fbpx

Ο έρωτας στα θεατρικά και λογοτεχνικά κείμενα: Αγαπημένοι ηθοποιοί επιλέγουν..

Το θέμα του έρωτα είναι πάντα κυρίαρχο σε όλα τα αισθητικά ρεύματα της δραματουργίας. Ο Έρωτας παρουσιάζεται ως σύμβολο κατεξοχήν κοσμικό, συμπαντικό, άλλοτε θεοποιημένο, ειδικά στην εποχή της αρχαιοελληνικής γραμματείας και άλλοτε ως βαθιά ανθρωπιστικό, ως ζωογόνο και έκφραση της δύναμης της ανθρώπινης ψυχής. Τα θεατρικά κείμενα από την αρχαιότητα ως σήμερα προσπαθούν να αποκωδικοποιήσουν τους χαρακτήρες των ανθρώπων που αναζητούν τον έρωτα και τη συγκίνηση του και πάλλονται συθέμελα από τις επιθυμίες τους.

Με αφορμή την γιορτή του έρωτα, ηθοποιοί και σκηνοθέτες επιλέγουν τις αγαπημένες τους αναφορές στον έρωτα από θεατρικά και λογοτεχνικά κείμενα. Στίχοι, μονόλογοι, αποφθέγματα που προσεγγίζουν την ομορφιά , την σκοτεινιά ή την αγωνία του έρωτα.

Με αφορμή το έργο στο οποίο πρωταγωνιστεί ο Πέτρος Αποστολόπουλος μας θυμίζει μια φράση του Μολιέρου από τις Ψευτοσπουδαίες, για την ανανεωτική δύναμη του έρωτα:

«Αχ, τα καρδιοχτύπια και τα χαϊδολογήματα του έρωτα. Ξανανιώνω αδερφέ μου σαν τα θυμάμαι, ξανανιώνω.»

Γράφει ο Μάνος Καρατζογιάννης...

Δεν υπήρχε τότε ο Άγιος αυτός, ούτε και οι άλλοι βέβαια.. Αλλά ο Σοφοκλής είναι εκείνος που νομίζω πως αποτυπώνει μοναδικά στο τρίτο στάσιμο της «Αντιγόνης» όλη τη δύναμη του έρωτα.. Δυο καλοκαίρια που περιοδεύσαμε με την «Αντιγόνη», ένιωθα κάθε νύχτα ότι οι στίχοι αυτού του χορικού επικοινωνούσαν με πολύ ιδιαίτερο τρόπο με το μεγαλύτερο μέρος των θεατών. Σας το μεταφέρω αυτούσιο θαυμάζοντας τον μοναδικό ήχο του και φέρνοντας στη μνήμη την ασπρόμαυρη εικόνα της Αλίκης με τη μπλε ποδιά μαζί με τα υπόλοιπα κορίτσια της ογδόης: «Έρως ανίκατε μάχαν, Έρως, ός εν κτήμασι πίπτεις, ός εν μαλακαίς παρειαίς νεάνιδος εννυχεύεις, φοιτάς δ” υπερπόντιος εν τ” αγρονόμοις αυλαίς· καί σ” ούτ” αθανάτων φύξιμος ουδείς ούθ” αμερίων σέ γ” ανθρώπων. Ο δ” έχων μέμηνεν. Σύ καί δικαίων αδίκους φρένας παρασπάς επί λώβα, σύ καί τόδε νείκος ανδρών ξύναιμον έχεις ταράξας· νικά δ” εναργής βλεφάρων ίμερος ευλέκτρου νύμφας, τών μεγάλων πάρεδρος εν αρχαίς θεσμών. “Αμαχος γάρ εμπαίζει Θεός, Αφροδίτα….»

Στα σκοτεινά μονοπάτια του έρωτα μας φέρνει η Παρθενόπη Μπουζούρη μέσα από τη ματιά της Σάρα Κέην στην Ψύχωση 4.48 και την πρωτοποριακή ποιητική φόρμα της

«Καμιά φορά κάνω να φύγω και αρπάζει η μυρωδιά σου και δεν αντέχω χωρίς να εκφράσω αυτή τη φοβερή, την τόσο φρικτή σωματική βασανιστική επιθυμία που νιώθω για σένα. Και δεν μπορώ να το πιστέψω πως μπορεί εγώ να νιώθω έτσι για σένα και εσύ να μη νιώθεις τίποτα…  και βγαίνω στους δρόμους στις έξι η ώρα το πρωί και αρχίζω να σε ψάχνω.. κι αν είδα κάτι στον ύπνο μου, ένα δρόμο, κάποιο μπαρ, κάποιο σταθμό πάω εκεί. Και σε περιμένω. Ξέρεις πραγματικά αισθάνομαι ότι με χρησιμοποιούν. Ποτέ στη ζωή μου δεν είχα πρόβλημα να δίνω στους άλλους αυτό που θέλουν. Όμως κανένας ποτέ δεν μπόρεσε να κάνει το ίδιο για μένα. Κανένας δε με αγγίζει, κανένας δεν με πλησιάζει. Όμως τώρα που με άγγιξες κάπου τόσο βαθιά, γαμώτο μου, δεν μπορώ να το πιστέψω και δεν μπορώ να είμαι αυτό για σένα. Γιατί δεν μπορώ να σε βρω.»

Από τα Αυτοβιογραφικά της Ζυράννας Ζατέλη η Ζωή Ρηγοπούλου γράφει..

«Μας μαχαιρώνουν ήσυχα αυτά που πέρασαν για πάντα

Η Μαρούσκα Παναγιωτοπούλου επιλέγει ένα απόφθεγμα του Αλμπέρ Καμύ..

«Πρέπει να έχει κανείς έναν έρωτα, ένα μεγάλο έρωτα, για να του εξασφαλίζει άλλοθι στις αδικαιολόγητες απελπισίες που κυριεύουν όλους μας».

Ο Γιώργος Παπαπαύλου μας στέλνει ένα απόσπασμα από την «Αποθέωση της τρέλας” του Αύγουστου Στρίντμπεργκ..

«Το τελευταίο της άγγιγμα με έφερε στην αγκαλιά του Θεού.Το τελευταίο της φιλί έκαιγε ακόμα στα χείλη μου,επιτέλους πίστεψα σε κάτι και αρνήθηκα το Θεό,την πρόοδο του ανθρωπίνου είδους,την επιστήμη! «

Η Κωνσταντίνα Σαραντοπούλου επιλέγει το ποίημα του Ράινερ Μαρία Ρίλκε που έχει τονίσει τον έρωτα ως υπέρτατη δύναμη που ωθεί τον άνθρωπο να υπερβεί τον εαυτό του.

«Σβήσε τα μάτια μου· μπορώ να σε κοιτάζω, τ’ αυτιά μου σφράγισέ τα, να σ’ ακούω μπορώ. Χωρίς τα πόδια μου μπορώ να ’ρθω σ’ εσένα, και δίχως στόμα, θα μπορώ να σε παρακαλώ. Κόψε τα χέρια μου, θα σε σφιχταγκαλιάζω, σαν να ήταν χέρια, όμοια καλά, με την καρδιά. Σταμάτησέ μου την καρδιά, και θα καρδιοχτυπώ με το κεφάλι. Κι αν κάμεις το κεφάλι μου σύντριμμα, στάχτη, εγώ μέσα στο αίμα μου θα σ’ έχω πάλι.» (μτφρ. Κωστής Παλαμάς).

Τον κατεξοχήν θεατρικό συγγραφέα του έρωτα Ουίλιαμ Σαίξπηρ επιλέγει ο Ένκε Φεζολλάρι, με στίχους από τη Δωδέκατη Νύχτα  σε μετάφραση Νίκου Χατζόπουλου.

«Αχ, Έρωτα θεέ, τι άπληστος, τι ακόρεστος που είσαι! Ενώ όλα τα χωράς, όλα τα δέχεσαι, σαν θάλασσα, ό,τι θα καταπιείς, όσο ακριβό κι υπέροχο κι αν είναι, μέσα σε μια στιγμή ξεπέφτει, ευτελίζεται και δεν σου φτάνει. Τόσο γεμάτος με μορφές της φαντασίας είν’ ο έρωτας, που είναι από μόνος του η τέλεια φαντασίωση»..

 

Επιμέλεια Κειμένου  Κατια Σωτηρίου

  • 148
  •  
  •  
  •  

Σχολιάστε