fbpx

Είδαμε τον «Αρίστο» στο Θέατρο Άνεσις

Ο Αρίστος του Γιώργου Παπαγεωργίου είναι το θεατρικό φαινόμενο των τελευταίων δυο θεατρικών σεζόν, όχι μόνο λόγω των συνεχών sold out, αλλά κυρίως λόγω της εντυπωσιακά καθολικής αποδοχής από κοινό και κριτικούς. Φέτος, άνοιξε την τρίτη του χρονιά στο θέατρο Άνεσις, με δυο σημαντικές αλλαγές, με την Φιλαρέτη Κομνηνού να αναλαμβάνει , μετά τη Θεσσαλονίκη που την είχαμε δει πέρσι, το ρόλο της μάνας και της Σύλβας αντί για την Ελένη Ουζουνίδου , και τον Γιάννη Λεάκο αντί για το Γιώργο Χριστοδούλου.

  • Κριτική Κάτια Σωτηρίου
  • Φωτογραφίες για το Mytheatro Ελπίδα Μουμουλίδου  . Δείτε το πλήρες φωτογραφικό μας αφιέρωμα στη σελίδα μας στο Facebook

aristos anesis

Το έργο

«Ο Παγκρατίδης εξετελέσθη Εις το Σέιχ Σου.» Μανούλα μου είμαι αθώος», ήταν οι τελευταίες του λέξεις». Αυτόν τον τίτλο έδωσε στις 17 Φεβρουαρίου του 1968 ο συντάκτης της εφημερίδας «Μακεδονία». Έτσι γραφόταν ο τραγικός επίλογος μιας ιστορίας που συγκλόνισε το πανελλήνιο.  Μετά από μια δίκη παρωδία, ο καταδικασθείς ως δράκος του Σέιχ Σου, Αριστείδης Παγκρατίδης εκτελέστηκε, πριν 51 χρόνια, για τα αποτρόπαια εγκλήματα που του αποδόθηκαν.

Η παράσταση βασίζεται στο βιβλίο του Θωμά Κοροβίνη, Ο Γύρος του Θανάτου:  πρόσωπα που συνδέονται με τον Παγκρατίδη, εξομολογούνται τη ζωή και τη σχέση τους με τον ήρωα: ο συμμαθητής και φίλος του από τα παιδικά χρόνια, η μάνα, ένας χωροφύλακας δημοκρατικών φρονημάτων, ο δοσίλογος περιπτεράς, ένας συντηρητικός αστός της παραλίας, το αφεντικό του στον «Γύρο του θανάτου» και δύο περιστασιακοί του έρωτες, η τραβεστί Λολό και μία λαϊκή τραγουδίστρια, καταθέτουν τη θέση και τη στάση τους για τη δική τους ζωή, φωτίζουν τις σκοτεινές πτυχές της τραγικής προσωπικότητας του νεαρού Αριστείδη και μεταφέρουν την κοινωνικοπολιτική ατμόσφαιρα που διαμορφώθηκε στη Θεσσαλονίκη μετά την κατοχή και τον εμφύλιο.

Αυτή τη λαϊκή βάση φωτογραφίζει ο Κοροβίνης στο κείμενο του, παίρνοντας ξεκάθαρα θέση υπέρ της μη ενοχής του Παγκρατίδη, σχολιάζοντας εύστοχα την αναντιστοιχία του ψυχολογικού προφίλ του Αρίστου με εκείνο του πραγματικού Δράκου. Πρόκειται για ένα έργο χυμώδες, ποικιλόμορφο (αφηγηματικό, διαλογικό, με τραγούδια) και αισθητικά πολύσημο, ένα αφηγηματικό θεατρικό ντοκουμέντο, με τρία όλα κι όλα πρόσωπα σε διάφορους ρόλους.

Η παράσταση

Η διασκευή του Γιώργου Παπαγεωργίου και της Θεοδώρας Καπράλου αποφεύγει να δημιουργήσει ξεκάθαρες εικόνες καλών και κακών σ’ αυτήν την ψυχογραφική διελκυστίνδα, αλλά αφήνει να διαχυθεί η αλήθεια των σωμάτων και των εσωτερικών κόσμων, ώστε να ανοίξουν οι ψυχαναλυτικές προοπτικές του έργου και να κρίνει ο καθένας από εμάς ξεχωριστά το κάθε πρόσωπο, τα κίνητρα του, τις συνθήκες της ζωής και της εποχής. H διασκευή προσεγγίζει τα νοήματα του κειμένου με σεβασμό, προσοχή και ενσυναίσθηση και, σε απόλυτη επικοινωνία μαζί τους, τούς προσθέτει ρυθμό και κίνηση, αναδεικνύοντας κάθε λέξη του έργου με χιούμορ, διεισδυτικότητα και ευαισθησία.

aristos leakos

Με τον ίδιο τρόπο η σκηνοθεσία του Γιώργου Παπαγεωργίου εισάγει στην παράσταση τη δυναμική του βλέμματος, τη φρίκη της γνώσης της αλήθειας απέναντι σε μια εγκάθετη πραγματικότητα, την ευθύνη της μαρτυρίας, συνθέτοντας ένα σκηνικά ελκυστικό κοινωνιολογικό «σχόλιο» για την περιθωριοποιημένη, πικρή, έρημη, περιφρονημένη και ντροπιασμένη από την ίδια την κοινωνία, που τη γεννά, ζωή του Αρίστου και των άλλων περιθωριακών ανθρώπων, και βέβαια για την υποκρισία των «ευυπόληπτων», «καθωσπρέπει» αστών.

Το ενδιαφέρον του κειμένου μεγιστοποιείται πραγματικά από τη λιτή, ρεαλιστικής αλήθειας, ποιητικής ατμόσφαιρας, χαμηλόφωνα μουσικών ρυθμών σκηνοθετική ανάγνωση, αλλά και από τη λεπτότατων αποχρώσεων, γεμάτη πνευματικότητα, αισθαντικότητα και ψυχογραφική αλήθεια ερμηνεία των τριών πρωταγωνιστών.

filareti komninou

Η Φιλαρέτη Κομνηνού με την πολύπειρη και μεταμορφώσιμη υποκριτική της έπλασε μια συγκινητικά αισθαντική, δυστυχισμένη, απλοϊκή αλλά γεμάτη αξιοπρέπεια μάνα, κέντησε, βελονιά τη βελονιά, λέξη τη λέξη, στο μυαλό και στην ψυχή, στο πρόσωπο και στο βλέμμα, στο λόγο, στην παραμικρή χειρονομία την ψυχοδιανοητική αλήθεια της μάνας του Αρίστου, με έξοχη ποντιακή ρυθμικότητα και μουσικότητα στο λόγο. Ανθρώπινη και ταυτόχρονα μνημειακή. Και ύστερα η Σύλβα της. Μια ερμηνεία πηγαίας αυθορμησίας, ψυχογραφικής αλήθειας και συνταρακτικής δραματικότητας, που διατηρεί ακέραιη τη λαγνεία, τη λαϊκή έκρηξη και τη μαγκιά της ηρωίδας της. Η Κομνηνού μορφοποιεί γοητευτικά την παρακμιακή αυτή τραγουδίστρια , που υπήρξε πάντα δεύτερο όνομα αλλά ποτέ κομπάρσα, που θυμάται, που με κάθε λέξη, κάθε κραυγή πένθους και οργής, κάθε σπασμό του προσώπου και του κορμιού της φέρνει δάκρυα στα μάτια, για τον Αρίστο, και τελικά για κάθε «άμοιρο», από τα γεννοφάσκια του, πλάσμα. Πρόκειται για μια ερμηνεία αφειδώλευτης ψυχοσωματικής κατάθεσης.

Ο Μιχάλης Οικονόμου, που είναι ο μόνος που έχει παραμείνει από την αρχή, αναλαμβάνει επίσης ρόλους μεγάλης διανοητικής αντίθεσης και απαιτήσεων. Εξαιρετικός ως αστός συμβολαιογράφος, στιβαρός ως χωροφύλακας. Η Λολό του όμως, είναι μια από τις σημαντικότερες ερμηνείες των τελευταίων ετών στο θέατρο. Η τραβεστί της πιάτσας που μιλά τα καλιαρντά του Πετρόπουλου, με εναργή σωματικότητα, χωρίς νατούρα,  που υπονομεύει την καθεστηκυία τάξη με την ειρωνεία αλλά και τη φθορά της τυραννισμένης της ψυχής, και που υπερβαίνει τελικά μια απλή ερωτική έκφραση, καθώς εξελίσσεται στην εκφορά μιας πολύ πιο συγκροτημένης, ρεαλιστικής, κοινωνικής ταυτότητας. Ο Οικονόμου προσφέρει μια από τις πιο απολαυστικές στιγμές της παράστασης.

aristos

Ο Γιάννης Λεάκος, που μοιάζει εντυπωσιακά με τον Αρίστο, αναλαμβάνει το δύσκολο ρόλο του φίλου του Παγκρατίδη, του χαφιέ Παγουρά, του Χαλεπλή, ιδιοκτήτη του Γύρου του Θανάτου, αλλά ερμηνεύει και τον ίδιο τον Αρίστο, στη μόνη στιγμή που έρχεται ο ίδιος να απαντήσει στο βασικό ερώτημα της παράστασης «Ο Αρίστος όμως τί είπε;»Σε κάθε έναν από τους μονολόγους του μεταποιείται υποκριτικά, μεταφέροντας τον θεατή στα ζοφερά μονοπάτια της ζωής του Αρίστου, στις πιάτσες, τα βάσανα, τον κρυφό ερωτισμό της εποχής. Eκφραστικός, συναισθηματικός, με χιούμορ όπου πρέπει, ένταση και γοητεία όπου απαιτείται. Αξίζει να σταθούμε στον τελευταίο του μονόλογο, όπου ο Αρίστος περιγράφει τις τελευταίες στιγμές του πριν την εκτέλεση. Έξοχη ερμηνεία εκφραστικής λιτότητας, εσωτερικής αλήθειας, με συγκρατημένη απελπισία και εγκαρτέρηση που συγκινεί βαθιά και αφήνει το θεατή με ένα λυγμό καθώς τα φώτα χαμηλώνουν.

Έξοχοι οι φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου, το λιτό σκηνικό της Κατερίνας Αριανούτσου, και η παρουσία του μουσικού Άλκη Μαγγόνα επί σκηνής.

Όταν σε μια παράσταση αλλάζουν οι δυο από τους τρεις ερμηνευτές, αυτή αποκτά νέα ενέργεια. Και αυτό είναι ένα τεράστιο στοίχημα, τόσο για το σκηνοθέτη, όσο και για τους ερμηνευτές. Στην περίπτωση του Αρίστου, το στοίχημα αυτό κερδήθηκε, καθώς η παράσταση ανανεώθηκε με τις ποιότητες των νέων πρωταγωνιστών. Θα τολμούσαμε να πούμε ότι ο Αρίστος φτάνει με το φετινό του ανέβασμα στην κορύφωση του καθώς καταδεικνύεται περισσότερο ίσως από κάθε άλλη φορά στο μέτρο που πρέπει η  άβυσσος της ψυχής, ο πόνος, η κοινωνική αδικία  o ασύμβατος κόσμος του περιθωρίου της Θεσσαλονίκης, ο τρομακτικός βυθός του παρακράτους. Δείτε τον.. και αν τον έχετε δει ήδη τα προηγούμενα χρόνια, μπορείτε να περάσετε το κατώφλι του Άνεσις, ξέροντας ότι θα δείτε κάτι γνώριμο μεν, εντελώς νέο δε. Ο Αρίστος είναι μια παράσταση σημείο αναφοράς για τα θεατρικά πράγματα της Αθήνας.

 

Σκηνοθεσία: Γιώργος Παπαγεωργίου

Διασκευή / Δραματουργική επεξεργασία: Θεοδώρα Καπράλου

Μουσική: Γιώργος Δούσος

Σκηνικά-Κοστούμια: Κατερίνα Αριανούτσου

Σχεδιασμός φωτισμών: Αλέκος Αναστασίου

Επιμέλεια κίνησης: Μαρίζα Τσίγκα

Βοηθός σκηνοθέτη: Μαρία Προϊστάκη

Παίζουν οι ηθοποιοί:

Φιλαρέτη Κομνηνού, Μιχάλης Οικονόμου, Γιάννης Λεάκος.

Μουσικός επί σκηνής: Άλκης Μαγγόνας

  • 404
  •  
  •  
  •  

Σχολιάστε