Σημάδια στην ομίχλη Θεατρική Κριτική

Σημάδια στην ομίχλη (Bakersfield Mist) του Στίβεν Σακς (Stephen Sachs, 1959)
Ο πολυβραβευμένος θεατρικός συγγραφέας Στίβεν Σακς Γεννήθηκε στο San Francisco, μεγάλωσε στο Los Angeles όπου σπούδασε θέατρο στη Θεατρική Ακαδημία της πόλης αλλά και εργάστηκε ως ηθοποιός. Η πρώτη του σκηνοθετική δουλειά παρουσιάστηκε το 1987.

Κριτική Στέλιος Αντωνιάδης

antoniadis
Είναι σκηνοθέτης αλλά και καλλιτεχνικός διευθυντής στο The Fountain Theater στο Los Angeles του οποίου είναι συνιδρυτής μαζί με την Deborah Lawlor (1990). Στο θέατρο αυτό ανέβασε πολλά από τα έργα του τα οποία επίσης σκηνοθέτησε κερδίζοντας 200 βραβεία! Ο Arthur Miller του έδωσε την έγκρισή να σκηνοθετήσει το έργο του After the Fall, ανέβασμα το οποίο απέσπασε βραβείο παραγωγής και σκηνοθεσίας (7 μήνες sold-out παραστάσεις).
Το Έργο
Έργο γραμμένο το 2012 με θέμα που βασίζεται σε ένα πραγματικό γεγονός. Μία γυναίκα αγοράζει έναν μεγάλων διαστάσεων, άσχημο, πίνακα ζωγραφικής από παλιατζίδικο στο ευτελές ποσό των τριών δολαρίων για να τον χαρίσει σε φιλικό πρόσωπο που μένει σε παράγκα και βρίσκεται σε δύσκολη ψυχολογική κατάσταση. Το έργο, το οποίο λόγω του μεγάλου μεγέθους του δεν χωράει από την είσοδο, καθόλου δεν αρέσει αναγκάζοντας την να το πάρει πίσω για να το πουλήσει σε yard sale (υπαίθρια παζάρια στους κήπους των σπιτιών ή στους δρόμους) όπου το βλέπει ο τοπικός καθηγητής εικαστικών ο οποίος της λέει πως νομίζει ότι μπορεί να είναι έργο του Jackson Pollock.
Βασισμένο στο παραπάνω γεγονός (στην τέχνη λένε πως δεν υπάρχει παρθενογένεση) ο Σακς γράφει το πολύ επιτυχημένο Σημάδια στην ομίχλη. Το έργο ανέβηκε στο Duchess Theatre του Λονδίνου με την Κάθλιν Τέρνερ (τη θυμόμαστε κυρίως από τη Φωλιά του Κούκου) και τον Ίαν ΜακΝτίαρμιντ, με μεγάλη επιτυχία.

Μια αποτυχημένη γυναίκα, η Μωντ Γκούντμαν (Ράνια Σχίζα), πρώην bar woman, αθυρόστομη, τώρα άνεργη, που ζει σε ένα trailer park στο Bakersfield της Καλιφόρνια, από το οποίο και ο αγγλικός τίτλος του έργου, αγοράζει από κάποιον παλιατζή έναν μεγάλων διαστάσεων πίνακα στην εξευτελιστική τιμή των τριών δολαρίων. Ο πίνακας μοιάζει πραγματικά με έργο του μεγάλου ζωγράφου Jackson Pollock. Η ίδια επηρεασμένη από κάποιες γνώμες αλλά και επειδή θέλει πάρα πολύ το έργο να είναι αληθινό καλεί έναν από τους μεγαλύτερους εκτιμητές τέχνης στον κόσμο για να γνωματεύσει περί της γνησιότητας του.
Ο επαΐων, ιστορικός τέχνης Λάιονελ Πέρσυ (Νίκος Παντελίδης) έρχεται και μέσα σε λίγα λεπτά γνωματεύει, βασιζόμενος στη γνώση, στο ένστικτο και στην εμπειρία του ότι το έργο δεν είναι γνήσιο. Η γυναίκα δεν συμμερίζεται την άποψη του επιμένοντας στο ότι ο πίνακας είναι γνήσιος και αξίζει πολλά εκατομμύρια δολάρια. Φυσικά δεν μπορεί να παρουσιάσει επιχειρήματα μια και δεν έχει ιδέα από τέχνη πόσο μάλλον να αντικρούσει την άποψη του ειδικά σπουδαγμένου εκτιμητή που έχει εργαστεί στους μεγαλύτερους χώρους τέχνης του κόσμου.
Εκείνη αντιδραστικός χαρακτήρας που πήγαινε πάντα κόντρα στο ρεύμα, λίγο αλκοολική, πολύ αποτυχημένη. Εκείνος τύπος κλειστός, απόλυτος, με μεγάλη αυτοπεποίθηση για τις ικανότητές του, σεξουαλικά στερημένος αλλά πάντα εγκρατής. Δύο άνθρωποι διαφορετικού κοινωνικο-οικονομικού καθώς και μορφωτικού επιπέδου που ανήκουν σε διαφορετικούς κόσμους.
Από το σημείο αυτό αρχίζει μια πολύ ενδιαφέρουσα στιχομυθία με πολλές σκέψεις και απόψεις σε θέματα που αφορούν στην τέχνη. Τί είναι τέχνη; Τί είναι αυτό που δίνει αξία σε ένα έργο τέχνης; Ποια η σημασία και η διαφορά μεταξύ ενός γνήσιου έργου τέχνης και ενός αντιγράφου; Ποιος είναι αυτός που αποφασίζει; Είναι εύκολο ή σωστό να βγάζει κανείς γρήγορα συμπεράσματα; Και πολλά άλλα που καλύπτουν ένα μεγάλο φάσμα από όλα αυτά που έχουν σχέση με την τέχνη.
Τελικά αποκαλύπτεται η αιτία της επιμονής της. Η διαφορά της αλήθειας από το ψέμα και η αξιολόγηση της δικής της ζωής. Εκείνος μετά από τις εκμυστηρεύσεις της και με τη βοήθεια μερικών ποτηριών αλκοόλ μαλακώνει, επιμένει όμως, παρόλες τις πιέσεις της, ότι το έργο δεν είναι γνήσιο. Τελικά τη λυπάται και τη συμβουλεύει, την παροτρύνει να δεχτεί την καθόλου ευκαταφρόνητη προσφορά ενός αγοραστή. Ο τρόπος σκέψης του τον δυσκολεύει να καταλάβει τη δική της ψυχολογία. Η σύγκρουση των δύο εντελώς διαφορετικών χαρακτήρων και κόσμων είναι από τα δυνατά σημεία του έργου. Θα πουληθεί το έργο; Θα υποκύψει η γυναίκα, που ζει, σε συνθήκες πενίας, χάρη στην οικονομική βοήθεια του αδελφού της; Θα το κρατήσει σαν ένα ψέμα που είναι αλήθεια; Ποιος ξέρει;

Από αυτά που μου φάνηκαν κάπως περίεργα είναι το πως ένας από τους καλύτερους εκτιμητές έργων τέχνης στον κόσμο ανταποκρίνεται στο κάλεσμα μιας άνεργης μπαργούμαν η οποία ομολογεί ότι αγόρασε το έργο για τρία δολάρια από παλιατζίδικο, ταξιδεύει από το ένα άκρο της Αμερικής (Νέα Υόρκη) στο άλλο (Καλιφόρνια) για να αποφανθεί. Επίσης παράξενο το που βρίσκεται το σίγουρα υπέρογκο ποσόν που θα απαιτούσε μια τέτοια γνωμάτευση. Ο ειδήμων εργάζεται σε μια πολύ μεγάλη εταιρεία εκτιμητών τέχνης. Μπορεί να πιστεύει ότι βρίσκεται μπροστά στην ανακάλυψη του αιώνα; Είναι συχνές τέτοιες ανακαλύψεις;
Δεύτερο περίεργο το πως μια γυναίκα που δεν έχει καμία σχέση με την τέχνη φτάνει στο σημείο να φαντάζεται πως ένα μεγάλων διαστάσεων έργο που αγόρασε στην απίστευτη τιμή των τριών δολαρίων μπορεί να είναι ένα αυθεντικό έργο του Jackson Pollack με αξία πολλών εκατομμύριων. Έστω και αν της φούσκωσαν τα μυαλά κάποιοι άλλοι ή και ταυτίζει το έργο με τη ζωή της, με τον εαυτό της.
Άλλο ακόμα πιο περίεργο σημείο του έργο είναι το πως ο τόσο «κουμπωμένος», σνομπ, ελιτιστής, άλλοτε επιθετικός και απόλυτος όπως και άλλοτε ευάλωτος, πάντα όμως υπερφίαλος και απόλυτα σίγουρος για τον εαυτό του connoisseur τέχνης, μέσα σε μισή ώρα, βγάζει τα μύχια της ψυχής του. Εξομολογείται τα προβλήματα και τους δαίμονες που τον βασανίζουν σε μία αλκοολική, looser, αθεράπευτα αθυρόστομη γυναίκα την οποία θεωρεί μηδενικό και κάτι λιγότερο. Μια γυναίκα που αιτιολογεί τις αποτυχίες της με τη στάση της να πηγαίνει πάντα αντίθετα στο ρεύμα. Μια γυναίκα που αναρωτιέται αν αξίζει η ζωή που ζει, κάτι το οποίο συνδέει με τη αξία του πίνακα φθάνοντας στα άκρα με τις απόπειρες αυτοκτονίας της καθώς και την απόπειρα καταστροφής του πίνακα. Από όλη τη συζήτηση δημιουργείται και η έντονη αμφισβητήσει για τις πρόχειρες εκτιμήσεις ακόμα και αν γίνονται από τους απόλυτα εξειδικευμένους
Παρόλο τα παραπάνω παράξενα, το έργο είναι πλήρες μηνυμάτων που αφορούν στην τέχνη για αυτό και αξίζει να το δει κανείς, για αυτό και το απόλαυσα.
Τελικά ο συγγραφέας αναρωτιέται, τι είναι τέχνη; Πως ξεχωρίζει η υψηλού επιπέδου τέχνη; Πως ξεχωρίζει το αυθεντικό έργο τέχνης από την απομίμηση; Βάζοντας την Maude να αναρωτιέται για όλα αυτά τρίζει τα θεμέλια της εκτίμησης των έργων τέχνης ως προς την ποιότητα, την αυθεντικότητα και την αξία τους. Πόσο ρόλο παίζει η υποκειμενική εκτίμηση και πόσο η αντικειμενική που σίγουρα κάνει την ίδια την τέχνη να αποτελεί κάτι που μπορούν να απολαύσουν μόνο οι μυημένοι. Έχω γράψει επάνω σε αυτό το θέμα κριτική, στο βιβλίο μου «Κριτική» με την ευκαιρία της έκθεσης “Fake” στην The Pulse Gallery του Κολωνακίου (σελ 278)
Πολλοί θεωρούν ότι το έργο είναι κωμωδία, εγώ δεν έχω αυτήν την άποψη αλλά εντελώς αντίθετα πιστεύω ότι είναι δράμα. Η ζωή δύο ανθρώπων που ζουν το δράμα τους, ο καθένας με διαφορετικό τρόπο. Ανάμεσά τους η τέχνη και όλα όσα αφορούν σε αυτήν καθώς και κάποια σημάδια μέσα στην ομίχλη.
Συντελεστές:
Η μετάφραση του γεμάτου από νοήματα έργου από τον Λεωνίδα Παπαδόπουλο είναι πολύ καλή. Η σκηνοθεσία από τον ίδιο εξαιρετική
Η Σκηνογραφία – Ενδυματολογία της Όλγας Ντέντα πάρα πολύ σωστή
Οι φωτισμοί της Κατερίνας Μαραγκουδάκη
Η μουσική (Λ. Τζερεφού) υπέροχη, προσθέτει πολλά στη δημιουργία της σωστής ατμόσφαιρας..

Διανομή:

Η Ράνια Σχίζα ως Μώντ στην αρχή μου φάνηκε κάπως υπερβολική, αργότερα ¨ζεστάθηκε¨ και ερμήνευσε πολύ καλά τον ρόλο της.
Ο Νίκος Παντελίδης ως Λάιονελ μπήκε με αξιοσημείωτο τρόπο στο πετσί του ρόλου του χαρίζοντάς μας μια εξαιρετική ερμηνεία.
Διαρκεια : 90 ‘ σε όχι ιδιαίτερα αναπαυτικά καθίσματα. Το προσωπικό του θεάτρου πολύ ευγενικό, από την κυρία που έκλεισα τα εισιτήρια μέχρι όλους τους άλλους.

  • 13
  •  
  •  
  •  

Σχολιάστε