Είδαμε την Αυλή των Θαυμάτων στο Μέγαρο Μουσικής – Κριτική της Παράστασης

Με αφορμή τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Ιάκωβου Καμπανέλλη, ο πολιτιστικός οργανισμός Λυκόφως σε συμπαραγωγή με το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών παρουσιάζουν ένα θεατρικό εγχείρημα, την Αυλή των Θαυμάτων ως μιούζικαλ, σε σκηνοθεσία Χρήστου Σουγάρη με το συνθέτη Στέφανο Κορκολή να υπογράφει τη μουσική επένδυση.

Παιγμένο για πρώτη φορά το 1957 από το Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν, στην Αθήνα, το έργο του Καμπανέλλη βούτηξε βαθιά στον αιώνιο αγώνα των μη προνομιούχων, την αναπόφευκτη επισφάλεια όσων ζουν στο περιθώριο και την ακατανίκητη θέλησή τους να ζήσουν. Τοποθετημένη στις φτωχές γειτονιές της πρωτεύουσας, ανάμεσα σε νοσταλγούς πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, ήρωες της εργατικής τάξης, και το αναπόφευκτο κουτσομπολιό, η Αυλή των Θαυμάτων περιγράφει περισσότερο ένα συναίσθημα παρά μια ενιαία ιστορία. Όπως είπε κάποτε ο Κάρολος Κουν, «το θέατρο του Καμπανέλλη είναι πρώτα και κύρια ελληνικό».

  • Κείμενο Κάτια Σωτηρίου

Αυτή η αυλή και οι άνθρωποί της μας υποδέχονται στο κείμενο του Καμπανέλλη με μια αυθεντικότητα που μόνο να απολαύσει κανείς μπορεί, καθώς οι ήρωες και οι ιστορίες ξετυλίγονται μπροστά μας με την απλότητα και τον αυθορμητισμό της καθημερινότητάς τους. Με ανοιχτές καρδιές και μισόκλειστές κουρτίνες.  Και είναι ακριβώς εκεί, μέσα από τη ζωή τους, που η ιστορία ξετυλίγεται και δείχνει τα σημάδια της. Μέσα από τα χαμένα όνειρά τους και τις ελπίδες τους, οι οποίες, ωστόσο, παραμένουν χαμένες. Γιατί οι άνθρωποι είναι η ίδια τους η πατρίδα. Το χώμα και οι μυρωδιές του. Οι εκριζώσεις, οι διαιρέσεις και οι επαναστάσεις. Η αυλή, ένα γραφικό και οικείο μέρος, παραδοσιακό και γνωστό από προηγούμενα έργα, αναβίωσε ξανά για να σχηματίσει το σκηνικό, όπου το όνειρο του Έλληνα δεν υλοποιείται και οι μεταπολεμικές ψευδαισθήσεις εξανεμίζονται, αλλά όπου οι άνθρωποι με κάποιο, θαυματουργό τρόπο επιμένουν, αφημένοι στην προσμονή του θαύματος.

Η παράσταση

Η πρώτη αίσθηση της παράστασης όταν ανοίγει η κουρτίνα είναι εκπληκτική, αφού το σκηνικό της Ελένης Μανωλοπουλου είναι όχι μόνο άψογο αισθητικά αλλά και απόλυτα λειτουργικό, όπως και οι εξαιρετικοί φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου που τονίζουν, ενισχύουν αλλά και υπαινίσσονται τις στιγμές και παρουσίες των ερμηνευτών. Το πρόβλημα εντοπίζεται σιγά σιγά στις σκηνοθετικές κατευθύνσεις του Χρήστου Σουγάρη που αποδυνάμωσαν την πρόζα με σαφή στόχο να τονίσουν την αίσθηση του «υπερθεάματος» . Και καθώς όλο αυτό ενισχύεται από την πολυτελή αισθητική της πλατείας του Μεγάρου, η ουσία του έργου και το βαθύ λαϊκό του συναίσθημα μένουν μετέωρα, μη καταφέρνοντας τελικά να συγκινήσουν το θεατή. Η συγκεκριμένη παράσταση είναι ένα πολύ καλό παράδειγμα του πώς ένα κείμενο μπορεί να παρουσιαστεί σχεδόν αυτούσιο, με μια διασκευή τίμια αν και με προβλήματα, πλην όμως ξένο προς το ίδιο του το είδος. Οι «διπολικές» αγωνίες που όλοι, λίγο-πολύ, έχουμε αντιμετωπίσει στην Ελλάδα,  η εικόνα των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων με την πληγωμένη συλλογική μνήμη του παρελθόντος, που κουβαλά τη μιζέρια και την παθολογία που γεννούν τα αδιέξοδα της καθημερινότητας περνούν σε δεύτερη μοίρα μπροστά στην ανάγκη δημιουργίας ενός εντυπωσιακού συνόλου.

avli ton thavmaton

Έτσι η παράσταση θέλει να μεταδώσει κάτι από την αυθεντικότητα των λαϊκών ανθρώπων και να συνδέσει τις ιδιωτικές ιστορίες με τις κρίσιμες κοινωνικές συνθήκες της μετεμφυλιακής Ελλάδας, όλα όμως μπλέκουν μάλλον άτολμα, καταλήγοντας σε μια μάλλον επιδερμική ανάγνωση, αφού η πλοκή κουκουλώνεται πίσω από το – έξοχο κατά τα άλλα – μουσικό ύφος και την οπτική εκζήτηση. Ενδεικτική σκηνή της αμήχανης σκηνοθεσίας το κάπως άβολο τέλος – που έπεται μιας μάλλον καλύτερης επιλογής ως τελικής σκηνής.

Η μουσική του Στέφανου Κορκολή είναι πράγματι υπέροχη και είναι, μαζί με κάποιες ερμηνείες, το πιο δυνατό στοιχείο της παράστασης. Όμοια, και οι στίχοι του Γεράσιμου Ευαγγελάτου, όπως πάντα ακριβείς σε αυτό που στοχεύουν. Έξοχη επίσης η παρουσία της ζωντανής ορχήστρας. Άρα πέτυχε η μεταφορά της Αυλής σε μιούζικαλ; Έχει σίγουρα ενδιαφέρον ως επιλογή, αλλά η χρήση των μεγάλων σε διάρκεια μουσικών κομματιών, με την όχι τόσο δημιουργική ή ευφάνταστη χορογραφία όπως αναμένεται σε ένα μιούζικαλ, βαραίνει δυσανάλογα στην πρόζα, και οι μικρές παράλληλες ιστορίες κάπου εξαφανίζονται, κάπου γίνονται πιο υπαινικτικές από όσο πρέπει, κάπου δεν αναπτύσσονται επαρκώς. Οπτικά όλες οι αναφορές λειτουργούν, διαισθητικά, όμως, χάνουν αρκετά. Εάν η πρόζα είχε σκηνοθετικά τον όγκο που έπρεπε, και αν η ανάπτυξη κάποιων βασικών ηρώων γινόταν στο σωστό μέτρο, τότε η παράσταση θα βουτούσε όσο βαθιά έπρεπε στο υπαρξιακό αδιέξοδο της διττότητας του Έλληνα, που από τη μια αγνοεί κάθε μέτρο, αλλά που ονειρεύεται και κυνηγά μια άπιαστη, υποτυπώδη ευτυχία στα ασφυκτικά πλαίσια που του επιβάλλει η περιορισμένη υλική του κατάσταση στον παρόντα χωροχρόνο. Αυτή η ασφυξία, έφτασε ελάχιστα στην πλατεία.

Οι ερμηνείες

Ο Γιώργος Γάλλος ερμηνεύει τον Στέλιο, την πιο χαρακτηριστική προσωπικότητα της Αυλής, που ενσαρκώνει την αέναη προσπάθεια του Έλληνα να πιάσει την καλή. Ωστόσο φαίνεται να ατυχεί στο συγκεκριμένο ρόλο, δίνοντας μια μετατοπισμένη ερμηνεία, αφού και χωλαίνει στα μελωδικά σημεία, αλλά και δίνει μεγάλο χώρο στο κωμικό στοιχείο, αποδυναμώνοντας έτσι την τραγικότητα του βαθιά συμπλεγματικού και άβουλου Στέλιου, που βλέπει τον κόσμο του να καταρρέει εσωτερικά και εξωτερικά.

Η Ρούλα Πατεράκη, παρασύρθηκε στο πρώτο μέρος του έργου σε μια, στα όρια της καρικατούρας, μανιώδη Αννετώ, για να βρεί έξοχα τις ισορροπίες της στο δεύτερο μέρος, μεταφέροντας στο κοινό σωστά πια την αίσθηση ότι η ηρωίδα της είναι δυστυχισμένη και προδομένη, και όχι κακιά, με αποκορύφωμα το συγκινητικό της τραγούδι για τη μοναξιά της. Ωστόσο θα πρέπει να τονίσουμε ότι μας έκανε κακή εντύπωση ο βωμολοχικός οχετός της Αννετώς στη σύγκρουση της με το Στράτο. Αυτή η άστοχη και άβολη στιγμή βαραίνουν ισότιμα τη διασκευή και τη σκηνοθεσία.

Η Κατερίνα Παπουτσάκη,  έξοχη ως αναμενόταν στα μουσικά κομμάτια, ερμηνεύει και στην πρόζα την Όλια με ένταση και πάθος, προσδίδει στην ηρωίδα της την απαραίτητη απογοήτευση και μοναξιά, αποτελώντας μια από τις ευχάριστες παρουσίες της παράστασης.

Ο Αλέξανδρος Μπουρδούμης, με σκηνική άνεση φέρνει στη σκηνή την ζωντάνια αλλά και την απόγνωση του Μπάμπη, που μέσα από μικροαπάτες, μέσα από όνειρα, μέσα από την ελπίδα, προσπαθεί να διεκδικήσει ένα καλύτερο μέλλον για εκείνον και τη γυναίκα του. Ισότιμη παρτενέρ του η Κόρα Καρβούνη,  στο ρόλο της συζύγου του, με την οποία τσακώνονται, χωρίζουν, αλλά αμέσως τα ξαναβρίσκουν. Με σωστές εντάσεις και σημαντική προσπάθεια στα μουσικοχορευτικά μέρη, ερμηνεύει τη Βούλα, με τις πιο καλές της στιγμές να έρχονται στην επιστροφή του ζευγαριού από την αποτυχημένη μετοικεσία.

Η Φιλαρέτη Κομνηνού, που είχαμε δει ως Όλγα στο ανέβασμα της παράστασης του Τσιάνου το 1999, εδώ αναλαμβάνει το ρόλο της Καίτης, που έχει γραφτεί ειδικά για την συγκεκριμένη παράσταση. Φέρνει στη σκηνή τη στόφα της grande dame, αποδεικνύοντας ότι ακόμα και τα μιούζικαλ είναι φυσικός της χώρος, με ένα φλογερό μουσικό act για το μοιραίο του έρωτα που παραπέμπει σε βερολινέζικο καμπαρέ, ενώ στη συνέχεια με βιτριολική αμεσότητα, που κάνει το θεατή να αδημονεί για την επόμενη ατάκα, σχολιάζει τα τεκταινόμενα με την ειλικρινή και βαθιά θλίψη ενός ανθρώπου που έχει χάσει την πίστη του στην ζωή και το μέλλον.

Ο Μάνος Βακούσης, ως ο επί ταράτσας φιλόσοφος, έχει μια σχεδόν υπερβατική παρουσία στην παράσταση, ερμηνεύοντας τον απογοητευμένο Ιορδάνη με δραματικά και χιουμοριστικά ισόρροπη ευαισθησία – με πιο αδύναμο το μουσικό του μέρος.

Ο Δημήτρης Πιατάς ως Λάσκος, συναισθηματικό αντίβαρο της Καίτης, έχει μια τρυφερή παρουσία, που δίνει στην παράσταση ένα νεύμα συγκατάβασης προς τη ζωή, σαν να πιάνει το νόημα της συμφιλίωσης με τη μοιραία φθορά.

Η σπουδαία σοπράνο Ειρήνη Καράγιαννη, συγκινεί στα λυρικά κομμάτια, αλλά και στις στιγμές που ψάχνει το χαμένο της παιδί, φανερώνοντας την ανυπεράσπιστη και πονεμένη ψυχοσύνθεση της ηρωίδας της. Είναι αναμφισβήτητα ένα απο τα μεγάλα ατού αυτής της παράστασης.

Ο Γιώργος Τσιαντούλας ως ο ρωμαλέος υδραυλικός Στράτος βγάζει μια νατουραλιστική τραχύτητα στις σκηνές του αδιεξόδου του, αλλά και μεγαλύτερη τρυφερότητα στις κοινές σκηνές με την Όλγα. Ωραία παρουσία και εύστοχη σε εντάσεις ερμηνεία.

Ξεχωρίσαμε τον Αλέξανδρο Βάρθη, που είναι χαρισµατικός ερμηνευτικά και φωνητικά, και τη Μαρία Διακοπαναγιώτου, δαιµόνια Ντόρα, που ερμηνεύει απολαυστικά την ηδονισμό της ηρωίδας της , ενώ και η Μαρίζα Τσάρη και η Ηλέκτρα Σαρρή κινούνται στη σκηνή με τη δέουσα λαϊκότητα.  Θα θέλαμε η παρουσία του Γιώργου Ντάβου να έχει τονιστεί με μεγαλύτερη συμπεριληπτικότητα στη διασκευή.

Τα υπόλοιπα πρόσωπα του έργου με μικρότερη αλλά εύστοχη παρουσία, οι  Μαρία Σαββίδου, Αργυρώ Ανανιάδου, Κρίς Ραντάνοφ, Χρήστος Τσούκας και Χρήστος Ζαμπάτης .

Στο σύνολο της η παράσταση είναι ένα όμορφο και δουλεμένο θέαμα, ευχάριστο στις αισθήσεις, αλλά είναι σαφώς μια αστικοποιημένη εκδοχή της Αυλής των Θαυμάτων, από όπου λείπει έντονα η ανθρωπογνωστική χροιά του Καμπανέλλη και το βαθύ πηγαίο του συναίσθημα.  Αξίζει όμως να τη δείτε, για την υπέροχη μουσική, και κάποιες φωτεινές ερμηνευτικές στιγμές.

Ταυτότητα

Σκηνοθεσία: Χρήστος Σουγάρης

Πρωτότυπη Μουσική – Ενορχήστρωση: Στέφανος Κορκολής

Στίχοι: Γεράσιμος Ευαγγελάτος

Δραματουργία: Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου

Χορογραφίες: Φωκάς Ευαγγελινός

Σκηνικά-Κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου

Σχεδιασμός Φωτισμών: Αλέκος Αναστασίου

Μουσική Διδασκαλία  Επιμέλεια μουσικού υλικού: Σάββας Ρακιντζάκης

Hair design: Daniel Αθανασίου

Σχεδιασμός ήχου-ηχοληψία: Ανδρέας Γεωργαλλής

Βοηθός σκηνοθέτη: Νικόλας Ιωακειμίδης

Βοηθός σκηνογράφου-ενδυματολόγου: Έμιλυ Κουκουτσάκη

Β’ Βοηθός σκηνοθέτη: Βασιλική Αθανασοπούλου

Β΄ Βοηθός σκηνογράφου- ενδυματολόγου: Ελίνα Αλουπογιάννη

Φωτογραφίες promo: Πάνος Γιαννακόπουλος

Φωτογραφίες παράστασης: Μιχάλης Γκούμας

Βίντεο Παράστασης: Κωνσταντίνος Αντωνόπουλος

Βίντεο promo: Φώτης Φωτόπουλος

Σχεδιασμός αφίσας: Διονύσης Ανδριανόπουλος

Διεύθυνση Παραγωγής: Κατερίνα Μπερδέκα

Οργάνωση Παραγωγής: Μαρία Κακάρογλου, Μαρία Σαμαρτζή

 

 

Σχολιάστε

Θέατρο - mytheatro.gr