Είδαμε τη Δασκάλα με τα Χρυσά Μάτια στο Θέατρο Βέμπο

Για πρώτη φορά μεταφέρεται στη σκηνή το αριστούργημα του Στρατή Μυριβήλη «Η Δασκάλα με τα Χρυσά Μάτια». Τη διασκευή αλλά και τη σκηνοθεσία υπογράφει ο Πέτρος Ζούλιας, ενώ τη δασκάλα Σαπφώ Βρανά υποδύεται η Λένα Παπαληγούρα.

*Κριτική Κάτια Σωτηρίου

Η «Δασκάλα με τα Χρυσά Μάτια

Η «Δασκάλα με τα Χρυσά Μάτια» είναι μυθιστόρημα του Στρατή Μυριβήλη που δημοσιεύτηκε σε μέρη στην εφημερίδα «Καθημερινή» την περίοδο 1931-1932 και κυκλοφόρησε ως αυτόνομο ολοκληρωμένο βιβλίο το 1933. Αποτελεί το δεύτερο μέρος της  λεγόμενης «τριλογίας του πολέμου» που περιγράφει τους πολέμους του ελληνικού λαού και τις συνέπειές τους. Προηγείται το μυθιστόρημα «Η ζωή εν Τάφω» και ακολουθεί το έργο «Παναγιά Η Γοργόνα». Η περίοδος, στην οποία αναφέρονται, είναι τα έτη 1917–1922 κατά τα οποία ο συγγραφέας είχε καταταχθεί εθελοντικά στο στρατό και πήρε μέρος στους Βαλκανικούς πολέμους και τον Α΄Παγκόσμιο Πόλεμο ενώ κατά τη Μικρασιατική εκστρατεία υπηρέτησε ως λοχίας στο Εσκισεχίρ. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή επέστρεψε και εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στη γενέτειρά του, τη Λέσβο.

daskala xrysa

Το μυθιστόρημα ξεκινά με την επιστροφή του ήρωα Λεωνή Δρίβα στη γενέτειρά του, Μυτιλήνη, μετά το τέλος του Μικρασιατικού Πολέμου. Αμέσως πληροφορείται από την αδερφή του τον  θάνατο της μητέρας του που αποτελεί προέκταση όλων των θανάτων που βίωσε ή και προκάλεσε ο ίδιος στο μέτωπο του πολέμου. Τον βασανίζει κυρίως η ανάμνηση του ακρωτηριασμού και του θανάτου  του φίλου του, Στρατή Βρανά, στο στρατιωτικό νοσοκομείο του Εσκισεχίρ. Τώρα, πίσω στην πατρίδα έχει ως θλιβερό καθήκον να παραδώσει στη χήρα του φίλου του, τη δασκάλα του χωριού, ενθύμια που του παρέδωσε ο νεκρός. Η πρώτη συνάντηση με την όμορφη δασκάλα, Σαπφώ, φέρνει δυσφορία στον Λεωνή γιατί θεωρεί πως ούτε η εμφάνισή της ούτε η συμπεριφορά της μαρτυρούν θρήνο και πένθος για τον χαμένο της σύζυγο. Αργότερα, ο ήρωας μαθαίνει από τους συγχωριανούς του τα αρνητικά σχόλια που λέγονται για τη δασκάλα,  τον πόθο του αντρικού πληθυσμού για τη νεαρή όμορφη γυναίκα καθώς  και για το δύσμορφο άρρωστο παιδί της που το κρατά κλεισμένο στο σπίτι. Εν τω μεταξύ η αδερφή του και η Σαπφώ γίνονται φίλες. Ενώ ο Λεωνής σκόπιμα διατηρεί εχθρικά συναισθήματα προς τη Σαπφώ προσπαθώντας να καταπνίξει τον πόθο του για τη γυναίκα του φίλου του υποφέροντας από εφιάλτες και ενοχές γι’ αυτό που νιώθει. Η Σαπφώ εξομολογείται στα αδέρφια ότι είχε παντρευτεί τον Βρανά από καθήκον, όχι από αγάπη, και ότι συχνά της φερόταν βίαια. Ο Λεωνής αποφασίζει να απομακρυνθεί από το χωριό για να αποφύγει τη Σαπφώ, μα στην τελευταία σκηνή του έργου οι δυο τους απομονωμένοι σε μια κοιλάδα σμίγουν ερωτικά.

Ο Μυριβήλης, στο έργο του είναι ένας από τους πιο λυρικούς μυθιστοριογράφους, με ερωτική διάθεση και με άνεση σε ότι αφορά την αξιοποίηση των εκφραστιών μέσων, ιδιαίτερα φυσιολάτρης με σοβαρό ύφος και ωραία γλώσσα, αλλά και αντιπολεμικό χαρακτήρα, περιλαμβάνοντας το αίσθημα, το πάθος και την συγκίνηση, με σταθερό τόνο που συνάδει με τον ρεαλισμό και έχοντας στην γραφή του την δυνατότητα να περιγράψει την συλλογική συνείδηση: την κοινωνία της εποχής που βιώνει, με τις όποιες κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές συνθήκες που την χαρακτηρίζουν.  Επιπλέον, μας δίνει πληροφορίες για τα ήθη και έθιμα του νησιού καθώς και τον χαρακτήρα τον ανθρώπων της εποχής. Ο Μυριβήλης με την μοναδική του τέχνη και την εξαιρετική γραφή του μας μεταδίδει τις αντιφάσεις της ανθρώπινης ψυχής.

Είναι ένα από τα πιο εμβληματικά πρόσωπα της γενιάς του 1930. Η πεζογραφία του επηρεάστηκε έντονα από τη συντριβή της Μεγάλης Ιδέας και τις συνέπειες της Μικρασιατικής Καταστροφής και διακρίθηκε για το οξύ αντιπολεμικό της πνεύμα, αποτυπωμένο στα μυθιστορήματά του «Η ζωή εν τάφω» (1924) και «Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια» (1932). Ο ίδιος εντάχθηκε εξαρχής στο ρεύμα του δημοτικισμού, διατηρώντας εκ παραλλήλου άρρηκτους δεσμούς με την παράδοση. Ο Μυριβήλης επιβαρύνθηκε στα χρόνια της ωριμότητάς του με πλήθος ιδεολογικές εμπλοκές, χωρίς να κρύψει τα πολιτικά του πάθη.

 Η παράσταση

Ο Πέτρος Ζούλιας ανέλαβε τη σκηνοθεσία και τη διασκευή του έργου. Η δομή της διασκευής ήταν αρκετά σφιχτή και στρωτή ώστε να μπορεί να καλύψει τα βασικά σημεία του μυθιστορήματος, ωστόσο η αίσθηση που δημιουργεί συγκριτικά με το λογοτεχνικό κείμενο είναι διαφορετική, όχι μόνο γιατί λείπει το λυρικό στοιχείο που αναβλύζει στην γραφή του Μυριβήλη, αλλά κυρίως γιατί απέφυγε να αποδώσει το πολιτικό κλίμα της εποχής, το ιδεολογικό υπόβαθρο της προσπάθειας ένταξης στην κομμουνιστική νεολαία,  με ελάχιστες αναφορές στον έντονο αντικομμουνισμό του Μυριβήλη, ενώ και τις ομοφυλοφιλικές σχέσεις τις περνά, κάπως επιδερμικά . Αυτή η διαφοροποίηση της διασκευής εκ των πραγμάτων εκβίαζε την σύγκριση, με αποτέλεσμα να εντοπίζει ο θεατής – γνώστης της γραφής του Μυριβήλη,  τις ασάφειες και τα κενά της παράστασης.

Το έργο είχε έναν πιο μελοδραματικό χαρακτήρα, χωρίς όμως να φτάνει τα πυρακτωμένα επίπεδα της λογοτεχνικής γραφής. Ο Ζούλιας κατάφερε να αναδείξει εν μέρει τον ψυχισμό των βασικών του χαρακτήρων, ωστόσο το γενικό πλαίσιο αφήνει μια μικρή αμηχανία:  Οι μικρές χρονικά σκηνές δράσης έχουν το πλεονέκτημα να μην κουράζουν, αλλά και το μειονέκτημα ότι κάποιες δεν προλαβαίνουν να αναπτυχθούν όσο πρέπει, ώστε να επικοινωνήσουν πλήρως το νόημά τους στο θεατή. Η ροή της παράστασης ωστόσο είναι γενικά απρόσκοπτη και διατηρεί ένα πολύ καλό ρυθμό, χωρίς η διάρκεια να κουράζει.

Οι ηθοποιοί είχαν σημαντική ερμηνευτική επάρκεια, παρά το γεγονός ότι η χρήση ψείρας δυστυχώς λειτουργεί σε βάρος του συναισθήματος και της εμβάθυνσης.

Η Λένα Παπαληγούρα σε μια από τις πιο ώριμες στιγμές της, ερμηνεύει τη Σαπφώ με θνητότητα, με τη συγκαλυμμένη  ευαισθησία που απαιτεί ο ρόλος της, αλλά και συγχρόνως ένταση, και κυνισμό. Έχει μια σχεδόν δωρική απλότητα στο παίξιμό της και μια εσωτερική δυναμική που την κάνει γνήσια και αυθεντική. Σηκώνει το ερμηνευτικό βάρος της παράστασης, και μαζί με τη Γιούλικα Σκαφιδά μας δίνουν τις καλύτερες ερμηνείες της παράστασης.

Η Γιούλικα Σκαφιδά ουσιώδης, με γερά πατήματα στη σκηνή, συναίσθημα και ρυθμό ερμηνεύει την Ανδριανή, της αδερφή του Λεωνή. Χαρακτηριστικό για το πόσο αφαιρεί η ψείρα από τους καλούς ηθοποιούς είναι ότι στην παράσταση που παρακολουθήσαμε το μικρόφωνο της Σκαφιδά είχε τεχνικό πρόβλημα, με αποτέλεσμα να δημιουργείται η αίσθηση τονικών λαθών που δεν είχαν σχέση με την ερμηνεία της ηθοποιού, και που δημιουργούν έναν γενικό εκνευρισμό.

Ο Κωνσταντίνος Ασπιώτης ανέλαβε το δύσκολο ρόλο του Λεωνή Δρίβα. Με ψηλές τονικότητες, φυσικότητα, αλλά όχι και με πάσχουσα ένταξη στο κειμενικό όλον. Ίσως εδώ η δραματουργία και η σκηνοθετική προσέγγιση να παγίδευσαν τον πολύ καλό αυτόν ηθοποιό, καθώς τόσο η εναλλαγή σκηνών, όσο και η συνεχής παρουσία του φαντάσματος του Βρανά επί σκηνής λειτουργούσαν αποσπαστικά για τον Ασπιώτη, εκβιάζοντας μια μάλλον νευρική ερμηνεία.

Ο Γιώργος Κωνσταντίνου αποτέλεσε το κωμικό και ταυτόχρονα ασφαλές αντίβαρο στη δραματικότητα της ιστορίας, με μια ερμηνεία που απέπνεε γλυκύτητα και δυναμική.

Ο Γιώργος Γιαννόπουλος με την λαϊκή υποκριτική στόφα του, πλάθει με αυθεντικά «υλικά» τον άνθρωπο της εποχής του.

Όλοι οι ηθοποιοί δημιούργησαν ένα καλό ενιαίο σύνολο. Ξεχώρισαν ο ώριμος Μάρκος Παπαδοκωνσταντάκης, η Χριστίνα Τσάφου, ο Μιχάλης Λεβεντογιάννης,  και ο Σταύρος Μερμήγκης στο ρόλο του γέρου, ενώ την παράσταση υποστήριξαν με συνέπεια οι Αλμπέρτο Φάϊς, Ντίνος Σπυρόπουλος, , Πατρίκιος Κωστής, Αλεξία Μουστάκα, Χρήστος Ζαχαριάδης, Ευφροσύνη Σακελλαρίου, Βασίλης Λέμπερος, Βαγγέλης Κρανιώτης, Όλγα Σκιαδαρέση, Άννα Κωνσταντίνου, Αλίκη Ζαχαροπούλου, Αντρέας Λόντου.

Εξαιρετική η μουσική της Ευανθίας Ρεμπούτσικα που συνοδεύει τα δρώμενα, συγκινητική, νοσταλγική. Συνοδεύει έξοχα το χαρακτήρα που επέλεξε να δώσει ο Ζούλιας στην παράσταση του., Η Ντένη Βαχλιώτη αποτυπώνει με τα όμορφα κοστούμια της την εποχή, ενώ τα σκηνικά της Αθανασίας Σμαραγδή είναι λειτουργικά και πολύ εύστοχα. Οι σκηνές με την διάφανη κουρτίνα που χωρίζει το χωροχρονικό πεδίο μπορεί να μην είναι πρωτότυπες, αλλά είναι από τα δυνατά σημεία του έργου, ειδικά μάλιστα στην τελευταία σκηνή, δηλωτική της κοινωνικής επίδρασης της σχέσης του Λεωνή και της Σαπφούς.

Στο σύνολο της η παράσταση κυλά ευχάριστα, και αποτελεί μια αξιόλογη προσπάθεια να ανέβει στη σκηνή ένα δύσκολο λογοτεχνικό κείμενο. O Πέτρος Ζούλιας προσέγγισε το έργο με φροντίδα και αγάπη, στοιχεία που διαφάνηκαν. Έχουμε ενστάσεις ως προς τη δραματουργική διασκευή που δεν ακτινογραφεί την κοινωνικοπολιτική κατάσταση και προσφέρει στο θεατή μια μάλλον μονομερή γνωριμία με τις προθέσεις του Μυριβήλη, σε κάθε περίπτωση όμως είναι μια αξιοπρόσεκτη στιγμή για το θέατρο στη φετινή σεζόν.

Η Δασκάλα με τα Χρυσά Μάτια του Στρατή Μυριβήλη
Διασκευή-σκηνοθεσία: Πέτρος Ζούλιας

Πρωταγωνιστούν: Λένα Παπαληγούρα, Κωνσταντίνος Ασπιώτης, Γιούλικα Σκαφιδά, Μάρκος Παπαδοκωνσταντάκης, Χριστίνα Τσάφου, Γιώργος Γιαννόπουλος, Μιχάλης Λεβεντογιάννης Στο ρόλο του Δημάρχου, ο Γιώργος Κωνσταντίνου.

Μαζί τους: Αλμπέρτο Φάϊς, Ντίνος Σπυρόπουλος, Σταύρος Μερμήγκης, Πατρίκιος Κωστής, Αλεξία Μουστάκα, Χρήστος Ζαχαριάδης, Ευφροσύνη Σακελλαρίου, Βασίλης Λέμπερος, Βαγγέλης Κρανιώτης, Όλγα Σκιαδαρέση, Άννα Κωνσταντίνου, Αλίκη Ζαχαροπούλου, Αντρέας Λόντου.

Σκηνοθεσία: Πέτρος Ζούλιας
Μουσική: Ευανθία Ρεμπούτσικα

Σκηνικά: Αθανασία Σμαραγδή
Κοστούμια: Ντένη Βαχλιώτη
Μουσική: Ευανθία Ρεμπούτσικα
Φωτισμούς: Λευτέρης Παυλόπουλος
Χορογραφίες: Φώτης Διαμαντόπουλος
Video design – προβολές: Κάρολος Πορφύρης
Φωτογραφίες: Μαριλένα Αναστασιάδου
Βοηθός Σκηνοθέτη: Μαριάννα Τουντασάκη
Παραγωγή: Θεατρικές Επιχειρήσεις Τάγαρη
Οργάνωση Παραγωγής: Ντόρα Βαλσαμάκη
Προβολή και επικοινωνία: Βάσω Σωτηρίου-We Will

  • 80
  •  
  •  
  •  

Σχολιάστε