Είδαμε «Το φονικό της Ιζαμπέλας Μόλναρ» στην Πειραιώς 260 – Κριτική της Παράστασης

Υπάρχουν παραστάσεις που προσφέρουν μια ιστορία και παραστάσεις που ανοίγουν έναν ολόκληρο κόσμο σκέψης, συναισθημάτων και εικόνων. Το «Φονικό της Ιζαμπέλας Μόλναρ», βασισμένο στο εμβληματικό διήγημα του Δημήτρη Χατζή και σκηνοθετημένο από τη Στεφανία Γουλιώτη, ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Πρόκειται για μια θεατρική εμπειρία υψηλής αισθητικής, όπου ο λόγος, το σώμα, η ύλη και η μνήμη συνυφαίνονται σε μια ενιαία σκηνική σύνθεση που αγγίζει τον πυρήνα της ανθρώπινης δημιουργίας.

  • Ημερομηνία Δημοσίευσης 22/6/2026

Το έργο του Χατζή αποτελεί έναν βαθύ στοχασμό πάνω στην τέχνη, στην αναζήτηση του απόλυτου και στη σχέση του δημιουργού με το έργο του. Η μορφή της Ιζαμπέλας Μόλναρ αποκτά διαστάσεις συμβόλου, εκπροσωπώντας την ακατάπαυστη επιθυμία για υπέρβαση, την ανάγκη να αποκτήσει η ύλη ψυχή και η ζωή μορφή. Μέσα από αυτή τη διαδρομή, η τέχνη παρουσιάζεται ως δύναμη μεταμόρφωσης, ως πεδίο όπου το προσωπικό βίωμα συναντά το συλλογικό και το εφήμερο αποκτά διάρκεια.

Η σκηνοθετική προσέγγιση της Στεφανίας Γουλιώτη, όπως παρουσιάστηκε στην Πειραιώς 260, στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών αναδεικνύει με διαύγεια όλες τις υπόγειες διαστάσεις του κειμένου. Με ευαισθησία, πνευματικότητα και βαθιά κατανόηση της λογοτεχνικής πρώτης ύλης, οικοδομεί μια παράσταση που λειτουργεί σαν ζωντανό γλυπτό. Κάθε εικόνα μοιάζει σμιλεμένη με φροντίδα, κάθε κίνηση αποκτά σημασία και κάθε παύση μετατρέπεται σε δραματουργικό γεγονός.

Ο πηλός, τα γλυπτά και τα ανθρώπινα σώματα συνθέτουν ένα ενιαίο εικαστικό σύμπαν, μέσα στο οποίο η δημιουργία πραγματοποιείται μπροστά στα μάτια του θεατή. Η ύλη αποκτά φωνή και η σκηνή μεταμορφώνεται σε εργαστήριο τέχνης, μνήμης και ύπαρξης. Η Γουλιώτη αντιμετωπίζει το θέατρο ως χώρο τελετουργίας και στοχασμού, χαρίζοντας στην παράσταση μια αίσθηση σχεδόν μυσταγωγική.

Ιδιαίτερη θέση σε αυτή τη σκηνική εμπειρία κατέχει ο εικαστικός κόσμος της παράστασης. Τα γλυπτά λειτουργούν ως οργανικά στοιχεία της δράσης και συνομιλούν διαρκώς με τους ηθοποιούς. Οι φωτισμοί αναδεικνύουν τις υφές και τις μεταμορφώσεις της ύλης, δημιουργώντας εικόνες μεγάλης ποιητικής δύναμης. Το φως αγκαλιάζει τα πρόσωπα και τα αντικείμενα σαν ζωγραφικός καμβάς, ενώ η μουσική και ο ηχητικός σχεδιασμός ενισχύουν τη βαθιά εσωτερικότητα του έργου.

Καθώς η Ιζαμπέλα συνεχίζει αφοσιωμένη τη συνομιλία της με την ύλη, σε μια άκρη της σκηνής αναδύεται η μορφή του Φώτη Στρατηγού, κουλουριασμένη σχεδόν σαν αδιαμόρφωτος πηλός που περιμένει το πρώτο άγγιγμα του δημιουργού. Ο ήρωάς του, ένας άνθρωπος συνηθισμένος, σχεδόν αόρατος μέσα στη μεγάλη αφήγηση του κόσμου, βρίσκει καταφύγιο και νόημα στη γλυπτική. Η τέχνη γίνεται γι’ αυτόν ένας τρόπος να κατοικήσει την πραγματικότητα, να γεμίσει τα κενά μιας ζωής χωρίς ιδιαίτερες εξάρσεις. Με μια βαθιά αίσθηση αυτογνωσίας και ταπεινότητας, παρατηρεί τους δημιουργούς περισσότερο παρά διεκδικεί ο ίδιος θέση ανάμεσά τους· ωστόσο, μέσα από το βλέμμα του αποκτούν μορφή όλα όσα εκτυλίσσονται επί σκηνής.

Η γνωριμία του με την Ιζαμπέλα Μόλναρ γεννά έναν διαρκή εσωτερικό γρίφο. Μπροστά του βρίσκεται μια καλλιτέχνις που δημιουργεί έργα σπάνιας ομορφιάς και εσωτερικής αρμονίας, ενώ η προσωπική της παρουσία αποκαλύπτει μια ύπαρξη γεμάτη αντιφάσεις, εντάσεις και ακατέργαστες γωνίες. Ο αφηγητής την παρατηρεί με περιέργεια και απορία, σαν να προσπαθεί να λύσει το αίνιγμα της σχέσης ανάμεσα στον άνθρωπο και στο έργο του. Μέσα από την αφήγησή του σμιλεύει κι εκείνος ένα πορτρέτο, όχι με πηλό αλλά με λέξεις. Και ακριβώς εκεί βρίσκεται ένα από τα πιο γοητευτικά νήματα του έργου: η αδυναμία να εξηγηθεί πώς από μια ταραγμένη, ακατάστατη και συχνά αντιφατική ανθρώπινη φύση μπορεί να αναδυθεί μια τέχνη που αποπνέει γαλήνη, ισορροπία και μια σχεδόν λυτρωτική αίσθηση συμφιλίωσης με τον κόσμο.

Η Ιζαμπέλα Μόλναρ περνά μέσα από τη φυλακή, το δικαστήριο και το ψυχιατρείο σχεδόν βουβή, σαν μια ύπαρξη που έχει αποσυρθεί από τον κόσμο των ανθρώπινων εξηγήσεων. Η ζωή της συνεχίζει να κινείται στις ίδιες τροχιές έντασης και σύγκρουσης, ώσπου η γλυπτική επανέρχεται ως η μοναδική γλώσσα μέσω της οποίας μπορεί ακόμη να σχετιστεί με την πραγματικότητα. Στην απομονωμένη αυλή του ιδρύματος, περιτριγυρισμένη από πηλό και μισοτελειωμένες μορφές, αφιερώνεται με μανία στη δημιουργία, σαν να αναζητά μέσα από την ύλη μια τελευταία δυνατότητα σωτηρίας.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο η Στεφανία Γουλιώτη παραδίδει τις πιο συγκλονιστικές στιγμές της ερμηνείας της. Με αξιοθαύμαστη σωματική και ψυχική διαθεσιμότητα, διατρέχει ολόκληρο το φάσμα της διαταραγμένης ύπαρξης που υποδύεται. Το σώμα της μοιάζει να κατοικείται από αόρατες δυνάμεις, η φωνή της μετακινείται από τις εκρήξεις σε απόκοσμες σιωπές και το βλέμμα της αποκτά εκείνο το θλιβερό απλανές ύφος ενός ανθρώπου που έχει αποκοπεί από κάθε βεβαιότητα. Η Γουλιώτη αποφεύγει κάθε εξωτερικό εντυπωσιασμό και χτίζει μια μορφή βαθιά τραγική, που συγκινεί ακριβώς επειδή αποκαλύπτει την εύθραυστη ανθρώπινη διάσταση πίσω από την παραφροσύνη. Κορυφαία στιγμή της παράστασης αποτελεί η σκηνή της καταστροφής των γλυπτών. Η Μόλναρ στρέφεται εναντίον των ίδιων των δημιουργημάτων της με μια ορμή σχεδόν διονυσιακή, συντρίβοντας μία προς μία τις μορφές που προηγουμένως είχε γεννήσει με τα χέρια της. Η σκηνή αποκτά τη δύναμη αρχαίας τραγωδίας: η δημιουργός μετατρέπεται σε δήμιο του έργου της, σαν να επιχειρεί να αφανίσει κάθε ίχνος του εαυτού της. Στο κέντρο παραμένει μόνο η κεντρική μορφή, ένα γλυπτό που παραπέμπει σε σταυρό, εικόνα θυσίας, λύτρωσης και οριστικής παράδοσης στη μοίρα.

Η σκηνική όψη (Φιλάνθης Μπουγάτσου), οι φωτισμοί (Σάκη Μπιρμπίλη), η μουσική (Γιώργου Πούλιου), η κινησιολογία (Αντωνίας Οικονόμου), η ατμόσφαιρα μας έβαζαν σ’ αυτή την ανήσυχη, αποκρουστική όσο και δημιουργική συνθήκη Αλλά δεν θα αρκούσαν αν δεν υπήρχαν οι ερμηνείες: της Στεφανίας Γουλιώτη, που μπορεί πάντα να μεταμορφώνεται και να μεταδίδει με μοναδικό τρόπο την προσωπικότητα που κάθε φορά υποδύεται και του Φώτη Στρατηγού. Η συνύπαρξη των δύο ηθοποιών γεννά στιγμές μεγάλης συγκινησιακής δύναμης. Μέσα από τις μεταξύ τους ανταλλαγές, το κείμενο του Χατζή αποκτά ζωντάνια, πολυφωνία και σύγχρονη απεύθυνση.

Το μεγαλύτερο επίτευγμα της παράστασης βρίσκεται στην ικανότητά της να μετατρέπει ένα απαιτητικό λογοτεχνικό έργο σε μια βαθιά βιωματική θεατρική εμπειρία. Η σκηνική γλώσσα συνομιλεί αρμονικά με τη φιλοσοφική διάσταση του κειμένου, ενώ η ποίηση του Χατζή διαχέεται σε κάθε πτυχή της παράστασης. Η τέχνη παρουσιάζεται ως ανάγκη, ως μνήμη, ως πράξη μεταμόρφωσης και ως διαρκής αναζήτηση νοήματος.

Το «Φονικό της Ιζαμπέλας Μόλναρ» αποτελεί μια παράσταση αισθητικής πληρότητας και πνευματικής ακτινοβολίας. Η Στεφανία Γουλιώτη δημιουργεί ένα έργο που συνδυάζει τη δύναμη της λογοτεχνίας, την εκφραστικότητα της εικαστικής τέχνης και τη ζωντάνια του θεάτρου σε ένα ενιαίο καλλιτεχνικό γεγονός. Μια παράσταση που παραμένει ενεργή στη σκέψη και στη μνήμη του θεατή, σαν ένα γλυπτό που συνεχίζει να διαμορφώνεται πολύ μετά την ολοκλήρωση της τελευταίας σκηνής. Ελπίζουμε να την ξαναδούμε στις φθινοπωρινές επαναλήψεις.

 

Σχολιάστε

Θέατρο - mytheatro.gr