Ιβανωφ – Θέατρο της Οδού Κυκλάδων Κριτική Παράστασης

Η Άντζελα Μπρούσκου παρουσιάζει στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων τον Ιβάνωφ του Άντον Τσέχωφ με τους Ανδρέα Κωνσταντίνου, Παρθενόπη Μπουζούρη, Αλμπέρτο Εσκενάζυ, Τσιμάρα Τζανάτο και έναν θίασο εξαιρετικών ηθοποιών.

Κριτική της Παράστασης: Κάτια Σωτηρίου

Φωτογραφίες για το mytheatro: Ελπίδα Μουμουλίδου (δείτε το πλήρες άλμπουμ εδω)

Το έργο

Παντρεμένος με την Άννα, που εγκατέλειψε την οικογένειά της και την πίστη της για χάρη του και που τώρα πεθαίνει από φυματίωση, ο Ιβάνωφ προσπαθεί να δραπετεύσει από την ασφυκτική ατμόσφαιρα του περιβάλλοντός του.

Ο Ιβάνωφ, ένα  έργο   εν εξελίξει, γράφτηκε στην   πρώτη   του   μορφή  το   1887   μέσα   σε   δέκα   μέρες,   κατά   παραγγελία   του   ιμπρεσάριου  Κορς,  προκειμένου  να  παρουσιαστεί  στο  θέατρό  του  στη  Μόσχα.  Το  1899,  πριν  να  εκδοθεί  και   εν   όψει   του   νέου   ανεβάσματος   στην   Αγία   Πετρούπολη,   ο   συγγραφέας   επέφερε   αλλαγές,   κυρίως   στην   τελευταία  πράξη.  Την  ίδια  χρονιά  το  έργο  ανέβηκε  ξανά  στο  θέατρο  του  Κορς,  με επιτυχία  αυτήν  τη  φορά,   και   παράλληλα   ο   Τσέχωφ   επεξεργάστηκε   μια   τρίτη   εκδοχή   για   μια   καινούρια   έκδοση.   Συνολικά   τον   απασχόλησε  περιστασιακά  πάνω  από  10  χρόνια,  ως  το  1901.

Γύρω από την αλλόκοτη ιστορία του ζευγαριού, περιδινούνται  φόβοι, εμμονές, ανεκπλήρωτοι πόθοι, παλαιές θλίψεις, ολέθρια βιώματα, αρχέγονες αγωνίες, προσωπικές ματαιώσεις, αφόρητα ουρλιαχτά που καταπίνουν την ανθρώπινη ύπαρξη. Στον Ιβάνωφ συναντάμε τα βασικά μοτίβα της τσεχωφικής γραφής: οι ήρωες οδηγούνται από τα πάθη, τις αδυναμίες και τα ελαττώματα της ανθρώπινης φύσης, οι προσδοκίες διαψεύδονται από την πράξη, η ζωή παγιδεύεται σε μια ατελέσφορη αναζήτηση ευτυχίας. Κωμικότητα και δραματικότητα εναλλάσσονται χωρίς διακοπή, όπως ακριβώς συμβαίνει και στην πραγματική ζωή. Κυρίως όμως συναντάμε δυο κύριες αντικρουόμενες δυνάμεις: την εμμονή στην εντιμότητα του γιατρού Λβοφ, και την αβυσσαλέα πολυπλοκότητα του Ιβάνωφ. Και αυτός ο δυισμός είναι που δίνει και το κωμικοτραγικό στοιχείο στο έργο αν σκεφτούμε ότι ο Χέγκελ είχε τονίσει ότι η εμμονική πίστη σε ένα ποιοτικό στοιχείο του χαρακτήρα είναι το χαρακτηριστικό ενός κωμικού ανθρώπου.

Φτάνοντας όμως ακόμα πιο μακριά στην ψυχογράφηση του Ιβάνωφ ο Τσέχωφ πηγαίνει πίσω στον Άμλετ προκειμένου να αναλύσει τη συνείδηση του «μέσου άνδρα». Το θέμα του Άμλετ διατρέχει μεγάλο μέρος του ρωσικού δράματος, της λογοτεχνίας και της κριτικής κατά το δεύτερο μισό του δέκατου ένατου αιώνα. Ο Άμλετ χρησιμοποιήθηκε ως ένας χαρακτήρας που έχει τη δυνατότητα, αλλά δεν μπορεί να κάνει οποιαδήποτε ενέργεια για οτιδήποτε αφορά την προσωπική ζωή ή τα κοινωνικά του καθήκοντα. Στον Ιβάνωφ υπάρχει ένας άνθρωπος που δεν θέλει να είναι Άμλετ, ένας άνθρωπος για τον οποίο η σύγκριση δεν είναι παρά «ντροπή». Αποκρύπτοντας τον Άμλετ, τον Manfred και τους περιττούς ανθρώπους, ο Ιβάνωφ βρίσκεται σε αμηχανία: αναγκάζεται να ενεργεί και να μην ενεργεί.  Αποκαλύπτει την ταραχώδη κατάσταση που επικρατεί στο μυαλό του, στην οποία ο λόγος και τα συναισθήματα, η στάση απέναντι στον εαυτό και τα άλλα πρόσωπα εμφανίζονται μερικές φορές άμεσα μέσω αυτοαναλύσεων, δηλώσεων πάθους και μερικές φορές μέσω μιας σειράς μικροαστικής συναντήσεις.

Για τους λόγους αυτούς ο Ιβάνωφ αποτελεί μεταβατική δημιουργία για τον Τσέχωφ από μια κλασική (ή νεοκλασική) δραματουργία σε μια νέα, ιψενική σχεδόν γραφή που παρουσιάζει έντονο ενδιαφέρον όχι μόνο δραματουργικά, αλλά και συμπεριφορικά. Η παρουσίαση του Ιβάνωφ συμπίπτει χρονικά με τη γέννηση της ψυχανάλυσης, και μάλιστα πολλοί μελετητές απέδωσαν την ιδιοτυπία του ήρωα στο ενδιαφέρον που έδειξε ο Τσέχωφ για τις ιδέες του Ρώσου ψυχιάτρου Merzheyevsky, που έθεσε τις βάσεις για την «κοινωνική ψυχολογία του νευρασθενικού».

Το πιο συναρπαστικό στοιχείο του έργου είναι ότι σχεδόν κάθε χαρακτήρας έχει μια άποψη για τα προβλήματα του Ιβάνωφ και καθόλη τη διάρκεια προσφέρονται ποικίλες, άγρια ανεκμετάλλευτες ερμηνείες του ήρωα και της ψυχοσύνθεσης του. έτσι ο Τσέχωφ μας εισάγει στην έννοια της απροσδιοριστίας της ερμηνείας. Καθώς οι ήρωες ρωτούν «Τι γνώμη έχετε για τον Ιβάνωφ», το έργο παίρνει τη θέση του παράλληλα με το έργο του Dostoevsky ως παράδειγμα αυτού που ο Mikhail Bakhtin ονομάζει πολυφωνική μυθοπλασία. Η πολυφωνική απεικόνιση του Ιβάνωφ του Τσέχωφ δεν παρουσιάζει μια παντοδύναμη άποψη ούτε προνοεί την ερμηνεία του ήρωα από κάποιο συγκεκριμένο χαρακτήρα. Ο Τσέχωφ δομεί το έργο για να τονίσει την πολλαπλότητα του νοήματος και την ανάγκη σεβασμού της ερμηνευτικής πολυμορφίας των χαρακτήρων.

Η παράσταση 

Πράγματι, οι χαρακτήρες του Τσέχωφ, όπως τους είδε η Μπρούσκου και όπως ενσαρκώνονται από τους ηθοποιούς, θυμίζουν έντονα κομμάτι του εαυτού μας. Ζουν σε συνθήκες συγκρουόμενων φιλοδοξιών, φιλοσοφούν, επιδιώκουν τον εύκολο πλουτισμό ή τεμπελιάζουν, υπηρετούν και καταναλώνουν. Η οπτική της Άντζελας Μπρούσκου ανασαλεύει με τρυφερότητα, απλότητα, ωριμότητα και δυναμική ευρηματικότητα την πτυχή του ανθρώπινου ασυνείδητου, ενώ ταυτόχρονα μας παρασύρει σε μια μέθεξη∙ φωτίζει την άλλη πλευρά του ανθρώπινου ψυχισμού, εκείνου του τραγικά γκροτέσκου και παράλογα γελοίου, αλλά ανατριχιαστικά αληθινού, υπαρξιακού κενού του ανθρώπου. Παγιδευμένοι στη φθορά της καθημερινότητας, τη μοναξιά, την πλήξη και την ανία, αναζητούν ένα νόημα για τη ζωή τους, ενώ ο κόσμος, η φύση, τα ανθρώπινα συναισθήματα σταδιακά εκφυλίζονται. Απεγνωσμένα χορεύουν, τραγουδούν, πίνουν, αυτοσαρκάζονται, αυτογελοιοποιούνται, ανήμποροι να αντιληφθούν τις επερχόμενες ιστορικο-κοινωνικές αλλαγές, που «εισχωρούν» από τις χαραμάδες του οίκου τους, επιβεβαιώνοντας την παρακμή τους.

Η σκηνοθεσία της ανέδειξε το ποιητικό ήθος του Τσέχωφ, το υπόκρυφο δραματικό στίγμα του, τη μελαγχολική ατμόσφαιρά του, τη γλυκύτητα που αναδύεται από κάποια πρόσωπα του έργου. Οι ομαδικές σκηνές ξεχειλίζουν από ενέργεια, στήνοντας ένα κοινωνικό ψηφιδωτό, που καταλήγει σε τραγελαφική αντιπαράθεση, καθώς συντίθεται από νεόπλουτους, χρεοκοπημένους αριστοκράτες, μέθυσους, αγνούς και ανίδεους, υποταγμένους και αδίστακτους τοκογλύφους . Μελοδραματικές κορυφώσεις, σκάνδαλα και κουτσομπολιά εκφράζουν τη διάθεση ανίας, που συμπληρώνεται από την αδυναμία της ανθρώπινης φύσης να αδράξει την τελειότητα.

Έξοχα σκηνοθετημένο και χορογραφημένο το κρεσέντο του τέλους, που κλείνει το μάτι στον Μαύρο κύκνο του Αρονόφσκι, με τον Ιβάνωφ εγκλωβισμένο έκπτωτο ήρωα να αυτοκτονεί, συμβολίζοντας το τέλος και το «πένθος» που αντανακλά το τέλος ενός κόσμου οριστικά διαλυμένου και χαμένου, παθητικού στην πτώση του, όπως περιέγραψε προφητικά ο Τσέχωφ τον προεπαναστατικό κόσμο των ξεπεσμένων αριστοκρατών και αργόσχολων μεγαλοκτηματιών. Η Μπρούσκου Διαβάζει το κείμενο του Τσέχωφ ως εκείνο το παράξενο θεατρικό είδος που ισορροπεί στην κόψη της κωμωδίας και της τραγωδίας, σαν την αληθινή ζωή που επίσης είναι πάντα μια παράδοξη μείξη χαράς και λύπης. Με τον ίδιο τρόπο ενσωματώνει με χιουμοριστική αρμονία τους διαφορετικούς υποκριτικούς κώδικες των ερμηνευτών της, για να συναντήσει τις ετερόκλητες νοοτροπίες και ιδιοσυστασίες της τσεχωφικής γραφής.

Ο Ανδρέας Κωνσταντίνου με σκηνικό «νεύρο» ερμήνευσε εξαιρετικά τον κεντρικό ρόλο, ειδικά στις μονολογικές σκηνές του, με μια σύνθεση μελαγχολίας, ειρωνείας και κλινικής απελπισίας. Ίσως σε κάποια σημεία η σωματική ένταση να λειτούργησε σε βάρος της καθαρότητας του λόγου, συνολικά όμως πρόκειται για μια αξιόλογη ερμηνεία.

Η Παρθενόπη Μπουζούρη, μια, θεωρώ, από τις σπουδαιότερες ηθοποιούς μας, ερμηνεύει τη Σάρα – Άννα Πετρόβνα με ένα συγκινητικό κράμα αισθαντικότητας και δραματικότητας φέρνοντας στην επιφάνεια μια σαφώς αναγνωρίσιμη όψη της βαθιά ερωτευμένης, βαθιά πληγωμένης, βαθιά προδομένης γυναίκας. Εύθραυστη, χοϊκή, είναι μια φιγούρα πάθους καθώς αποδίδει την διαρκώς αυξανόμενη εσωτερική της κόπωση.

Ο Αλμπέρτο Εσκενάζυ, με μια ερμηνεία λεπτού χιούμορ στήνει μία φιγούρα ακαταμάχητα γοητευτική, αλλά και όσο φαιδρή χρειάζεται, εναρμονίζοντας το κωμικό με το δραματικό. Πολύ ξεχωριστή παρουσία.

Ο Τσιμάρας Τζανάτος, στο ρόλο του Λεμπέντεφ ερμηνεύει το ρόλο του με τρυφερότητα που τον διαπερνά και σωματικά, χιούμορ αλλά και με την σοφία της βαθιάς γνώσης που οδηγεί τον τσεχωφικό άνθρωπο στην μοναξιά και τις καταχρήσεις.

Η Κωνσταντίνα Αγγελοπούλου, παρά τη νεανική της μορφή και στάση, ακτινοβολούσε απελπισμένη απόγνωση, αποδίδοντας την ειλικρινή, πονεμένη, πιστή στον έρωτά της εθελοτυφλούσα Σάσα.

Η Βάλια Παπαχρήστου ισορροπεί τεχνικά το νατουραλίστικο με το γκροτέσκο παίξιμο, ερμηνεύοντας τη Μπαμπάκινα με αισθησιασμό και κινησιακή επιδεξιότητα.

Ο Κρις Ραντάνοφ ερμηνεύει άξια έναν καθαρά νευρώδη τσεχωφικό χαρακτήρα τον Μπόρκιν, φέρνοντας ένταση και ενέργεια στη σκηνή, ενώ την ελαφρότητα κάποιων στιγμών υποστήριξαν θαυμάσια με την κωμική φλέβα τους και οι  Αλέξανδρος Μαράκης και Αντώνης Τσίλλερ.

Ο Ιλία Άλγκαερ καταθέτει μια πειστική ερμηνεία στο ρόλο του αυστηρά πειθαρχημένου και κρυφά ερωτευμένου με την Άννα γιατρού.

Απολαυστική στην αποτύπωση της απληστίας της τοκογλύφου ηρωίδας Ζιναιντα Σάβισνα η Άντζελα Μπρούσκου, με κάθε της έκφραση, μορφασμό και χειρονομία να αποδίδει την ειρωνία της τσεχωφικής γραφής για την μεγαλομανή αστική τάξη.

Αξίζει να υπογραμμίσουμε την εξαιρετική λειτουργία των φωτισμών της Στέβης Κουτσοθανάση, βάσει των οποίων διευθετείται η αποτύπωση των εικόνων και διευρύνεται η συμβολιστική χροιά του σκηνικού γεγονότος, καθώς και το λιτό, χρωματισμένο σκηνικό που ανεβάζει εξαρχής τη σκηνική θερμοκρασία. Εύστοχη και συγκινητική η μουσική της Nalyssa Green, όπως και η πειραγμένη εκδοχή της λίμνης των κύκνων.

Στο σύνολο της πρόκειται για μια  μια παράσταση καλαίσθητη στην όψη, έντονης ενεργειακά ψυχογραφικής και «ποιητικής» ατμόσφαιρας, που διαθέτει την ευπλαστότητα των σημαντικών θεαμάτων, όπου οι ηθοποιοί ακροβατούν ανάμεσα σε είδη και διαθέσεις χωρίς να χάνουν το ρυθμό και την ενέργεια τους. Είναι ένα έξοχο ανέβασμα Τσέχωφ, μια σημαντική παράσταση της φετινής σεζόν. Δείτε την.

Συντελεστές

Σκηνοθεσία: Άντζελα Μπρούσκου

Μετάφραση: Γιώργος Δεπάστας

Σκηνικά – Κοστούμια: Άντζελα Μπρούσκου

Μουσική: Nalyssa Green

Φωτισμοί: Στέβη Κουτσοθανάση

Βοηθοί σκηνοθέτη: Τίνα Τζάθα, Γιώργος Ανδριώτης

Συμπαραγωγή: Θέατρο Δωματίου και Constantly Productions

Ηθοποιοί: Ανδρέας Κωνσταντίνου, Παρθενόπη Μπουζούρη, Αλμπέρτο Εσκενάζυ, Κωνσταντίνα Αγγελοπούλου, Τσιμάρας Τζανάτος, Κρις Ραντάνοφ, Ιλία Αλγκάερ, Βάλια Παπαχρήστου, Άντζελα Μπρούσκου, Αλέξανδρος Μαράκης, Αντώνης Τσίλλερ.

  • 332
  •  
  •  
  •  

Σχολιάστε