Μολιέρος του Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ – Θεατρική κριτική

“Μολιέρος” του Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ, Mikhail Afanasyevich Bulgakov (1891-1940)
Ο Μπουλγκάκοφ γεννήθηκε στο Κίεβο της Ουκρανίας και πέθανε στη Μόσχα. Έγραψε θεατρικά έργα, μυθιστορήματα και διηγήματα που έγιναν γνωστά και αγαπήθηκαν από το κοινό για τον ρεαλισμό, τη δεικτική σάτιρα και το προσωπικό του χιούμορ. Έζησε σε μια περίοδο πολιτικών αναταραχών και πολέμων. Μη μπορώντας, λόγω ασθένειας, να ακολουθήσει την οικογένειά του που είχε μεταναστεύσει στο Παρίσι, παρέμεινε στη Ρωσία. Σπούδασε ιατρική την οποία εξάσκησε σε καιρό πολέμου στον στρατό και σε καιρό ειρήνης στην επαρχία. Οι τραυματισμοί του στις πολεμικές επιχειρήσεις του δημιούργησαν προβλήματα υγείας και εθισμό από τον οποίο όμως κατάφερε να απεξαρτηθεί. Τελικά τον κέρδισε η γοητεία της λογοτεχνίας απομακρύνοντας τον από την ιατρική.
Κριτική Στέλιος Αντωνιάδης

Η πορεία του στα γράμματα, παρά το αδιαμφισβήτητο ταλέντο του, δεν ήταν εύκολη λόγω της κοινωνικής κριτικής που ασκούσε με τα έργα του στην πολιτική και στη θρησκευτική εξουσία με βαρύ τίμημα. Ωστόσο παρόλα τα μεγάλα του προβλήματα κατόρθωνε να παρουσιάσει τις απόψεις και τους προβληματισμούς του κρύβοντας τους πίσω από διάφορους συμβολισμούς. Με τρεις γάμους και σοβαρά οικονομικά προβλήματα εργάστηκε σε εφημερίδες. Στα επόμενα χρόνια λόγω των αντικαθεστωτικών του απόψεων η ζωή του δυσκόλευε όλο και περισσότερο ευτυχώς που τελικά κατόρθωσε να βρει δουλειά σε διάφορα θέατρα (Θέατρο Τέχνης της Μόσχας, Bolshoi). Παρόλα ταύτα τόλμησε να ασκήσει κριτική ακόμα στον μεγάλο Στανισλαβσκι.
Ανάμεσα στα πολλά έργα που έγραψε πιο γνωστό είναι το «Ο μαιτρ και η Μαργαρίτα», έργο σατιρικό που βασίζεται στον «Φάουστ» του Γκαίτε το οποίο θεωρείται ένα από τα καλύτερα της ρωσικής λογοτεχνίας του εικοστού αιώνα. Έμπνευση για τη Μαργαρίτα αποτέλεσε η Τρίτη σύζυγος του.
antoniadis
Το έργο
Αυταρχικές, απολυταρχικές εξουσίες υπήρχαν, υπάρχουν και πολύ φοβάμαι ότι θα συνεχίσουν να υπάρχουν. Πάντα σέβομαι τους φόβους μου.
Ο πρώτος τίτλος του έργου ήταν Εταιρεία υποκριτών, τίτλος επίκαιρος μια και το είδος των υποκριτών, των οσφυοκαμπτών, και αυτών που γλύφουν την κάθε εξουσία για προσπορισμό οφέλους αποτελεί γνωστό φαινόμενο των ημερών μας. Φυσικά και η εξουσία γνωρίζοντας τις αδυναμίες της επιλέγει μηδενικά για να κάνει καλύτερα και ευκολότερα τη δουλειά της.
Η λογοκρισία αποτελεί επίσης πολύ γνωστό όπλο κάθε είδους δικτατορίας η οποία δεν δέχεται κριτική ακόμα και για τα πασιφανή λάθη της. Οι αυλοκόλακες φροντίζουν για την αυστηρή εφαρμογή της με αντίτιμο την εύνοια από τον αρχηγό. Η ηθική σε αυτές τις περιπτώσεις δεν παίζει κανένα ρόλο. Σκοπός και στόχος των σφουγκοκωλάριων η εύνοια και η απόκτηση ισχύος και χρήματος που δεν τα αξίζουν. Όσο περισσότερο γνωρίζουν την ανεπάρκειά τους τόσο περισσότερο προσκολλώνται στην εξυπηρέτηση των εντολών του αφεντικού τους. Τελικά μετά από πολλές αλλαγές και περικοπές δόθηκε η άδεια και το έργο έκανε πρεμιέρα στο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας το 1936 με τον τίτλο Μολιέρος. Δυστυχώς όμως μετά από τη σκληρή κριτική της εφημερίδας Πράβντα το έργο κατέβηκε μετά από επτά μόνο παραστάσεις. Στην Ελλάδα πρωτοπαρουσιάστηκε το 1962.
Στον Μολιέρο ο συγγραφέας περιγράφει τα τελευταία χρόνια της ζωής του Γάλλου θεατρικού συγγραφέα, ηθοποιού και θιασάρχη Ζαν Μπατίστ Ποκλέν. Αναφέρει αυτά που συνέβαιναν στην καθημερινότητα του θιάσου, στις σχέσεις του Μολιέρου με τους συνεργάτες και τους ηθοποιούς αλλά και στα μπερδέματα της προσωπικής του ζωής. Επίσης παρουσιάζει τα δικά του προβλήματα με την εξουσία πίσω από το όνομα του βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκου δέκατου τέταρτου και του Αρχιεπισκόπου.
Σε ό,τι αφορά στην υπόθεση του έργου ο Μολιέρος αρχικά απολαμβάνει την εύνοια του Βασιλιά. Στη συνέχεια όμως τα πράγματα αλλάζουν λόγω της κριτικής που ασκεί. Γίνονται δε χειρότερα όταν ερωτεύεται και παντρεύεται μια πολύ νεότερη του ηθοποιό την οποία είχε παρουσιάσει η πρώην σύντροφος του ως αδελφή της. Τελικά αποκαλύπτεται ότι δεν είναι αδελφή αλλά κόρη της πρώην συντρόφου η οποία όμως έχοντας και άλλη ερωτική σχέση δεν ξέρει ποιος είναι ο πατέρας. Παρόλα ταύτα το γεγονός χρησιμοποιείται από τους εχθρούς και κυρίως από τον Αρχιεπίσκοπο ως ηθικό σκάνδαλο για την καταβαράθρωσή του με την άρση της εύνοιας από τον Λουδοβίκο. Εκτός από την πολύ κακή αυτή εξέλιξη, ένας ηθοποιός τον οποίο περιμάζεψε, βοήθησε και προώθησε ρίχνεται στη σύζυγό του (ουδείς πιο αχάριστος από τον ευεργετηθέντα). Το εν λόγω μηδενικό γίνεται προδότης και δούλος της εξουσίας αποκτώντας αξιώματα, ευτυχώς που στο τέλος μετανοεί. Όπως και να είναι τα μηδενικά ό,τι και αν κάνουν παραμένουν μηδενικά και οι αξίες, όπως ο ευεργέτης του, διαχρονικές αξίες.
Ο Μολιέρος όμως είναι άνθρωπος της τέχνης και το θέατρο είναι η ζωή του. Παρόλο που είναι άρρωστος οι δυσκολίες δεν τον κάμπτουν και έτσι αποφασίζει τη συνέχιση των παραστάσεων με οποιοδήποτε τίμημα (the show must go on) ακόμα και με τον θάνατό του.

Συντελεστές
Στη Μετάφραση του Λεωνίδα Καρατζά διέκρινα μόνο μερικά ασήμαντα λεκτικά λάθη. Η σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθινού είναι εξαιρετική, ό,τι καλύτερο με όλη τη σημασία της λέξης.
Τα Σκηνικά και τα Κοστούμια της Ελένης Μανωλοπούλου πολύ σωστά, το μόνο που δεν κατάλαβα είναι γιατί ενώ όλοι οι ηθοποιοί φοράνε υποδήματα με τακούνι δεν φοράει ο πρωταγωνιστής. Υπάρχει κάποιος συμβολισμός;
Οι Φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου κάνουν τη δουλειά τους με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Η Μουσική του Θοδωρή Αμπαζή πολύ ευχάριστη και σχετική με την εποχή. Κίνηση: Αγγελική Στελλάτου
Μουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου Βοηθός σκηνογράφου/ενδυματολόγου: Έμιλυ Κουκουτσάκη. Βοηθός φωτιστή: Χάρης Δάλλας. Βοηθός σκηνοθέτη: Μαρίνα Μυρτάλη. Δραματολόγος παράστασης: Ειρήνη Μουντράκη

Παίζουν

Ο Σταμάτης Φασουλής είναι εξαιρετικός, δημιουργεί και προσθέτει έναν ακόμα σπουδαίο ρόλο στην ήδη λαμπρή καριέρα του. Όλοι οι άλλοι ηθοποιοί έπαιξαν πάρα πολύ σωστά τους ρόλους τους αναδεικνύοντας την ποιότητα του Εθνικού Θεάτρου:
Μαρία Σαββίδου: Μαντλέν Μπεζάρ, ηθοποιός
Αμαλία Τσεκούρα: Αρμάντ Μπεζάρ ντε Μολιέρ, ηθοποιός
Αργυρώ Ανανιάδου: Μαριέτ Ριβάλ, ηθοποιός
Βασίλης Ανδρέου: Σαρλ Βαρλέ ντε Λαγκράνζ, ηθοποιός με το παρατσούκλι “Γραμματικός”
Στάθης Κόικας: Ζαχαρίας Μουαρόν, ρομαντικός ηθοποιός
Άρης Τρουπάκης: Φιλιμπέρντυ Κρουαζύ, ηθοποιός
Γιώργος Δάμπασης: Ζαν-Ζακ Μπουτόν, υπηρέτης του Μολιέρου, τεχνικός σκηνής, φωτιστής κλπ.
Νίκος Καρδώνης: Λουδοβίκος ΙΔ’, ο επονομαζόμενος “Βασιλιάς Ήλιος” της Γαλλίας
Χρήστος Σουγάρης: Μαρκήσιος ντ’ Ορσινύ, ξιφομάχος, ο επονομαζόμενος “Μονόφθαλμος”
Μιχάλης Βαλάσογλου: Μαρκήσιος ντε Σαρόν, Αρχιεπίσκοπος Παρισίων
Αντώνης Γιαννακός: Μαρκήσιος ντε Λεσάκ, τζογαδόρος
Κώστας Κορωναίος: Δίκαιος Παπουτσής, γελωτοποιός του βασιλιά
Δαυίδ Μαλτέζε: Τσαρλατάνος με κλαβεσέν
Φοίβος Μαρκιανός: Άγνωστη με μάσκα
Πάνος Ζυγούρος: Πατέρας Βαρθολομαίος, περιπλανώμενος ιεροκήρυκας
Αντώνης Γιαννακός: Αδελφός Δύναμη, μέλος της Αδελφότητας των Ιερών Γραφών
Κωνσταντίνος Ζωγράφος: Αδελφός Πίστη, μέλος της Αδελφότητας των Ιερών Γραφών
Μαρία Σαββίδου: Μοναχή
Δαυίδ Μαλτέζε, Φοίβος Μαρκιανός, Κωνσταντίνος Ζωγράφος: Αυλικοί
Δαυίδ Μαλτέζε, Πάνος Ζυγούρος: Μέλη της Αδελφότητας των Ιερών Γραφών
Αντώνης Γιαννακός, Κωνσταντίνος Ζωγράφος, Πάνος Ζυγούρος: Μέλη του θιάσου του Ζαν Μπατίστ Ποκλέν ντε Μολιέρ

Φωτογράφος παράστασης: Ελίνα Γιουνανλή

  •  
  •  
  •  
  •  

Σχολιάστε