Κάθε θεατρική χρονιά μάς προσφέρει δεκάδες αξιόλογες ερμηνείες – σε εκατοντάδες παραστάσεις, πολύ περισσότερες απ’ όσες μπορεί να παρακολουθήσει ακόμη και ο πιο αφοσιωμένος θεατής ή κριτικός. Η παρακάτω επιλογή δεν φιλοδοξεί να αποτελέσει έναν απόλυτο απολογισμό της χρονιάς, αλλά μια καταγραφή των ερμηνειών που ξεχώρισαν μέσα από τις παραστάσεις που είχαμε την ευκαιρία να δούμε. Παράλληλα, ορισμένες από αυτές τις παραγωγές διανύουν τη δεύτερη ή και τρίτη τους θεατρική σεζόν και βρέθηκαν φέτος στο θεατρικό μας πρόγραμμα· γι’ αυτό και οι ερμηνείες τους συμπεριλαμβάνονται δικαιολογημένα στη φετινή λίστα. Κοινό στοιχείο όλων είναι η ερμηνευτική τους δύναμη, η σκηνική τους αλήθεια και η ικανότητά τους να παραμένουν στη μνήμη πολύ μετά το τέλος της παράστασης.
- Κείμενο Κάτια Σωτηρίου
- Ημερομηνία Δημοσίευσης 7/6/2026

Γιώργος Παπαγεωργίου – 1984
Ο Γιώργος Παπαγεωργίου κατέθεσε έναν αληθινό ερμηνευτικό και σωματικό άθλο. Με διαρκείς μετατοπίσεις φωνής, σώματος και ψυχισμού, μετέτρεψε τη σκηνή σε πεδίο εσωτερικής ασφυξίας και πολιτικής αγωνίας. Η ερμηνεία του είχε νεύρο, ένταση και μια σχεδόν μουσική ακρίβεια, υπηρετώντας απόλυτα τον δυστοπικό κόσμο του Όργουελ. Η παρουσία του κυριάρχησε στη σκηνή με μια δύναμη που μετέδιδε στον θεατή τον παλμό μιας εποχής σκοτεινής και ταυτόχρονα βαθιά ανθρώπινης, χαρίζοντας μία από τις πιο καθηλωτικές ερμηνευτικές στιγμές της χρονιάς.

Η Φιλαρέτη Κομνηνού κινήθηκε πάνω στη λεπτή γραμμή ανάμεσα στη τρυφερότητα και την απόλυτη ψυχική εκτροπή, χτίζοντας την ηρωίδα της ως μια μορφή σκοτεινά γοητευτική και βαθιά ανησυχητική. Με ερμηνευτική πυκνότητα και σχεδόν υπνωτική σκηνική κυριαρχία, μετέτρεπε κάθε παύση, κάθε βλέμμα και κάθε αλλαγή τόνου σε απειλή που υπέβοσκε κάτω από την επιφάνεια. Το σαρκαστικό και το τρομακτικό συνυπήρχαν διαρκώς στην ερμηνεία της, δημιουργώντας μια Άννι Γουίλκς πολυεπίπεδη, εύθραυστη και ταυτόχρονα αδυσώπητη.

Μαρία Σαββίδου – Τρίτο Στεφάνι
Η Μαρία Σαββίδου στο Τρίτο Στεφάνι σήκωσε στους ώμους της το βάρος μιας από τις πιο εμβληματικές γυναικείες μορφές της νεοελληνικής λογοτεχνίας και της χάρισε σάρκα, παλμό και βαθιά ανθρώπινη υπόσταση. Η Εκάβη της υπήρξε πληθωρική, αντιφατική, τρυφερή και σπαρακτική, μια γυναίκα που κουβαλά ολόκληρο τον ταραγμένο ελληνικό 20ό αιώνα μέσα από τις μικρές και μεγάλες προσωπικές της απώλειες. Με απόλυτο έλεγχο των εκφραστικών της μέσων και αφηγηματική δύναμη, μετέτρεψε τον λόγο του Ταχτσή σε ζωντανή μνήμη, δημιουργώντας μια ερμηνεία μεγάλης συγκινησιακής εμβέλειας που έμοιαζε να αναδύεται από τις ίδιες τις φωτογραφίες μιας άλλης εποχής.

Μιχάλης Σαράντης – Κουζίνα
Ο Μιχάλης Σαράντης στην Κουζίνα υπήρξε εκρηκτικός, νευρώδης και βαθιά εύθραυστος ταυτόχρονα. Με μια ερμηνεία σε υψηλούς τόνους, γεμάτη εσωτερικές ρωγμές, απέδωσε ιδανικά την ψυχική εξάντληση ενός ανθρώπου που ασφυκτιά μέσα στη βία της καθημερινότητας και της εργασιακής πίεσης. Ο Σαράντης κινήθηκε με ορμή ελεγχόμενα χαοτική, χωρίς ποτέ να χάνει την αλήθεια του ρόλου.

Μάνος Καρατζογιάννης – Γάλα
Ο Μάνος Καρατζογιάννης στο Γάλα προσέγγισε τον ρόλο του με εσωτερικότητα και συγκινησιακή διαφάνεια. Χωρίς μεγάλες εξάρσεις, κατάφερε να φωτίσει τη βαθιά μοναξιά, τη μνήμη και το τραύμα που διατρέχουν το έργο. Η ερμηνεία του βασίστηκε στη λεπτομέρεια, στις παύσεις και στη συναισθηματική οικονομία, δημιουργώντας στιγμές αυθεντικής συγκίνησης που έμεναν στη μνήμη πολύ μετά το τέλος της παράστασης.

Νίκος Κουρής – Οιδίποδας
Ο Νίκος Κουρής στον Οιδίποδα απέδωσε με δύναμη την τραγική διαδρομή ενός ανθρώπου από τη βεβαιότητα προς τη συντριβή. Με επιβλητική σκηνική παρουσία και βαθιά εσωτερική φόρτιση, οικοδόμησε έναν Οιδίποδα που ήταν βαθιά ανθρώπινος και ευάλωτος. Η φωνή, το σώμα και το βλέμμα του λειτούργησαν ως φορείς μιας τραγικότητας που κορυφωνόταν σταδιακά, χωρίς ίχνος στόμφου.

Αμαλία Αρσένη – Μπουμπουλίνας 18
Η Αμαλία Αρσένη προσέφερε μία από τις πιο συγκλονιστικές ερμηνείες της χρονιάς, συνδυάζοντας υποκριτική ωριμότητα, συναισθηματικό βάθος και σκηνική αλήθεια. Με απόλυτο έλεγχο του λόγου και του συναισθήματος, μετέτρεψε τη σκηνή σε έναν ζωντανό χώρο μνήμης, ιστορίας και ανθρώπινης αντοχής. Κάθε λέξη, κάθε παύση και κάθε βλέμμα αποκτούσαν ιδιαίτερο βάρος, φωτίζοντας τις πιο λεπτές αποχρώσεις του έργου. Η παρουσία της διέθετε μια υποβλητική δύναμη που καθήλωνε το κοινό και αναδείκνυε τη βαθιά ανθρωπιστική διάσταση του κειμένου.

Νίκος Στεργιώτης – Να ξέρετε πως αυτό που ακούτε είναι σφύριγμα τρένου
Ο Νίκος Στεργιώτης κατέθεσε μια ερμηνεία εξαιρετικής εκφραστικής ακρίβειας, αποτυπώνοντας με μοναδική καθαρότητα τις λεπτές μεταβολές του εσωτερικού κόσμου του ήρωα. Με βαθιά συναισθηματική σύνδεση με το κείμενο και αξιοθαύμαστη σκηνική συγκέντρωση, δημιούργησε έναν χαρακτήρα γεμάτο υπαρξιακή αγωνία, και τρόμο.

Φανή Παναγιωτίδου – το Τάμα
Η Φανή Παναγιωτίδου στο Τάμα πρόσφερε μία από τις πιο συγκινητικές ερμηνείες της χρονιάς, μεταμορφώνοντας τον αφηγηματικό λόγο σε ζωντανή εμπειρία. Με αξιοθαύμαστη εκφραστική ευχέρεια, πέρασε από το χιούμορ στη συγκίνηση και από τη γήινη απλότητα στην υπαρξιακή αγωνία με απόλυτη φυσικότητα, δίνοντας σάρκα και οστά στις πολλαπλές όψεις της ανθρώπινης ανάγκης για πίστη, ελπίδα και λύτρωση.

Γιάννος Περλέγκας – Δύναμη της Συνήθειας
Ο Γιάννος Περλέγκας υπέγραψε μία από τις σπουδαιότερες ερμηνευτικές καταθέσεις της χρονιάς, ενσαρκώνοντας τον Καριμπάλντι ως έναν άνθρωπο ολοκληρωτικά παραδομένο στο πάθος της τέχνης. Με σωματική αφοσίωση, υποκριτική τόλμη και απόλυτη σκηνική κυριαρχία, ανέδειξε τη συγκλονιστική συνύπαρξη εμμονής, οράματος και υπαρξιακής αγωνίας που διατρέχει το έργο του Μπέρνχαρντ. Η μορφή του έμοιαζε να αιωρείται διαρκώς ανάμεσα στο γελοίο και το υψηλό, στο καθημερινό και το ποιητικό, αποτυπώνοντας με μοναδική καθαρότητα το «μετέωρο της τέχνης» που βρίσκεται στον πυρήνα της παράστασης. Δίπλα στον Περλέγκα, ολόκληρο το καστ λειτούργησε με αξιοθαύμαστη συνοχή και ακρίβεια, σαν ένα καλοκουρδισμένο μουσικό σύνολο που υπηρετούσε από κοινού τον ιδιότυπο κόσμο του Μπέρνχαρντ. Το αποτέλεσμα υπήρξε ένα υποδειγματικό ensemble, από εκείνα που δικαιώνουν την ουσία της θεατρικής τέχνης ως συλλογικού επιτεύγματος.

Παναγιώτης Εξαρχέας & Γιάννης Λεάκος –Ήλιος με δόντια
Ο Παναγιώτης Εξαρχέας και ο Γιάννης Λεάκος κατέθεσαν ένα από τα πιο ολοκληρωμένα ερμηνευτικά ντουέτα της χρονιάς μοιραζόμενοι τον ίδιο ήρωα με εντυπωσιακή οργανικότητα και απόλυτη σκηνική σύμπνοια. Οι δύο ηθοποιοί λειτούργησαν σαν δύο όψεις της ίδιας ψυχής, φωτίζοντας διαφορετικές πτυχές του Κωνσταντή και αναδεικνύοντας με ευαισθησία τη μοναξιά, την τρυφερότητα, το χιούμορ και το τραύμα του. Με διαρκείς και άψογα εναρμονισμένες εναλλαγές, δημιούργησαν έναν χαρακτήρα βαθιά ανθρώπινο, μεταφέροντας στη σκηνή τη φωνή ενός ανθρώπου που έζησε στο περιθώριο της ιστορίας αλλά διεκδίκησε με αξιοπρέπεια τη θέση του μέσα σε αυτήν.

Δήμητρα Κολλά – Μπουμπού
Η Δήμητρα Κολλά χάρισε στη Μπουμπού ζωντάνια, διατρέχοντας ολόκληρη τη διαδρομή της ηρωίδας με ενέργεια, ευαισθησία και αξιοθαύμαστη εκφραστική ευρύτητα. Πάνω στη σκηνή μεταμορφωνόταν διαρκώς: παιδί, ερωτευμένη νέα γυναίκα, σύζυγος, μητέρα, γιαγιά, κουβαλώντας κάθε ηλικία και κάθε εμπειρία με απόλυτη αλήθεια. Με χειμαρρώδη ρυθμό και έντονη σωματικότητα, έπλασε μια γυναίκα που συναντά τις δυσκολίες της ζωής με πείσμα, γενναιοδωρία και μια ακατάβλητη αγάπη για τον άνθρωπο. Η ερμηνεία της πλημμύριζε από τρυφερότητα, χιούμορ και συγκίνηση, μετατρέποντας τη Μπουμπού σε μια οικεία μορφή που έμοιαζε να κουβαλά τις μνήμες και τις ιστορίες ολόκληρων γενεών Ελληνίδων.

Bonus: Το σύνολο του θιάσου – Εχθρός του Λαού
Ο Εχθρός του Λαού σε σκηνοθεσία Τόμας Οστερμάιερ υπήρξε μία από εκείνες τις παραστάσεις όπου η έννοια του ensemble αποκτά το πλήρες νόημά της. Οι ηθοποιοί λειτούργησαν ως ένα ενιαίο, απολύτως συγχρονισμένο σώμα, υπηρετώντας με ένταση, ρυθμό και ακρίβεια το πολιτικό διακύβευμα του έργου. Κάθε πρόσωπο επί σκηνής συνέβαλε ουσιαστικά στη δημιουργία μιας ζωντανής κοινωνίας που μεταβαλλόταν διαρκώς μπροστά στα μάτια του θεατή, φωτίζοντας τις αντιφάσεις της δημοκρατίας, της εξουσίας και της συλλογικής ευθύνης. Η δύναμη της παράστασης προέκυπτε ακριβώς από αυτή τη συλλογικότητα, από την αίσθηση ότι κανένας ρόλος δεν στεκόταν αποκομμένος από το σύνολο. Ιδιαίτερα ξεχωριστός υπήρξε ο τρόπος με τον οποίο το καστ , ειδικά οι Λένα Παπαληγούρα, Μιχάλης Οικονόμου και Κωνσταντίνος Μπιμπής, διαχειρίστηκαν τη διαδραστική σχέση με το κοινό. Η περίφημη «δημοτική συνέλευση» λειτούργησε ως οργανικό κομμάτι της παράστασης, με τους ηθοποιούς να ενσωματώνουν τις αντιδράσεις, τις τοποθετήσεις και την ενέργεια των θεατών στη σκηνική δράση με εντυπωσιακή αμεσότητα αλλά και τεράστια ψυχραιμία.