«Σ’ ΕΣΑΣ ΠΟΥ ΜΑΣ ΑΚΟΥΤΕ» – Θεατρική Κριτική

antoniadis

«Σ’ ΕΣΑΣ ΠΟΥ ΜΑΣ ΑΚΟΥΤΕ» Λούλα Αναγνωστάκη (1928-2017)

Η θεατρική συγγραφέας Λούλα Αναγνωστάκη ήταν μια πολύ τυχερή γυναίκα. Ήταν τυχερή για το συγγραφικό της ταλέντο. Ήταν τυχερή ως αδελφή του ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη, σύζυγος του ψυχιάτρου-συγγραφέα Γιώργου Χειμωνά και μητέρα του συγγραφέα Θανάση Χειμωνά. Ακόμα περισσότερο τυχερή ήταν για το ότι έζησε μέχρι το βαθύ γήρας των 89 χρόνων. Είχε σπουδάσει στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ και στην Αυστρία. Έγραψε 12 θεατρικά έργα τα οποία παρουσιάστηκαν από θέατρα όπως το Θέατρο Τέχνης, το Εθνικό Θέατρο αλλά και πολλές ευρωπαϊκές σκηνές, το «Σ’ εσάς που μας ακούτε» είναι το προτελευταίο. Πολλά από τα έργα της έχουν εκδοθεί από γνωστούς εκδοτικούς οίκους. Κριτική Στέλιος Αντωνιάδης

Το έργο

Με το άνοιγμα της σκηνής ακούμε τους ήχους ενός ζευγαριού που συνουσιάζεται. Στη συνέχεια από μια σκάλα κατεβαίνει ένας ηλικιωμένος κύριος φορώντας σώβρακο. Βρισκόμαστε στο Βερολίνο. Ο κύριος μιλάει Γερμανικά. Υπάρχει επίσης κάποιος που κινείται στη σκηνή με έναν περίεργο τρόπο από τη μία άκρη στην άλλη. Εμφανίζεται σε λίγο μια νεαρή κοπέλα η οποία, από τις επίμονες παρακλήσεις του περίεργου τύπου, καταλαβαίνουμε ότι διακινεί ναρκωτικά, Εμφανίζεται επίσης η σύζυγος του ηλικιωμένου που ετοιμάζει το τεράστιο τραπέζι το οποίο βρίσκεται στο κέντρο της σκηνής (αναφέρει ότι τον έχει παντρευτεί παρόλο που είναι 37 χρόνια μεγαλύτερός της). Όπως φαίνεται νοικιάζουν σε περαστικούς κάποια δωμάτια του σπιτιού τους. Στη συνέχεια βλέπουμε τον σύζυγο της νεαρής και γίνονται αντιληπτά τα προβλήματα στη σχέση τους. Για να μην προχωρήσω με αυτόν τον τρόπο, ας περιγράψω την υπόθεση του έργου.

Η νεαρή κοπέλα έχει έναν αδελφό ο οποίος είναι ομοφυλόφιλος. Στο πατρικό σπίτι, σε κάποια φάση που οι γονείς έλειπαν σε ταξίδι, ο νεαρός με κραγιόν στα χείλη κτλ. φέρνει τους φίλους του. Ο πατέρας και η μητέρα επιστρέφουν νωρίτερα και βλέποντας την κατάσταση ο μπαμπάς αντιδρά βίαια. Ο γιός στο άτακτο φευγιό του βγαίνει στον δρόμο όπου τραυματίζεται από ένα αυτοκίνητο και μένει για όλη του τη ζωή ανάπηρος σε αμαξίδιο. Η μητέρα καταλογίζει ευθύνες στην κόρη που δεν έκανε όσα έπρεπε για τον αδελφό της από την οποία απαιτεί μεγάλα χρηματικά ποσά. Για την εξοικονόμηση αυτών των χρημάτων η κόρη ασχολείται με τη διακίνηση ναρκωτικών! Ο κόσμος που ζούμε, όμορφος κόσμος αγγελικά πλασμένος!

Κάποια στιγμή εμφανίζεται η μητέρα με τον γιό και τον σύντροφό του στο συγκεκριμένο σπίτι που μένει η κόρη της. Κάθονται στο τραπέζι όπου ακολουθεί μια πολύ περίεργη κατάσταση. Όλοι φωνάζουν, ουρλιάζουν, τσιρίζουν, ρίχνουν ο ένας στον άλλο το περιεχόμενο των ποτηριών τους. Δείχνουν να μην είναι σε φυσιολογική κατάσταση. Όλη η εικόνα αλλά και πολλές άλλες μοιάζουν να είναι βγαλμένες από θάλαμο ψυχιατρείου. Μήπως όμως αυτός είναι ο καθρέφτης της κοινωνίας μας; Μεταξύ άλλων αναφέρουν και ένα ταξίδι στην Κωνσταντινούπολη όπου πέρασαν πολύ καλά, ανεβαίνουν επάνω στο τραπέζι χορεύοντας τσιφτετέλια και άλλους τούρκικους χορούς!

Κάπου εκεί μπαίνει, με έναν μάλλον κάπως ξεκάρφωτο θα έλεγα τρόπο, το πολιτικό στοιχείο με αφορμή την προετοιμασία κάποιας ομιλίας που θα παρουσιάσει ο σύζυγος της κόρης. Κατά τη διάρκεια αυτής της προετοιμασίας βάζει τους άλλους να κάτσουν στο τραπέζι και μπροστά στο μικρόφωνο να μιλήσουν πειραματικά σε ένα ανύπαρκτο κοινό αποκαλύπτοντας τα προβλήματα, τα παράπονα, τις ανασφάλειες και την αγωνία τους να επιβιώσουν. Μιλάνε όλοι μαζί, φωνάζουν έτσι που δύσκολα καταλαβαίνεις τι λένε. Περίεργο πείραμα. Έξω ακούγονται ήχοι από μια ειρηνική πορεία αλλά και πυροβολισμοί. Είμαστε στο Βερολίνο του 2001, σε μια εποχή πολιτικών αναταραχών, συλλαλητηρίων, αντίδρασης, αμφισβητήσεων και βίας.

Στο τέλος πληροφορούμαστε, από μία στα κατακόκκινα ντυμένη κυρία, ότι στη διάρκεια της προσπάθειας που έκανε η κόρη για τη διακίνηση των ναρκωτικών πυροβολήθηκε και σκοτώθηκε από τον έμπορο ναρκωτικών, ένας φόνος που κουκουλώνεται.

Το έργο, γραμμένο πριν από είκοσι περίπου χρόνια νομίζω ότι αν μη τι άλλο δεν έχει ακόμα χάσει την επικαιρότητά του. Το θέμα του ρατσισμού βέβαια υπήρχε, υπάρχει και δυστυχώς φαίνεται ότι, δεδομένων των συνθηκών, θα συνεχίσει να υπάρχει. Το ίδιο και με την καταπίεση, την παγκοσμιοποίηση και την αστυνομική βία που δίκαια ευαισθητοποιούν τη συγγραφέα. Εκείνο όμως που πρέπει πολύ έντονα να τονίσουμε, για να πάμε στο βαθύτερο νόημα του έργου, είναι ότι οι άνθρωποι ποτέ δεν ήταν απροβλημάτιστοι. Ο προβληματισμός σίγουρα αποτελεί ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα του σκεπτόμενου ανθρώπου. Πρέπει όμως να παραδεχτούμε ότι η ανθρωπότητα ποτέ στο παρελθόν δεν ζούσε καλύτερα. Υπήρξαν εποχές με πολύ μεγαλύτερη ανασφάλεια και πως να μην υπήρχε όταν οι πολίτες δεν απολάμβαναν αυτά που τους προσφέρονται σήμερα. Η κοινωνική πρόνοια, ακόμα και στη χρονική περίοδο που περιγράφετε, σε σύγκριση με το παρελθόν, ήταν απείρως καλύτερη.

Η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη έκανε τους ανθρώπους να ζουν περισσότερα χρόνια και σε πολύ καλύτερη γενική κατάσταση. Η δυνατότητα για δωρεάν σπουδές είναι επίσης μια πολύ σημαντική κατάκτηση όπως και η ασφάλεια της σύνταξης. Σε όλα αυτά πρέπει να προσθέσουμε όσα προσφέρουν τα επιτεύγματα της τεχνολογίας και πολλά άλλα. Είναι όμως τα παραπάνω αρκετά για να μας κάνουν ευτυχισμένους; Να μας κάνουν σωστούς; Μπορεί, όπως έχουν τα πράγματα, να απολαμβάνουμε την ευτυχία; Ερωτήματα στα οποία δεν υπάρχει εύκολη απάντηση και ούτε το έργο δίνει λύσεις. Δεν είναι όμως μόνο οι λύσεις αλλά και το ό,τι σε όλη τη διάρκεια του λόγου δεν διέκρινα αξιόλογες λέξεις ή φράσεις, φιλοσοφία, παρά μόνο φωνές, τσιρίδες, στριγκλίσματα, έντονες και υπερβολικές ερμηνείες που ακολούθησαν οι ηθοποιοί όπως τους δίδαξε η σκηνοθεσία.

Συντελεστές

Η σκηνοθεσία και η δραματουργική επεξεργασία ανήκει στον βραβευμένο κινηματογραφικό σκηνοθέτη Αλέξανδρο Αβρανά.
Τα σκηνικά της Έλλης Παπαγεωργοπούλου ταιριάζουν με το σύνολο της ατμόσφαιρας με προέχων το μεγάλο τραπέζι στο κέντρο. Τα μαύρα κοστούμια απόλυτα εναρμονισμένα. Οι φωτισμοί της Ολυμπίας Μυτιληναίου συμβάλλουν στην δημιουργία της ζοφερής ατμόσφαιρας.
Χορογραφία: Αμάλια Μπένετ, Μουσική: Θοδωρής Ρέγκλης, Sound design: Νίκος Μπουγιούκος, Mixage: Κώστας Βαρυμποπιώτης
Βοηθός σκηνοθέτη: Νικήτας Αναστόπουλος, Βοηθός σκηνογράφου: Σωτήρης Μελανός, Βοηθός ενδυματολόγου: Τζίνα Ηλιοπούλου, Φωτογράφος παράστασης: Ορφέας Εμιρζάς

Παίζουν (με αλφαβητική σειρά)

Στάθης Κόικας, Λάμπρος Κτεναβός, Aλέξανδρος Μαυρόπουλος, Μιχάλης Μουλακάκης, Γιώργος Μπινιάρης, Αγλαΐα Παππά, Αρετή Πασχάλη, Ξένια Παυλοπούλου, Ελένη Ρουσσινού, Γιώργος Στάμος. Όλοι τους έκαναν ό,τι καλύτερο μπορούσαν σύμφωνα με τις οδηγίες του σκηνοθέτη.

Διάρκεια 100 λεπτά

  • 8
  •  
  •  
  •  

Σχολιάστε