξή τους, την οποία  ο Κοριολανός απειλεί με αφανισμό.

Ο Κοριολανός, με την αλαζονεία και τον άτεγκτο χαρακτήρα του θα οδηγηθεί στον αφανισμό αφού στο μεταξύ έχει διαπράξει όλες τις ύβρεις — απέναντι στον λαό, απέναντι στην Ρώμη, απέναντι στον εαυτό του. Αυτός ο μεγάλος στρατιώτης που πιστεύει μόνο στην «τιμή» θα γίνει δυο φορές προδότης: αφού προδώσει τη  Ρώμη, θα προδώσει και την Κοριόλη, εγκαταλείποντας την εκστρατεία κατά της Ρώμης. Αλλά η πιο οικτρή προδοσία είναι ότι, τελικά , ο Κοριολανός, σε μια τραγική ειρωνεία της τύχης, προδίδει τον εαυτό του: η αλαζονεία του προδίνει τη στρατιωτική του αξία, ο εγωισμός του προδίνει τον πατριωτισμό του, η συναισθηματική του αδυναμία (μπροστά στους δικούς του) προδίνει την εκδίκησή του.

Ο Γιώργος Παπαπαύλου, καταφέρνει να εισχωρήσει στις βαθιές συνειδησιακές αποχρώσεις του ήρωα του, και ενσαρκώνει με λυσσαλέα ένταση τον αρχομανή Κοριολανό, δίνοντας έμφαση στο ταξικό χάσμα που τον χωρίζει από τον λαό, δείχνοντας την καταφρόνια και το μίσος του για τους πληβείους, και την άκρατη αλαζονεία του ήρωα του.  Όμορφος , ευθυτενής, με πλαστικότητα σώματος και υπόκρισης ξεδιπλώνει μία μεγάλη γκάμα συναισθηματικών εκφορών, τονίζει την κλιμάκωση και τη θερμότητα των συναισθηματικών διακυμάνσεων του ήρωα του, και τελικά αποδεικνύει πόσο θεατρικά πραγματικό μπορεί να είναι ένα πρόσωπο παρά τις τόσο πολλαπλές συμβολικές του προεκτάσεις και το αντιφατικό του περιεχόμενο.

Στα θετικά της υπόκρισής του εγγράφεται το οργανικό δέσιμο πάνω στη σκηνή και η αμοιβαιότητα στη σχέση του  τόσο με την Κωνσταντίνα Τάκαλου όσο και με τον  στο ρόλο του Αουφίδιου. Η Κωνσταντίνα Τάκαλου σε μια παθιασμένη ερμηνεία, δημιούργησε με το υπαινικτικό παίξιμό της έναν ρόλο γεμάτο σοφία αλλά και εμμονή στην ανωτερότητα. Είναι μια αξιομνημόνευτη ερμηνεία, χαμηλών τόνων με υψηλές δονήσεις.

O Βασίλης Τσιγκριστάρης, που ενσαρκώνει τον Αουφίδιο, δημιουργεί μια μυστηριώδη ατμόσφαιρα με την παρουσία του. Έξοχος στο ρόλο του ο Νικόλας Χανακούλας, ακολουθεί τη σκηνοθετική γραμμή εύστοχα. Κάποιες αδυναμίες παρουσιάζονται στις υπόλοιπες ερμηνείες, με τους Γιάννη Χαρτοδιπλωμένο, Ανδριανό Γκάτσο, Σπύρο Δούρο, Άρη Ντελία και Λυδία Σκουράκη να έχουν μεμονωμένα καλές στιγμές, αλλά όχι υφολογική ομοιογένεια.

Ιούλιος Καίσαρας

Το έργο του Σαίξπηρ υπολογίζεται ότι γράφτηκε γύρω στο τέλος του 1598 με αρχές του 1599. Τοποθετείται στη Ρώμη το 44 π.Χ. Η Δημοκρατία της Ρώμης σπαράζεται από εμφύλιους πολέμους ανάμεσα σε φιλόδοξους στρατιωτικούς που επιθυμούν να ηγεμονεύσουν. Μεταξύ αυτών, ο Ιούλιος Καίσαρας είναι ο μόνος που καταφέρνει να πάρει στα χέρια του την εξουσία και ανακηρύσσει τον εαυτό του δικτάτορα. Ο Κάσσιος και ο Βρούτος φοβούμενοι πως ένας τόσο δημοφιλής άνδρας, με πιστούς στρατιώτες και πολλά χρήματα, θα μπορούσε να γίνει βασιλιάς, οργανώνουν μια συνωμοσία με στόχο τη δολοφονία του.

Στην παράσταση του Θεάτρου της οδού Κυκλάδων τους βασικούς ρόλους ερμηνεύουν γυναίκες. Η Σοφία Φιλιππίδου με μια υπερβατική ερμηνεία, ερμηνεύει τον Βρούτο ως ιδεαλιστή, στωικό φιλόσοφο, ως έναν ειλικρινή εραστή της ελευθερίας, που αναστατώνεται από την απειλή κατά της δημοκρατίας που αντιπροσωπεύει ο Καίσαρας. Χωρίς ρητορείες και στόμφο ενσαρκώνει έναν ρόλο-σύμβολο με πιστότητα στην πρόθεση του συγγραφέα.

Με ακρίβεια και μεστότητα η Κωνσταντίνα Τάκαλου ερμηνεύει τον Κάσσιο, ενώ η Ηλέκτρα Νικολούζου με ανάγλυφο τρόπο και χωρίς υπερβολές υποδύεται τον Κάστα. Οι στιγμές των τριών συνωμοτών επί σκηνής έχουν έναν ενδιαφέροντα μαγνητισμό, που επιτυγχάνεται από τις πυκνές ερμηνείες, αλλά και τον κοινό κώδικα των ερμηνευτριών.

Η Αγλαΐα Παππά υποδύεται τον Αντώνιο με αυτοπεποίθηση και με το αποδοτικό επικοινωνιακό ύφος της γίνεται εν τέλει γητευτής των πληβείων. Πληθωρική και έντονη ερμηνεία. Ο Γιάννης Χαρτοδιπλωμένος με την απαραίτητη διττότητα που απαιτεί η εμφάνιση του ως φάντασμα του Καίσαρα.

Η προσέγγιση του Κωνσταντίνου Χατζή βασίζεται σε μια απόλυτα αφαιρετική και πρωτότυπη σκηνοθετική φόρμα, που τοποθετεί την παράσταση μέσα στο χώρο του θεάτρου εκμεταλλευόμενη απόλυτα την τετραγωνισμένη διάταξη, παίζοντας με τις σκιές και τους φωτισμούς,  και με επιβλητική μουσική υπόκρουση. Διασκεύασε και στις δυο περιπτώσεις το κείμενο, διατηρώντας τη διαύγεια και την ευγλωττία του και παρέχοντας μια σαφή αφήγηση, με σκοπό να παρουσιάσει  το ηθικό κενό, τη σύγκρουση ιδεολογίας και εξουσίας, αλλά και την «κουλτούρα του φόβου» που διακατέχει τον άνθρωπο. Ίσως σε κάποια σημεία, ειδικά στον Κοριολανό, υπάρχουν κάποιες ερμηνευτικές ανισορροπίες που διαταράσσουν τη ροή και την ατμόσφαιρα, ενώ και στην όψη παρουσιάζονται προβλήματα. Στον Κοριολανό η ενδυματολογική προσέγγιση είναι ελλιπής, αντίθετα με τον Ιούλιο Καίσαρα που έχει σαφέστερο ύφος και προσέγγιση.

Έξοχοι οι φωτισμοί και η μουσική επένδυση και στα δυο έργα. Τα σκηνικά είναι αφαιρετικά, χωρίς να «λείπουν», με το τραπέζι στον Κοριολανό να παίζει το ρόλο πεδίου δράσης αλλά και αντιπαράθεσης, ενώ στον Ιούλιο Καίσαρα οι πάπυροι, τα βιβλία και ο χιτώνας είναι στοιχεία ικανά να δημιουργήσουν τις αναγκαίες εικόνες.

Στο σύνολο της , και παρά τις όποιες αδυναμίες της, πρόκειται για μια πολύ ενδιαφέρουσα πρόταση, που φέρνει το κοινό αντιμέτωπο με  μια μάλλον διαχρονική αλήθεια: εξεγέρσεις, ιδεολογικές συγκρούσεις, ανίερες συμμαχίες και έντονες παρασκηνιακές δοσοληψίες φέρνουν στο μυαλό του θεατή τη σύγχρονη πραγματικότητα της αδιαφάνειας και της διαπλοκής που μαστίζουν κάθε κοινωνία. Αξίζει να τη δείτε.

Ταυτότητα του έργου:

Συγγραφέας: Ουίλλιαμ Σαίξπηρ

Διασκευή-Απόδοση-Σκηνοθεσία: Κωνσταντίνος Χατζής 

Παίζουν οι:

Σοφία Φιλιππίδου

Αγλαΐα Παππά

Γιώργος Παπαπαύλου

Κωνσταντίνα Τάκαλου

Ηλέκτρα Νικολούζου

Νικόλας Χανακούλας

Βασίλης Τσιγκριστάρης

Γιάννης Χαρτοδιπλωμένος

Ανδριανός Γκάτσος

Σπύρος Δούρος

Άρης Ντελία 

Λυδία Σκουράκη

Επιμέλεια κίνησης- Χορογραφία: Χριστίνα Βασιλοπούλου

Ενδυματολογία: Miranda Dempsey

Σκηνογραφία: Λία Ασβεστά

Βοηθός Σκηνοθέτη: Ιάσωνας Νικητέας

Μουσική Σύνθεση – Τραγούδι: Αλέξανδρος Μέντης

Υπεύθυνος Επικοινωνίας: Νικόλ Βότση

Video: Amie Makris, Elena KontelaΔ/νση Παραγωγής: Κωνσταντίνα Αγγελέτου

Βοηθός Παραγωγής: Έλλη Φαμελιάρη

Παραγωγή: Ομάδα Χρώμα  Νέα Σκηνή

Βασισμένη στις μεταφράσεις των:  Μίνως Βολανάκης-Μιχάλης Κακογιάννης

 

  • 167
  •  
  •  
  •  

Σχολιάστε