fbpx

«Γκέμμα» του Δημήτρη Λιαντίνη

Διοτίμα μου, Φεύγω

Η φιλοσοφία στο θέατρο
antoniadis
Κριτική Στέλιος Αντωνιάδης
Προλογικά και εξομολογητικά πρέπει να πω πως δεν γνώριζα τον Λιαντίνη και τη φιλοσοφία του μέχρι την περασμένη χρονιά που παρουσιάστηκε η θεατρική «Γκέμμα». Πέρσι δεν μπόρεσα να δω την παράσταση ωστόσο αγόρασα το βιβλίο αλλά και διάβασα όλα όσα υπάρχουν στο διαδίκτυο. Πιστεύω ότι κάπως έτσι διαμόρφωσα μια αρκετά εμπεριστατωμένη γνώμη για τα έργα και τις ημέρες του, χωρίς να μπορώ να πω ότι τον γνώρισα σε βάθος κάτι που θα γίνει διαβάζοντας περισσότερο και διαμορφώνοντας συγκριτική άποψη.
Ο Δημήτρης Λιαντίνης (το πραγματικό του επίθετο ήταν Νικολικάκος, το Λιαντίνης το επέλεξε από τη γενέτειρα του, τη Λιαντίνη της Λακωνίας) ήταν φιλόσοφος, ποιητής, ακαδημαϊκός δάσκαλος (δίδαξε στη μέση αλλά και στην ανώτατη εκπαίδευση ως αναπληρωτής καθηγητής), συγγραφέας και μεταφραστής. Εκτιμούσε τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό τον οποίο μελετούσε σε ολόκληρη τη ζωή του και πίστευε στη σημασία της ένταξής του στην καθημερινή ζωή των Ελλήνων. Μελετούσε επίσης τη σχέση της ορθόδοξης πίστης με τον ελληνισμό. Το βιβλίο του «Γκέμα», το οποίο έχει μεταφραστεί σε πολλές ξένες γλώσσες, θεωρείτε το σημαντικότερο από αυτά που έγραψε.

Το 1998, σε ηλικία 56 ετών αφού έστειλε γράμματα στην κόρη, στη σύζυγο και σε κάποιους φίλους και συγγενείς αλλά και αφού πήρε την ευχή της μητέρας του! Εξαφανίστηκε. Στο γράμμα προς την κόρη του Διοτίμα-Γκέμα έγραφε πως είχε αποφασίσει να «αφανιστεί αυτοθέλητα» κάτι το οποίο είχε επιμελημένα προετοιμάσει σε όλη του τη ζωή. Το γεγονός αποτέλεσε προσφιλές θέμα των ΜΜΕ για αρκετό καιρό έως ότου τελικά, αφού ακολουθήθηκε η θέληση του με βάσει τις οδηγίες που είχε αφήσει, τα οστά του βρέθηκαν, μετά την παρέλευση επτά χρόνων, σε μια σπηλιά του Ταϋγέτου. Η ταυτοποίηση των λειψάνων επιβεβαιώθηκε με την ιατροδικαστική γνωμάτευση, η αιτία θανάτου δεν διαγνώστηκε, βρέθηκαν όμως στη σπηλιά αμπούλες καλίου;
Τα παραπάνω αποτελούν γεγονότα, αυτά που γράφω στη συνέχεια αποτελούν προβληματισμούς. Ο Λιαντίνης ήταν κοινωνικός άνθρωπος που αγαπούσε τη ζωή. Είχε καλές σχέσεις με τους φοιτητές του και απολάμβανε την αγάπη της οικογένειάς και των φίλων του. Είχε μια επιτυχημένη καριέρα και ικανοποιητική αναγνώριση. Το μεγάλο ερώτημα είναι γιατί κουβαλούσε πάντα στην ψυχή του τον θάνατο; Όλοι ξέρουμε ότι θα πεθάνουμε και αυτό μας θλίβει βαθύτατα. Φυσικά τα υπαρξιακά μας προβλήματα αρχίζουν ή γίνονται πιο έντονα μετά από κάποια ηλικία και κυρίως μετά από την αποδημία αγαπημένων μας προσώπων.

Όλοι ξέρουμε και πολύ καλά ξέρουμε ό,τι ο θάνατος δεν νικιέται παρόλο που τα επιτεύγματα της ιατρικής κατόρθωσαν να αργοπορήσουν την έλευσή του σε πολύ σημαντικό βαθμό. Το να πιστεύεις ότι εάν εσύ καθορίσεις τον χρόνο και τον τρόπο του θανάτου σου (αυτοχειρία) νικάς τον θάνατο μου φαίνεται τουλάχιστο αφελές. Το τί γίνεται μετά από τον θάνατο αποτελεί μέγιστο ερώτημα που, όπως είναι γνωστό, ακόμα δεν έχει την απάντησή του.
Το να σκεφτεί ο βαριά άρρωστος και σφοδρά ταλαιπωρημένος ασθενής, στην απελπισία του, να σταματήσει το μαρτύριό του, έχει μια λογική. Μπορεί να έχει λογική την οποία όμως οι γιατροί αντιμετωπίζουμε με ψυχιατρική υποστήριξη αλλά και κάνοντας ό,τι καλύτερο μπορούμε, με όλες μας τις δυνάμεις, ολόκληρες ομάδες ειδικών επιστημόνων, με την υποστήριξη μηχανημάτων που αποτελούν τα τελευταία επιτεύγματα της τεχνολογίας, μη εγκαταλείποντας τον αγώνα μέχρι την τελευταία στιγμή. Το να αποφασίζει κάποιος να πεθάνει, όντας απόλυτα υγιείς (εκτός και εάν δεν ήταν), αποτελεί κατά τη γνώμη μου ύβρη προς το δώρο της ζωής και προς αυτόν που μας το χάρισε. Ωστόσο δέχομαι τις απόψεις των άλλων και προσπαθώ να τις ερμηνεύω. Στο γράμμα προς την κόρη του ο συγγραφέας έγραφε: «Διοτίμα μου, Φεύγω αυτοθέλητα. Αφανίζομαι όρθιος, στιβαρός και περήφανος. Ετοίμασα τούτη την ώρα βήμα-βήμα ολόκληρη τη ζωή μου, που υπήρξε πολλά πράγματα, αλλά πάνω από όλα εστάθηκε μια προσεκτική μελέτη θανάτου. Τώρα που ανοίγω τα χέρια μου και μέσα τους συντρίβω τον κόσμο, είμαι κατάφορτος με αισθήματα επιδοκιμασίας και κατάφασης». Το να νικήσεις τον θάνατο πεθαίνοντας μου φαίνεται πραγματικά παράξενο. Κάτι ακόμα που μου τόνισε φίλος ψυχίατρος με τον οποίο είδαμε μαζί το έργο, είναι ό άκρατος ναρκισσισμός της πράξης που δεν υπολογίζει τις επιπτώσεις προς το άμεσο οικογενειακό περιβάλλον και τα υπόλοιπα αγαπημένα πρόσωπα.

Εγώ έχω βγάλει τα συμπεράσματά μου, ο αναγνώστης ας βγάλει τα δικά του.

Ο θάνατος έχει πολύ μεγάλη σχέση με τη φιλοσοφία και τη θρησκεία για αυτό και στο φιλοσοφικού περιεχομένου βιβλίο μου «Δοξογράφημα» υπάρχουν πολλές απόψεις παγκόσμια γνωστών φιλοσόφων. Παραθέτω μερικές από αυτές που έχουν ιδιαίτερη σχέση με τα παραπάνω, Οι Ρωμαίοι επικούρειοι φορούσαν δαχτυλίδια και μενταγιόν στα οποία υπήρχε η φράση «Nihil igitur mors est ad nos» (Ο θάνατος δεν είναι τίποτα για εμάς). Σε ένα επικούρειο επίγραμμα ρωμαϊκού τάφου διαβάζουμε το «Non fui, fui, non sum, non curo» (Δεν υπήρχα, υπήρξα, δεν υπάρχω, δεν με νοιάζε). Να προσθέσω και κάτι από τον Schopenhauer: «Η ζωή του σώματος είναι θάνατος υπό αναστολή» (είμαστε νεκροί σε σειρά αναμονής έλεγε ο Λιαντίνης), «Το βάδισμά είναι το πέσιμο που διαρκώς εμποδίζεται να συμβεί». Μπορώ να προσθέσω πάρα πολλά αλλά η οικονομία του χώρου δεν το επιτρέπει.

Το έργο

Η μεταφορά ενός φιλοσοφικού κειμένου στο θέατρο σίγουρα δεν αποτελεί κάτι πολύ εύκολο. Ο Αγγελόπουλος το κατόρθωσε και μάλιστα με έναν εξαιρετικό τρόπο, με μια πολύ καλή ροή και στον σωστό χρόνο που δεν σε κάνει να βαριέσαι. Φυσικά και δεν είναι θέατρο για τους πολλούς, ούτε και για αυτούς που θέλουν να περάσουν δύο ευχάριστες ώρες. Είναι ένα έργο που βασίζεται σε αυτά που πρέσβευε ο Λιαντίνης και άσχετα με το αν συμφωνείς ή όχι με τις απόψεις του, άσχετα με το αν βρίσκεις ή δεν βρίσκεις κάποια πρωτότυπη φιλοσοφική σκέψη, δεν παύουν να αναφέρονται σε γνωστούς, συχνούς προβληματισμούς και έτσι να αποτελούν εφαλτήριο στοχασμών. Ακόμα και κάποια σημεία που είναι πολύ γνωστά όπως αυτό του Σόλωνα με τον Κροίσο ή κάποια άλλα, δεν είναι κακό να επαναλαμβάνονται για αυτούς που τα ξέρουν και για αυτούς που δεν τα ξέρουν. Το ίδιο ισχύει και για τον Τειρεσία ο οποίος υπήρξε διαδοχικά και άντρας και γυναίκα και έτσι ήταν σε θέση να ξέρει ποιος ηδονίζεται περισσότερο κατά την ερωτική πράξη, ο άνδρας ή η γυναίκα και η γνωστή απάντηση του ό,τι αν διαιρούσαμε την ηδονή σε μέρη δέκα, ένα θα έπαιρνε ο άντρας και εννιά η γυναίκα. Υπάρχουν και άλλα πολύ γνωστά που όμως παρουσιάζονται με έναν εξαιρετικό τρόπο μαζί με όλα τα άλλα που περιέχουν τη φιλοσοφία του Λιαντίνη για την οποία έγραψα παραπάνω.

Συντελεστές:

Η Θεατρική προσαρμογή και η Σκηνοθεσία του Πάνου Αγγελόπουλου αποτελούν πραγματικό άθλο. Η άριστη απόδοση ενός τόσο δύσκολου έργου και η σκηνοθετική του προσέγγιση αξίζουν θερμά συγχαρητήρια. Ελπίζουμε να συνεχίσει και με άλλα παρόμοια.
Τα Σκηνικά του Γιάννη Ζημιανίτη υπηρετούν πολύ ικανοποιητικά την παράσταση καθώς και η περιστρεφόμενη σκηνή.
Η Μουσική της Έρρικας Σωτηρόπουλου είναι εξαιρετική. Δημιουργεί με μεγάλη επιτυχία την κατάλληλη για το έργο ατμόσφαιρα. Το ίδιο μπορώ να πω και για τα πολύ επιτυχημένα βίντεο.
Τα κοστούμια της Λευκής Δεριζιώτη ταιριάζουν απόλυτα με το έργο.
Σύμβουλος κίνησης: Έρση Πήττα.

Ηθοποιοί:
Νίκος Καλογερόπουλος, Βίκυ Μαραγκάκη, Αλίκη Ζαχαροπούλου, Κωνσταντής Ζημιανίτης, Κρυσταλλία Κεφαλούδη, Δανάη Μπερή και ο Γιώργος Νάκος. Όλοι τους άριστοι και οι παλαιότεροι-εμπειρότεροι ακόμα περισσότερο (Ο Διογένης ξεχωρίζει).

Διάρκεια: 105′

Υ- Είχα πολλά χρόνια να πάω στο θέατρο Βρετάνια. Επιτέλους απόλαυσα μια αίθουσα που μοιάζει με αίθουσα θεάτρου. Βαρέθηκα τα σιδηρουργεία, τις αποθήκες, τα υπόγεια, τους πάγκους για καθίσματά σε εντελώς ακατάλληλες και Επικίνδυνες αίθουσες (το τονίζω με το Ε) στις οποίες όμως πολλές φορές παρουσιάζονται θαυμάσια έργα.

Στέλιος Αντωνιάδης – mytheatro.gr

  • 45
  •  
  •  
  •  

Σχολιάστε