Είδαμε τη Μαρία Στιούαρτ στο Θέατρο Άλμα – Κριτική Παράστασης

Η «Mαρία Στιούαρτ» ένα από σημαντικότερα έργα του παγκόσμιου δραματολογίου από τις 2 Νοεμβρίου στην Κεντρική Σκηνή του θεάτρου ΑΛΜΑ, σε σκηνοθεσία Άντζελας Μπρούσκου. Οι παραστάσεις θα διαρκέσουν ως τις 8 Δεκέμβρη.

  • Κριτική Κάτια Σωτηρίου

Το δράμα του Friedrich Schiller   «Μαρία Στιούαρτ» περιστρέφεται γύρω από τις δυο μυθικές βασίλισσες της Ευρωπαϊκής  ιστορίας, την Ελισάβετ της Αγγλίας και την συγγενή της Μαρία της Σκωτίας Δύο αντίζηλες που διεκδικούν τον ίδιο θρόνο προκειμένου να επικρατήσουν  σ’ έναν κόσμο  ανδρών που επιβουλεύεται την θέση τους Και οι δύο παγιδευμένες  σε ένα  σύμπαν  που συνδιαλέγεται  με πολλές συγκρουόμενες δυνάμεις . Εθνικές ταυτότητες, θρησκείες, παραμορφωμένες ιδεολογίες, ιστορικές συμμαχίες. Τα πάθη μετατρέπονται σε φιλοδοξίες, η πολιτική σε ίντριγκα και συνωμοσίες. Η προτεστάντης Ελισάβετ θα κερδίσει την εξουσία, αλλά καταλήγει μόνη στο θρόνο , ενώ η καθολική Μαρία θα αναζητά ,μέχρι  την εκτέλεση της , μια αληθινή κατάσταση ύπαρξης μέσα από την θρησκεία.

Το έργο

Το 1799, μετά από δέκα χρόνια ενασχόλησης με τη Γαλλική Επανάσταση και τα επακόλουθα της, ο Friedrich Schiller δημιούργησε την πιο εξέχουσα ηρωίδα του, τη Mary Stuart, την οποία απεικονίζει ως μάρτυρα στη βάση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της ελευθερίας. Η Maria Stuart ενσωματώνει με τρόπο υποδειγματικό την ιδέα του Schiller για τη σχέση ανάμεσα στην ιστορία και την υπεροχή. Στο έργο, η ιστορική αντιπολίτευση μεταξύ της βασίλισσας Ελισάβετ Α και της βασίλισσας των Σκωτσέζων Μαρία μετατρέπεται σε μια σχεδόν αρχέτυπη σύγκρουση μεταξύ δύο γυναικών, η μια έξυπνη πραγματίστρια, η άλλη μια θαυμάσια, ιδεαλίστρια μάρτυρας. Η δραματουργία του Schiller για τις ιστορικές μορφές αυτών των δύο βασιλισσών δίνει μια εικόνα για το προβληματικό ζήτημα της δυνατότητας της γυναίκας να πράξει, όπως αυτή σχεδιάστηκε στα τέλη του 18ου αιώνα. Επισημαίνει την καταλυτική επιρροή της οπισθοδρομικής και σεξιστικής Εκκλησίας, την άρνηση των αντρών να υποταχτούν σε μία γυναίκα αρχηγό, την υποκρισία των αυλικών και τα παιχνίδια εξουσίας, που καθόρισαν την μοίρα των δύο διεκδικητριών του θρόνου.

Ο Schiller σχολιάζει τους άντρες οι οποίοι θέλησαν να τις εκμεταλλευτούν με κάθε τρόπο, αλλά και τη λαϊκή πεποίθηση ότι η ελέω Θεού εξουσία δεν θα πρέπει να εκφράζεται από άτομα θηλυκού γένους, τα οποία θεωρούνται εκ φύσεως κατώτερα. Η Ελισάβετ και η Μαίρη πέρα από συγγενείς, είχαν πολλά κοινά –από τον δυναμισμό και το ένστικτο επιβίωσης, έως την αποφασιστικότητα και την ευαισθησία τους, την οποία έπρεπε πάντοτε να κρατούν καλά κρυμμένη, για να μην φαίνονται αδύναμες. Γιατί σε μια εποχή που οι άντρες συνειδητοποιούσαν την ικανότητά τους να δημιουργούν και να αναπαράγουν την ιστορία, ο «τόπος» της γυναίκας ήταν στο σπίτι, όχι στη δημόσια ή στην πολιτική σκηνή. Βεβαίως, αποδίδοντας σε μια γυναίκα τη ριζοσπαστική δύναμη της θέλησης και του ηθικού θάρρους, ο Schiller φαίνεται να προκαλεί την αισθητική παράδοση του δέκατου όγδοου αιώνα που γέννησε τη σύγχρονη αντίληψη του υψηλού. Όπως τόνισε ο Μάριος Πλωρίτης, ο Schiller μας χάρισε  «την δραματοποιημένη σύγκρουση της άσχημης, άγαμης Ελισάβετ της Αγγλίας με την τρυφερή, όμορφη αμαρτωλή Μαρία της Σκωτίας που οδήγησε στην καρατόμηση της δεύτερης».

Η Mary Stuart, έγινε για τον Schiller, τον μεγάλο εκφραστή του Ρομαντισμού, η απόλυτη τραγική ενσάρκωση «εκείνης της αντοχής που οι μεγάλες απόψεις και μόνο μπορούν να εμπνεύσουν», το υπέρτατο παράδειγμα του υψηλού θάρρους.

Ο ρομαντισμός ορίζεται ως «η εξερεύνηση της φαντασίας σε αντιπαράθεση με τον κόσμο των φυσικών φαινομένων», και αντανακλούσε την πίστη στη σχέση του ανθρώπου και του πνεύματος και του ανθρώπου και της φύσης. Οι ρομαντικοί πίστευαν στην αυτονομία της εμπνευσμένης ιδιοφυΐας, στην αναγκαιότητα απελευθέρωσης της φαντασίας, στον αυθορμητισμό του διαισθητικού συναισθήματος, στην ελευθερία της καλλιτεχνικής έκφρασης και στο όραμα της φύσης ως μέρος ενός ενιαίου κόσμου. Στη Γερμανία το ρομαντικό κίνημα ονομάστηκε Sturm και Drang (Storm and Stress). Ο Schiller, μαζί με τον Goethe, ήταν ένας από τους σημαντικότερους πρεσβευτές του Ρομαντισμού στη Γερμανία. Ήταν θαυμαστής του έργου του Σαίξπηρ, προσαρμόζοντας τα έργα του για το γερμανικό θέατρο. Ο Schiller βρήκε την αγάπη για τη ζωτικότητα του Σαίξπηρ στην περιγραφή των παθών και των μυστικών κινήσεων της καρδιάς στις συγκεκριμένες εκφράσεις των ανθρώπων. Στη Μαρία Στιούαρτ πήγε ένα βήμα πιο πέρα, γράφοντας σε μαγικό ρεαλισμό, στο είδος δηλαδή όπου μαγικά ή εξωπραγματικά στοιχεία διαδραματίζουν φυσικό ρόλο σε ένα κατά τα άλλα ρεαλιστικό περιβάλλον. Οι πραγματικοί και φανταστικοί κόσμοι συνυπάρχουν στη σκηνή του έργου. Η συνομιλία μεταξύ της Elizabeth και του Leicester είναι ρεαλιστική. Η συζήτηση μεταξύ της Μαρίας και της Ελισάβετ παίζεται με τη φαντασία της Ελισάβετ καθώς η Μαρία είναι φυλακισμένη.  Για τον Schiller, το πάθος είναι η ουσία του τραγικού, ένα πάθος που γεννήθηκε από τη σύγκρουση ανάμεσα στο σώμα και την ψυχή, η οποία για τον Schiller είναι η αναπόφευκτη και οδυνηρή ένταση μεταξύ των φυσικών και ηθικών φύσεων.

Η παράσταση

Η Άντζελα Μπρούσκου, μια σκηνοθέτις ιδιαίτερης σκηνικής ευφυΐας, μεταφέρει στη σκηνή όλο αυτό το βαρύ θεωρητικό υπόβαθρο κατορθώνοντας να το απλοποιήσει, χωρίς να το απλουστεύσει. Συμπυκνώνει το έργο, χωρίς να το βαραίνει, και φέρνει μια εξαιρετική φεμινιστική προοπτική σε αυτή την εκδοχή, τοποθετώντας τις δύο γυναίκες στο επίκεντρο της δικής τους ιστορίας, εστιάζοντας στην εμμονή τους μεταξύ τους.  Σε παλιότερες εκδοχές αυτού του έργου είχαμε δει τις βασίλισσες ως πιόνια, ως κομμάτια σκακιού που μετακινούνται γύρω από τους άνδρες στο γήπεδο τους. Η Μπρούσκου, σωστά, θέλησε να επικεντρωθεί κυρίως στις γυναίκες, με τα κίνητρα και τις επιθυμίες των αρσενικών χαρακτήρων να είναι δευτερεύουσες. Δε δημιούργησε, έτσι ένα βαρύ έργο, αλλά μια απόπειρα κατανόησης του ρόλου της γυναίκας στη συγκεκριμένη περίοδο, απέναντι σε ένα ολέθριο δίπολο εξουσίας: εκείνο των ανδρών,  αλλά και της θρησκευτικής χειραγώγησης που απετέλεσε όχι μόνο πεδίο μαχών, αλλά και εσωτερικών δολοπλοκιών. Για το λόγο αυτό, είναι σημαντικό ότι επέλεξε να ξεπεράσει το στενό ιστορικό πλαίσιο, και να στήσει μια παράσταση πέρα από χρονικά όρια και εικόνες. επέλεξε σκοτεινούς, σχεδόν διαθλαστικούς πίνακες – δημιουργία του Σταύρου Λίτινα– που δημιουργούσαν χώρους και εικόνες επί εικόνων, υπαινικτικές σκιές και τελικά μια διαθλασμένη πρόσληψη της ποιητικής πραγματικότητας (θραύσματα, ζωές παράλληλες, αλήθεια και ραδιουργία, υποκρισία και αλαζονεία).   

Οι ερμηνείες, βασική αρχή επιτυχίας για ένα τόσο πολύπλοκο ποιητικό έργο, κινήθηκαν σε υψηλά, αλλά άνισα σε πολλές στιγμές επίπεδα.

Η Κατερίνα Μαραγκού ξεπερνώντας μια ασθενική αρχή, βρήκε την ισορροπία της λιτότητας στην ερμηνεία της και τη δυναμική μιας αντιερωτικής, σκληρής και πραγματίστριας Βασίλισσας. Σημαντική της στιγμή η σκηνή της αμφιταλάντευσης της σχετικά με την υπογραφή της εκτέλεσης, αλλά και η σύγκρουση με την Μαρία, όπου παρουσιάζεται αρχικά κυνική και υπερφίαλη, αλλά φεύγει ταπεινωμένη και ηττημένη.  Θα θέλαμε λίγο περισσότερο εσωτερικό βασανισμό στην τελική σκηνή όπου και η Ελισάβετ ζει και εκείνη την τραγωδία της εγκατάλειψης από όλους, συνέπεια της αλαζονείας και των δεσμών του χαρακτήρα της.

Η Παρθενόπη Μπουζούρη απέδειξε για μια ακόμα φορά την υποκριτική της δεινότητα, μεταφέροντας στη σκηνή το θάρρος, το πάθος και την τόλμη που ο Schiller επέλεξε για την Μαρία Στιούαρτ. Η Μαρία της  πετυχαίνει να υπερβεί τη φύση της, που είναι συνυφασμένη με τον πόθο για ζωή, και να θυσιαστεί προς χάριν της αξιοπρέπειας και της ηθικής της υπόστασης, που την αναδεικνύουν σε «Υψηλή Ψυχή». Απαλλαγμένη από φλύαρα εκφραστικά μέσα,  μέσα από επικεντρωμένη και καίρια ερμηνευτική συναισθηματική έκρηξη, υψώνει την τραγική μοίρα της ηρωίδας της στη σκηνή της συνάντησης με την Ελισάβετ, αλλά και την πορεία της προς την απελπισία που καταλαμβάνει την ανυπεράσπιστη ηρωίδα της. Έξοχα εσωτερική στην τελευταία σκηνή, όπου έχοντας αποδεσμευθεί από τα πάθη και την αισθητηριακή της φύση οδηγείται στο ικρίωμα.

Εξαιρετικά σατανικός,  ο Νίκος Καρδόνης ως λόρδος Σέσιλ, κυριαρχικός και αδίσταχτος, κινεί αδίσταχτα τα νήματα για να καθορίσει τις τύχες των ανθρώπων, γεγονότων και συγκυριών, σε μια από τις κορυφαίες ερμηνείες της παράστασης, που φωτίζει την αθέατη σκοτεινή περιοχή της σκηνοθεσίας της Μπρούσκου, αλλά και το πάντα παρόν, υφέρπον χιούμορ της.

Γενναίος, αγαθός, και ηθικός ο Τάλμποτ του Γιάννη Σαμσιάρη, δυναμικός και δίκαιος ο Πώλετ του. Ο Γιώργος Τριανταφύλλου με ξέφρενο πάθος και μεγάλη ένταση στο ρόλο του Μόρτιμερ, που ίσως ξέφευγε του μέτρου αλλά έδινε ένα σαφές προσωπικό στίγμα, ενώ ο Γιώργος Φριτζήλας είχε ανά στιγμές αδυναμία να συνδεθεί με την ηθική αμφιταλάντευση του ρόλου του – Λέστερ –  γεγονός που λειτούργησε αρνητικά στο ερμηνευτικό συνεχές του.

Οι φωτισμοί του Νίκου Σωτηρόπουλου ενίσχυσαν την σκηνική επιλογή των πλαισίων – πινάκων στη δημιουργία ενός ζοφερού, δυστοπικού, αλλά και διαχρονικού κόσμου.

Στο σύνολο της, η Μαρία Στιούαρτ της Μπρούσκου είναι μια σημαντική θεατρική στιγμή για την Αθήνα, που μετρά  υπερβολικά πολλές παραστάσεις ταυτόχρονα. Ίσως οι μικρές ερμηνευτικές διαφοροποιήσεις στη δυναμική να μην επέτρεψαν στην παράσταση να απογειωθεί συνολικά ως θεατρική εμπειρία, σε κάθε περίπτωση όμως είναι μια παράσταση που διατηρεί ακμαία την σπίθα της ενέργειας και της δημιουργικότητας, και που θα της άξιζε μεγαλύτερος χρόνος ακόμα για να τη γνωρίσει το θεατρικό κοινό της πόλης.

Maria Stuart_K.Marangou_Alma

Διασκευή | Σκηνοθεσία | ΑΝΤΖΕΛΑ ΜΠΡΟΥΣΚΟΥ

Μετάφραση | ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΕΠΑΣΤΑΣ

Σκηνικό | ΣΤΑΥΡΟΣ  ΛΙΤΙΝΑΣ

Φωτισμοί | ΝΙΚΟΣ ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ

Μουσική | ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΝΔΡΙΩΤΗΣ

Φωτογραφίες | ΕΛΙΝΑ ΓΙΟΥΝΑΝΛΗ

Βοηθός Σκηνοθέτη | ΒΙΚΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ

 

Παίζουν:

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΜΑΡΑΓΚΟΥ

ΠΑΡΘΕΝΟΠΗ ΜΠΟΥΖΟΥΡΗ

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΔΟΝΗΣ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΑΜΣΙΑΡΗΣ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΙΤΖΗΛΑΣ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ

  • 239
  •  
  •  
  •  

Σχολιάστε