ΤΡΕΙΣ ΑΔΕΛΦΕΣ ΤΟΥ ΤΣΕΧΩΦ – Θεατρική κριτική

antoniadis(Anton Pavlovich Chekhov 1860-1904)

Ποιος δεν γνωρίζει τον μεγάλο Ρώσο θεατρικό συγγραφέα και ποιος θεατρόφιλος δεν έχει δει τον Θείο Βάνια, τον Γλάρο, τον Βυσσινόκηπο. Σίγουρα όμως λιγότεροι γνωρίζουν τα θαυμάσια διηγήματά του και ακόμα λιγότεροι είναι αυτοί που ξέρουν ότι ήταν γιατρός. Όχι μόνο ήταν γιατρός αλλά ασκούσε την ιατρική σε όλη του τη ζωή. Έλεγε: «Η ιατρική είναι η νόμιμη σύζυγός μου ενώ η λογοτεχνία η ερωμένη μου».
Η παιδική όσο και η νεανική του ηλικία δεν ήταν εύκολες, με πατέρα πολύ αυστηρό και καταπιεστικό (ευτυχώς υπήρχε η μητέρα του και οι όμορφες ιστορίες που έλεγε στα παιδιά της), με οικονομικές δυσκολίες λόγω πτώχευσης αλλά και την ανάληψη δυσανάλογων για την ηλικία του ευθυνών. Εκτός από την τακτοποίηση της οικογενειακής ακίνητης περιουσίας (Βυσσινόκηπος) σπούδασε ιατρική έχοντας αναλάβει πλήρως την οικονομική υποστήριξη της οικογένειας, με την πέννα του. Στην ηλικία των 25 ετών παρουσιάστηκε η πρώτη αιμόπτυση. Έζησε εργένικη ζωή με πολλές περιπέτειες και παντρεύτηκε στα 41 του χρόνια (μια όχι πολύ ομαλή σχέση), τρία χρόνια πριν από τον θάνατό του.
Συμπεριλαμβάνεται στους καλύτερους λογοτέχνες όλων των εποχών του οποίου τα έργα ενέπνευσαν πολλούς γνωστούς συγγραφείς. Πολλά από τα έργα του έχουν γίνει κινηματογραφικές ταινίες.
Στο θέατρο θεωρείται ένας από τους προδρόμους του μοντερνισμού.

Κριτική Στέλιος Αντωνιάδης

Υπόθεση του έργου

Έργο γραμμένο το 1900 παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο Θέατρο τέχνης της Μόσχας από τον μεγάλο Κονσταντίν Στανισλάφσκι. Μαζί με τα άλλα τρία που ανέφερα παραπάνω θεωρείται ένα από τα καλύτερα που έγραψε ο συγγραφέας, το μεγαλύτερο σε διάρκεια και το πιο πολύπλοκο.

Ο τρεις αδελφές Πραζόρωφ: η Όλγα 28 χρόνων, η Μάσσα 23 και η μικρότερη Ίρινα γεννημένες στη Μόσχα, ζουν μαζί με τον αδελφό τους σε μια επαρχιακή πολύ στην οποία έφτασαν λόγω της μετάθεσης του στρατιωτικού πατέρα τους ο οποίος έχει πεθάνει πριν από έναν χρόνο.
Η Όλγα διδάσκει στο Γυμνάσιο, η Μάσα είναι παντρεμένη με τον καθηγητή Κουλίγκιν ενώ η Ίρινα δεν εργάζεται. Και οι τρεις τους πλήττουν θανάσιμα. Δεν είναι μόνο ότι πλήττουν αλλά και ότι η κάθε μια για τους δικούς της λόγους όπως και όλες μαζί βρίσκονται σε απόγνωση. Ή μεγαλύτερη, η Όλγα, με στοργική συμπεριφορά προς τις άλλες, φοβούμενη ότι θα μείνει γεροντοκόρη εξομολογείται ό,τι θα παντρευόταν οποιονδήποτε, ακόμα και έναν πολύ μεγαλύτερο της, αρκεί να βρεθεί κάποιος που θα της το ζητήσει. Μπορεί να υπάρχει πιο εύγλωττη έκφραση απελπισίας; Η Όλγα έχει δουλειά, δεν έχει άντρα. Παρόλο που στο τέλος γίνεται διευθύντρια του σχολείου στο οποίο εργάζεται δεν αισθάνεται καμία ικανοποίηση. Η μεσαία αδελφή, η πιανίστα Μάσα δεν έχει δουλειά, έχει άντρα από τον οποίο όμως δεν είναι ικανοποιημένη για αυτό και ερωτοτροπεί με τον αντισυνταγματάρχη Βερσίνιν ο οποίος επισκέπτεται την πόλη. Στο τέλος ο Βερσίνιν μετατίθεται και η Μάσα καταρρέει αλλά επιστρέφει στον σύζυγό της ο οποίος τη δέχεται σαν να μην έχει συμβεί τίποτα!
Η μικρότερη αδελφή, η Ίρινα, είκοσι χρόνων, δεν έχει ούτε δουλειά ούτε άντρα τον οποίο όμως ονειρεύεται ότι θα βρει στη Μόσχα. Όταν καταλαβαίνει ότι τελικά δεν θα πάνε στη Μόσχα αποφασίζει να παντρευτεί κάποιον που δεν αγαπά (συμβατικός γάμος απελπισίας) ο οποίος σκοτώνεται σε μονομαχία. Τελικά αποφασίζει να εργαστεί. Ο αδελφός τους Αντρέϊ ονειρεύεται να γίνει καθηγητής πανεπιστημίου στη Μόσχα αλλά μετά από έναν κακό γάμο καταλήγει να γίνει ένας αποτυχημένος, χρεοκοπημένος, δυστυχισμένος άνθρωπος.
Υπάρχουν και πολλοί άλλοι χαρακτήρες τους οποίους δεν θα παρουσιάσω λόγω έλλειψης χώρου, να προσθέσω μόνο τον εξηντάρη στρατιωτικό γιατρό Τσεμπουτίκιν, φίλο της οικογένειας που όμως ήταν ερωτευμένος με τη μητέρα τους η οποία δεν αναφέρεται ποτέ. Στην τελευταία σκηνή βλέπουμε τις τρεις αδελφές αγκαλιασμένες και απογοητευμένες να παρακολουθούν τους στρατιώτες-φίλους τους να φεύγουν και λυπούνται για αυτά που δεν ήξεραν ενώ θα έπρεπε να ξέρουν.
Όπως φαίνεται στο μικρό παραπάνω δείγμα υπάρχουν πολλοί ρόλοι, πολλές ιστορίες εκείνο όμως που κυριαρχεί είναι η πλήξη, η στασιμότητα, η αποπνικτική ατμόσφαιρα της επαρχίας, η απογοήτευση. Οι ελπίδες αποδεικνύονται φρούδες, τα όνειρα βγαίνουν όλα πλάνες όπως και το όνειρο της αντιμετώπισης όλων αυτών με την επιστροφή στη γενέθλια πόλη εκεί όπου υπάρχει ζωή, κοσμική κίνηση, πολιτισμός, διασκέδαση, πιθανότητες για μια καλύτερη τύχη. Το κυριότερο όμως όσο και βασικό θέμα του έργου είναι το να περιμένεις κάτι που δεν πρόκειται ποτέ να συμβεί (πρόδρομος του ¨Περιμένοντας τον Godot¨). Ίσως και να φταις εσύ γιατί σου λείπει η τόλμη που θα σου επέτρεπε να σχίσεις τη θολή γραμμή των οριζόντων, τώρα όμως που τη ζωή σου χάλασες στην κόχη εκείνη τη μικρή, σε όλη τη γη τη χάλασες όπως έλεγε και ο μεγάλος Αλεξανδρινός.

Συντελεστές

Η μετάφραση των Αλέξανδρου Ίσαρη-Γιώργου Δεπάστα άψογη.
Η Σκηνοθεσία του Δημήτρη Καρατζά δεν μπορώ να πω ότι με ενθουσίασε αναγνωρίζοντας ότι πρόκειται για ένα πολυπρόσωπο έργο που παρουσιάζεται σε μια μακρόστενη σκηνή. Πρέπει όμως να προσθέσω πως η τελευταία σκηνή ήταν πάρα πολύ καλή.
Τα σκηνικά της Μαρίας Πανουργιά αλλοπρόσαλλα. Το κουβάλημα τόσων επίπλων δεν μου άρεσε καθόλου. Το ίδιο και τα φυτά, οι γλάστρες παρόλο που γνωρίζω την αδυναμία που είχε ο συγγραφέας σε αυτά (τα αγαπούσε σαν παιδιά του). Τα κοστούμια της Ιωάννας Τσάμη ακόμα χειρότερα. Τελείως άσχετα. Άλλος φορούσε φράκο, άλλος ρόμπα και άλλοι, άλλα αντί άλλων. Τα ρούχα των τριών αδελφών επίσης πολύ περίεργη επιλογή για γυναίκες της αστικής τάξης έστω και αν κατοικούν σε μια επαρχιακή πόλη. Οι φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου ικανοποιητικοί. Η μουσική του Δημήτρη Καμαρωτού πολύ κακή. Σύμβουλος δραματουργίας: Αντώνης Αντωνόπουλος, Βοηθός σκηνοθέτη: Ασημίνα Αναστασοπούλου. Φωτογραφίες παράστασης: Γκέλυ Καλαμπάκα

Ερμηνεύουν

Η Καρυφιλλιά Καραμπέτη όπως πάντα πολύ καλή. Το ίδιο και ο Δημήτρης Πιατάς όπως και ο Αιμίλιος Χειλάκης. Παίζουν επίσης οι: Αθηνά Μαξίμου, Μαρία Κεχαγιόγλου, Ορφέας Αυγουστίδης, Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης Σύρμω Κεκέ, Γιάννης Κλίνης, Αινείας Τσαμάτης, Ευδοξία Ανδρουλιδάκη, Νίκος Μάνεσης, Υβόννη Μαλτέζου.
Αα

  • 45
  •  
  •  
  •  

Σχολιάστε