52 Χρόνια από την Εκτέλεση του “Αρίστου” Παγκρατίδη

52 χρόνια συμπληρώνονται σήμερα 16/2  από την εκτέλεση του Αριστείδη Παγκρατίδη, του καταδικασθέντα ως Δράκου του Σέιχ Σου.

«Ο Παγκρατίδης εξετελέσθη Εις το Σέιχ Σου.» Μανούλα μου είμαι αθώος», ήταν οι τελευταίες του λέξεις». Αυτόν τον τίτλο έδωσε στις 17 Φεβρουαρίου του 1968 ο συντάκτης της εφημερίδας «Μακεδονία». Έτσι γραφόταν ο τραγικός επίλογος μιας ιστορίας που συγκλόνισε το πανελλήνιο.  Μετά από μια δίκη παρωδία, ο καταδικασθείς ως δράκος του Σέιχ Σου, Αριστείδης Παγκρατίδης εκτελέστηκε, πριν 52 χρόνια, για τα αποτρόπαια εγκλήματα που του αποδόθηκαν.

Το 1959 η Θεσσαλονίκη συγκλονίστηκε από μια σειρά δολοφονικών επιθέσεων στο δάσος του Σέιχ Σου και στην περιοχή της Μίκρας. Τα θύματα, ζευγάρια και μοναχικές γυναίκες, δολοφονούνταν με πέτρες, κακοποιούνταν σεξουαλικά (οι γυναίκες) και ληστεύονταν. Ο δράστης έμεινε στην ιστορία ως «ο δράκος του Σέιχ Σου» και η φήμη του τρομοκρατούσε την πόλη για πολύ καιρό.

Σχεδόν πέντε χρόνια μετά τα εγκλήματα η χωροφυλακή συνέλαβε ένα άτομο που είχε αποπειραθεί να επιτεθεί σε μια ανήλικη σ΄ ένα ορφανοτροφείο. Το άτομο αυτό ήταν ο Αριστείδης Παγκρατίδης, ένας περιθωριακός νέος, που είχε καταδικαστεί στο παρελθόν για μικροκλοπές, δούλευε κατά καιρούς εδώ κι εκεί κι εκδιδόταν επί χρήμασι. Μερικές μέρες αργότερα η χωροφυλακή ανακοίνωσε περήφανα ότι είχε στα χέρια της τον «δράκο του Σέιχ Σου»: ο Παγκρατίδης είχε ομολογήσει μετά από επτά ημέρες, μια ομολογία που ο ίδιος όμως αναίρεσε, μιλώντας για  βασανιστήρια.

Η δίκη του έγινε το 1966 και όλα έδειχναν ότι η απόφαση ήταν προειλημμένη. Σημαντικά στοιχεία και μαρτυρίες που κατέρριπταν την ταύτισή του με τον δράκο αποκρύφτηκαν ή αγνοήθηκαν. Ο συνήγορος του εμποδίστηκε να τον υπερασπίσει όπως ήθελε, αργότερα μάλιστα κατήγγειλε ότι δέχτηκε ακόμη και απειλές για τη ζωή του. Άνθρωποι που γνώριζαν καλά αυτόν τον ταλαιπωρημένο νέο, τον μεγαλωμένο σε συνθήκες ακραίας φτώχειας και αστοργίας (είχε αποκτήσει το παρατσούκλι «Γουρούνα», επειδή έψαχνε για φαγητό στα σκουπίδια), απέκλειαν την περίπτωση να ήταν αυτός ο δράκος. Το ίδιο έκαναν κατ΄ ιδίαν, όπως παραδέχτηκαν αργότερα, ακόμη και αξιωματικοί της χωροφυλακής που πήραν μέρος στην έρευνα και τις ανακρίσεις. Ώς και ο εισαγγελέας στη δίκη δεν πείστηκε εντελώς για την ενοχή του, γι΄ αυτό πρότεινε ισόβια. Ακόμα και σήμερα, τα εγκληματολογικά προφίλ και η συμπεριφοριστική ανάλυση δεν μπορεί να τοποθετήσει τον Παγκρατίδη σε τόσο βίαιες και βάναυσες εγκληματικές σκηνές.

Αλλά ο Παγκρατίδης ήταν ένα εύκολο εξιλαστήριο θύμα, μια βολική λύση, ειδικά καθώς η αστυνομία πιεζόταν να βρεί ένοχο, ενώ υπήρξαν αργότερα σαφείς υπαινιγμοί για «εντολές άνωθεν». Στις αναπαραστάσεις των επιθέσεων όμως, οι ισχυρισμοί του Παγκρατίδη δεν ταίριαζαν με την πραγματικότητα. Οι αρχές τότε δεν έδωσαν σημασία. Στο πρόσωπο του νεαρού, οι αστυνομικοί έβλεπαν με ευκολία τον «δράκο», που τόσα χρόνια τρομοκρατούσε την πόλη και τους ταπείνωνε, επειδή δεν μπορούσαν να τον συλλάβουν. Όταν έφυγε από τα χέρια της ασφάλειας, ανακάλεσε την ομολογία, το δικαστήριο όμως ήταν αμείλικτο. Χωρίς να τον αναγνωρίσει ούτε ένας αυτόπτης μάρτυρας, τον καταδίκασε σε θάνατο….

Καταδικάστηκε σε θάνατο και τουφεκίστηκε τον Φεβρουάριο του 1968. Τα τελευταία λόγια του, μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, ήταν: «Μανούλα μου, είμαι αθώος».

aristos anesis
Συνεχίζεται στο θέατρο Άνεσις για λίγες ακόμα παραστάσεις ο Αρίστος, η παράσταση που σκηνοθέτησε ο Γιώργος Παπαγεωργίου, με τους Φιλαρέτη Κομνηνού, Μιχάλη Οικονόμου και Γιάννη Λεάκο βασίζεται στο βιβλίο του Θωμά Κοροβίνη, Ο Γύρος του Θανάτου:  πρόσωπα που συνδέονται με τον Παγκρατίδη, εξομολογούνται τη ζωή και τη σχέση τους με τον ήρωα: ο συμμαθητής και φίλος του από τα παιδικά χρόνια, η μάνα, ένας χωροφύλακας δημοκρατικών φρονημάτων, ο δοσίλογος περιπτεράς, ένας συντηρητικός αστός της παραλίας, το αφεντικό του στον «Γύρο του θανάτου» και δύο περιστασιακοί του έρωτες, η τραβεστί Λολό και μία λαϊκή τραγουδίστρια, καταθέτουν τη θέση και τη στάση τους για τη δική τους ζωή, φωτίζουν τις σκοτεινές πτυχές της τραγικής προσωπικότητας του νεαρού Αριστείδη και μεταφέρουν την κοινωνικοπολιτική ατμόσφαιρα που διαμορφώθηκε στη Θεσσαλονίκη μετά την κατοχή και τον εμφύλιο.

Αυτή τη λαϊκή βάση φωτογραφίζει ο Κοροβίνης στο κείμενο του, με σύντομες σκηνές που συνθέτουν μια αιχμηρή περιγραφή της εποχής, αλλά και μια κοινωνική καταγγελία, για τη φτώχεια, τον εκφυλισμό, και την δικαστική πλεκτάνη που σχεδιάστηκε και εκτελέστηκε σε βάρος του Αριστείδη Παγκρατίδη. Αυτό το πρόσωπο, ενώ στο βιβλίο δεν μιλά καθόλου αλλά παρουσιάζεται μέσα από τις διηγήσεις των άλλων, στην παράσταση παίρνει το λόγο, και με μυθιστορηματικό τρόπο συνδράμει κι εκείνος στην κατασκευή του προφίλ του. Ενός προφίλ που έτσι κι αλλιώς κατασκευάστηκε προκειμένου να εξυπηρετήσει τις αστυνομικές και δικαστικές ανάγκες της εποχής του.

  • 26
  •  
  •  
  •  

Σχολιάστε