Άγγελος Εξολοθρευτής από την Άντζελα Μπρούσκου στο Φεστιβάλ Αθηνών

Στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών, η Άντζελα Μπρούσκου  διασκευάζει και σκηνοθετεί τον Άγγελο εξολοθρευτή του Λουίς Μπουνιουέλ (El ángel exterminador, 1962), μια μακάβρια κωμωδία με καυστική ματιά πάνω στην ανθρώπινη φύση που μπορεί να κρύβει άγρια ένστικτα και ανομολόγητα μυστικά.

Σημείωμα της σκηνοθέτριας 

Ένα δείπνο λαμβάνει χώρα σε μια πολυτελή έπαυλη. Κάποια στιγμή έρχεται η ώρα να φύγουν οι επισκέπτες. Τότε διαπιστώνουν ότι δεν μπορούν να βγουν από το σαλόνι. Ο άγγελος εξολοθρευτής παγιδεύει μέλη της υψηλής κοινωνίας σε ένα περιβάλλον που τα αναγκάζει να έρθουν αντιμέτωπα με την πραγματικότητα. Ο άγγελος τιμωρεί. Αναγκάζει τους επισκέπτες να επιδοθούν σε βάρβαρες πράξεις για να τους δείξει τη σκληρή πλευρά της ανθρώπινης φύσης. Τη στιγμή της κρίσης ξεχνούν τους τρόπους τους και στρέφονται ο ένας ενάντια στον άλλο. Σε μια εποχή πολιτικής αβεβαιότητας, το κοινό ερώτημα του «τι πρόκειται να συμβεί», ο πανικός αλλά και η αδράνεια που το συνοδεύουν, βρίσκουν την ηχώ τους σ’ αυτούς τους ανθρώπους, οι οποίοι μετά βίας μπορούν να ξεσηκωθούν για να βγουν από το δωμάτιο, να δράσουν αποφασιστικά για την επιβίωσή τους. Όπως στο τέλος της ζωής των περισσότερων ανθρώπων, έτσι και στο τέλος της παραμονής σε αυτό το σαλόνι οι επισκέπτες περιμένουν τον θάνατο. Ίσως τελικά αυτό το σαλόνι να συμβολίζει τη ζωή: η ζωή είναι σαν ένα σαλόνι από όπου δεν υπάρχει διαφυγή.

 

Η ιστορία του έργου

Η πλοκή του Άγγελου Εξολοθρευτή είναι εύκολο να συνοψισθεί, αν και τα κίνητρα των χαρακτήρων του παραμένουν μυστηριώδη. Ο Buñuel περιέγραψε το έργο ως «την ιστορία μιας ομάδας φίλων που δειπνούν μαζί αλλά όταν πάνε στο σαλόνι μετά το δείπνο, βρίσκουν ότι για κάποιο ανεξήγητο λόγο δεν μπορούν να φύγουν.» Για εξίσου ανεξήγητους λόγους , μετά την προετοιμασία του δείπνου για τους καλεσμένους, όλοι εκτός από έναν από τους υπηρέτες του αρχοντικού αισθάνονται υποχρεωμένοι να το εγκαταλείψουν. Παγιδευμένοι στο σαλόνι, οι επισκέπτες σύντομα θα αρχίσουν να πανικοβάλλονται. Η αφήγηση μας τοποθετεί στην ίδια θέση με τους φιλοξενούμενους, δημιουργεί ένα αίνιγμα ως προς το  γιατί δεν μπορούν να φύγουν, πώς θα μπορούσαν να ξεφύγουν και τι σημαίνει η κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει.

Ο Buñuel γύρισε αυτή την τολμηρή ταινία στο τέλος των δεκαοκτώ χρόνων εξορίας του στο Μεξικό και ήταν το μοναδικό έργο του από εκείνη την εποχή στην οποία είχε πλήρη καλλιτεχνική ελευθερία. Το 1946, όταν προσλήφθηκε από τον Ρώσο παραγωγό Óscar Dancigers για να σκηνοθετήσει μια ταινία στο Μεξικό, ο Buñuel ήταν ήδη μεσήλικας με σύζυγο και δύο γιους και χωρίς δουλειά. Αν και στα πρόθυρα να πάρει την αμερικανική ιθαγένεια, είχε μόλις απολυθεί από το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της Νέας Υόρκης ως δήθεν κομμουνιστής. Μετακόμισε με την οικογένειά του στο Μεξικό και, από το 1946 έως το 1964, έκανε 20 ταινίες στην εμπορική βιομηχανία της χώρας, όλες με μικρούς προϋπολογισμούς και στενά προγράμματα γυρισμάτων.

Ο Άγγελος Εξολοθρευτής ήταν μια διαφορετική ιστορία, όμως, μια πιο προσωπική δουλειά που έφτασε σε ένα καθοριστικό σημείο της καριέρας του Buñuel, ακριβώς πριν από την τελική του επιστροφή στο Παρίσι και αμέσως μετά τη σκανδαλώδη υποδοχή της Viridiana (1961), την πρώτη του ταινία στην Ισπανία, μια ισπανική-μεξικανική συμπαραγωγή) από τότε που είχε έρθει στην εξορία. Η Viridiana επελέγη ως η επίσημη είσοδος της Ισπανίας στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών, όπου κέρδισε ένα μεγάλο βραβείο, αλλά καταδικάστηκε από το Βατικανό για ιεροσυλία και στη συνέχεια απαγορεύτηκε στην Ισπανία. Για να διανεμηθεί αλλού, η εθνικότητα της ταινίας έπρεπε να αλλάξει από ισπανική σε μεξικάνικη, όπως είχε συμβεί και με τον ίδιο το Buñuel. Αυτές οι τραυματικές συνθήκες βοηθούν να εξηγηθεί γιατί ο Buñuel ήταν τόσο αποφασισμένος να δείξει τι θα μπορούσε να επιτευχθεί με την καλλιτεχνική ελευθερία στο Μεξικό, ακόμη και όντας εξόριστος.

Του παραχωρήθηκε αυτή η ελευθερία από τον παραγωγό Gustavo Alatriste, τον σύζυγο της Silvia Pinal, την οποία ο Buñuel είχε χρησιμοποιήσει στη Viridiana κάνοντας τη διάσημη παγκοσμίως. Ο Buñuel της έδωσε επίσης έναν ρόλο-κλειδί στον Άγγελο Εξολοθρευτή. Ο Alatriste, έγραψε αργότερα ο Buñuel, είχε πλήρη εμπιστοσύνη σ ‘αυτόν και δεν παρενέβη καθόλου στην παραγωγή. Ο Buñuel επέλεξε τη σάτιρα για αυτή την ταινία, μια αφηγηματική απόφαση που ξέφυγε από τα άλλα μεξικάνικα έργα του, τα οποία ήταν ως επί το πλείστον μελοδράματα, πριν από τα τελικά του αριστουργήματα στο Παρίσι, The Discreet Charm of the Bourgeoisie, και το The Phantom of Liberty (1974).

Ο Άγγελος Εξολοθρευτής έχει το είδος της πειραματικής δομής που ο Buñuel θα ωθούσε στα όριά του στα τελικά του έργα , κάτι που μπορεί να βρεθεί και στα πρώιμα σουρεαλιστικά κλασικά του έργα. Όπως στον Ανδαλουσιανό Σκύλο ο Άγγελος Εξολοθρευτής δημιουργεί μια ένταση μεταξύ των αισθητήριων αντιλήψεων και της αφηγηματικής συνοχής – ο διαλεκτικός Buñuel είχε μάθει από τη θεωρία των ονείρων-έργων του Freud, όπου η αφηγηματική κίνηση αντιμετωπίζεται ως μια μορφή λογοκρισίας (ή δευτερεύουσας αναθεώρησης) και οι υποκείμενες εικόνες αποτιμώνται ως πηγή ανακάλυψης και ανατροπής. Έτσι, στον Άγγελο Εξολοθρευτή, οι θεατές αντιμετωπίζουν συνεχώς σφάλματα συνέχειας – επαναλήψεις, ασυνέπειες, αντιφάσεις – που μπορούν να χαθούν αν επικεντρωθούν αποκλειστικά στην αφήγηση. Σύμφωνα με τον Buñuel, «Υπάρχουν περίπου είκοσι επαναλήψεις στην ταινία, αλλά μερικές είναι πιο αισθητές από άλλες».

Ωστόσο, η προσοχή στις αισθητικές αντιλήψεις μας επιτρέπει να διαπιστώσουμε ότι κάτι είναι τρομερά λανθασμένο με αυτήν την αφήγηση κάτι που ουσιαστικά δικαιολογεί τον χαρακτήρα της Silvia Pinal που προτείνει έναν έξυπνο τρόπο διαφυγής από την παγίδα.

Το έργο τονίζει την ακραία ταξική σύγκρουση, η οποία μπορεί να αποβεί θανατηφόρα αλλά αντιμετωπίζεται με κωμικό παραλογισμό. Όχι μόνο οι αστοί φιλοξενούμενοι και οι υπάλληλοί τους διαχωρίζονται ριζικά μέσα από την αφήγηση, αλλά φαίνονται επίσης ανίκανοι να ταυτιστούν μεταξύ τους. Η επιθυμία απομόνωσης ξεκινάει από το ένστικτο αυτοσυντήρησης και «καθαρότητας» της ελίτ στην οποία ανήκουν. Δεν έχουν μέλλον παρά μόνον παρόν και παρελθόν. Γι’ αυτό και η απόδραση από την αόρατη φυλακή, όπου οι καλοί τρόποι παραχωρούν τη θέση τους στη βία και την επιθετικότητα, είναι φαντασιακή, βλέπει προς τα πίσω και γίνεται δυνατή μοναχά διά της μνήμης.
Οι σκηνές μπορεί να μοιάζουν αυθαίρετες, πίσω τους όμως κρύβεται μια λογική, η λογική της ανατροπής, του ξεσκεπάσματος της κοινωνικής καταπίεσης, του παραλογισμού μιας χωρίς καμιά κρυφή γοητεία κοινωνίας, καθώς και της εκμετάλλευσης του ατόμου από κυνικούς πολιτικούς, αδηφάγους καπιταλιστές και μια βουτηγμένη στην υποκρισία εκκλησία. Με άλλα λόγια, αναμένουμε στο Φεστιβάλ Αθηνών μια ανεπανάληπτη, σουρεαλιστική, μαύρη κωμωδία σε διασκευή.

15 – 17 Ιουλίου Πειραιώς 260

Μετάφραση – Απόδοση: Θέμελης Γλυνάτσης
Διασκευή – Σκηνοθεσία: Άντζελα Μπρούσκου
Μουσική: Nalyssa Green
Επιμέλεια κίνησης: Βάλια Παπαχρήστου
Σκηνικά – Εικαστική επιμέλεια: Μαρία Παπαδημητρίου
Κοστούμια: Άντζελα Μπρούσκου
Φωτισμοί: Στέλλα Κάλτσου
Βοηθός σκηνοθέτη: Στέβη Κουτσοθανάση
Video: Άντζελα Μπρούσκου
Παίζουν: Θέμις Μπαζάκα, Κωνσταντίνος Τζούμας, Παρθενόπη Μπουζούρη, Αλέκος Συσσοβίτης, Χάρης Φραγκούλης, Άγγελος Παπαδημητρίου, Σταύρος Λίτινας, Γεωργιάννα Νταλάρα, Κωνσταντίνα Αγγελοπούλου, Γιώργος Κοψιδάς, Ανδρέας Κοντόπουλος, Άρης Παπαδημητρίου, Ανδρέας Κωνσταντίνου, Βάλια Παπαχρήστου, Nalyssa Green
Οργάνωση – Εκτέλεση παραγωγής: Ευάγγελος Κώνστας – Constantly Productions

, ,

No comments yet.

Αφήστε μια απάντηση