Υπάρχουν έργα που μοιάζουν να γράφτηκαν για να επιστρέφουν ξανά και ξανά σε εποχές κρίσης. Η Λυσιστράτη του Αριστοφάνη είναι αναμφίβολα ένα από αυτά. Γραμμένη το 411 π.Χ., μέσα στη δίνη του Πελοποννησιακού Πολέμου, η αριστοφανική ηρωίδα προτείνει μια παράδοξη αλλά ιδιοφυή μορφή αντίστασης: οι γυναίκες αρνούνται την ερωτική συνεύρεση με τους άνδρες μέχρι εκείνοι να σταματήσουν τον πόλεμο. Πίσω από το γέλιο, την ανατρεπτική σεξουαλική σάτιρα και την κωμική υπερβολή, ο Αριστοφάνης αρθρώνει έναν βαθύτατα πολιτικό λόγο για την εξουσία, τη βία, την ειρήνη και την ευθύνη των πολιτών απέναντι στην ιστορία.
- Κριτική Κάτια Σωτηρίου
- Φωτογραφίες Ελπίδα Μουμουλίδου
- Ημερομηνία Δημοσίευσης 14/6/2026

Αυτήν ακριβώς τη διάσταση φωτίζει με μοναδικό τρόπο ο Σταμάτης Κραουνάκης, παρουσιάζοντας στο Ηρώδειο μια Λυσιστράτη που μεταμορφώνεται σε λαϊκή όπερα, σε ένα σκηνικό γεγονός όπου η αριστοφανική σάτιρα συναντά τη λυρική έκφραση και η αρχαία κωμωδία αποκτά νέα πνοή. Ο Κραουνάκης προσεγγίζει το έργο με βαθιά αγάπη για το αριστοφανικό σύμπαν και ταυτόχρονα με τη δημιουργική τόλμη που χαρακτηρίζει το σύνολο της πορείας του. Αναγνωρίζει στον λόγο του Αριστοφάνη μια εσωτερική μουσικότητα και την αναδεικνύει σε βασικό δραματουργικό εργαλείο, μεταφέροντας τη δράση σε έναν κόσμο όπου ο λόγος τραγουδιέται, χορεύεται και πάλλεται από συναίσθημα.
Το λιμπρέτο , στο οποίο συνεισφέρουν μεταξύ άλλων η Λίνα Νικολακοπούλου και ο Λάκης Λαζόπουλος, αποτελεί έναν από τους μεγάλους θριάμβους της παράστασης, καθώς διατηρεί το αριστοφανικό πνεύμα αλλά ταυτόχρονα επιτρέπει στη σύγχρονη γλώσσα να εισβάλει δημιουργικά μέσα στο έργο. Έτσι, η παράσταση αποφεύγει τον κίνδυνο της μουσειακής αναπαράστασης και αποκτά ζωντάνια και αμεσότητα Ο Κραουνάκης κατορθώνει να μετασχηματίσει το αριστοφανικό κείμενο σε μια σύγχρονη λυρική αφήγηση που διατηρεί αναλλοίωτη τη σατιρική οξύτητα και τη φιλοσοφική του δύναμη. Οι λέξεις κυλούν με ρυθμό, μουσικότητα και θεατρική ευφυΐα, δημιουργώντας έναν ζωντανό οργανισμό όπου η ποίηση, το χιούμορ, η συγκίνηση και ο πολιτικός στοχασμός συνυπάρχουν αδιάκοπα. Η γλώσσα αποκτά τραγουδιστική ανάσα, οι διάλογοι μετατρέπονται σε μουσικά επεισόδια και οι σκηνές αποκτούν μια σχεδόν διονυσιακή ενέργεια.

Ιδιαίτερα εντυπωσιακή είναι η ικανότητα του Κραουνάκη να ενσωματώνει στο έργο στοιχεία της ελληνικής μουσικής παράδοσης, του λυρικού θεάτρου, της επιθεώρησης, του καμπαρέ και της σύγχρονης μουσικής δραματουργίας. Το αποτέλεσμα διαθέτει αμεσότητα, λαϊκότητα και υψηλή καλλιτεχνική ποιότητα ταυτόχρονα. Ο Κραουνάκης συνθέτει μια παρτιτούρα γεμάτη χρώματα, αντιθέσεις και συναισθηματικές διακυμάνσεις. Από τις ξεκαρδιστικές σκηνές συλλογικής εξέγερσης μέχρι τις πιο τρυφερές στιγμές ερωτικής προσμονής και από τα σατιρικά ξεσπάσματα μέχρι τις μεγάλες λυρικές κορυφώσεις, η μουσική διατηρεί αδιάκοπα τον παλμό της παράστασης, ισορροπώντας εύστοχα ανάμεσα στο αριστοφανικό χιούμορ και την πολιτική κριτική. Η σύνθεση αποκτά συχνά χαρακτήρα λαϊκού ορατορίου για την ειρήνη, μετατρέποντας τη σκηνή του Ηρωδείου σε έναν χώρο συλλογικής μέθεξης αλλά και απαίτησης. Η ειρήνη παρουσιάζεται ως πράξη ευθύνης, ως συλλογική επιλογή και ως βαθιά ανθρώπινη ανάγκη. Η γυναικεία συμμαχία μετατρέπεται σε σύμβολο ενεργού συμμετοχής στα κοινά, ενώ η αριστοφανική σάτιρα φωτίζει με οξυδέρκεια τις διαχρονικές παθογένειες της εξουσίας, του πολεμικού παραλογισμού και της ανθρώπινης αλαζονείας.
Η μεγάλη δύναμη της παράστασης βρίσκεται ασφαλώς στη μουσική της σύλληψη, ωστόσο η πραγματική της ψυχή αναδύεται μέσα από τις ερμηνείες. Ο Σταμάτης Κραουνάκης συγκροτεί έναν θίασο που λειτουργεί ως οργανικό σύνολο, όπου κάθε πρόσωπο υπηρετεί το κοινό στόχο διατηρώντας παράλληλα τη δική του ξεχωριστή, και συχνά αναγνωρίσιμη, θεατρική ταυτότητα.

Στο κέντρο του σκηνικού σύμπαντος βρίσκεται η Λένα Ουζουνίδου, η οποία προσφέρει μία από τις σημαντικότερες ερμηνείες της διαδρομής της. Η Λυσιστράτη της διαθέτει τη σπάνια ιδιότητα να μοιάζει ταυτόχρονα αρχαία και απολύτως σύγχρονη. Από την πρώτη της εμφάνιση κατακτά τον χώρο και γίνεται το σημείο γύρω από το οποίο περιστρέφεται ολόκληρη η δράση. Με μια παρουσία γεμάτη ζωντάνια, ευφυΐα και ακατάβλητη σκηνική ενέργεια, μεταμορφώνεται σε φορέα του αριστοφανικού πνεύματος και οδηγεί το κοινό σε ένα ταξίδι που ξεκινά από τον Πελοποννησιακό Πόλεμο και φτάνει ως τις σύγχρονες αγωνίες, πολεμικές συγκρούσεις και αντιφάσεις της κοινωνίας.
Η Ουζουνίδου διαθέτει εκείνη τη σπάνια θεατρική ευχέρεια που επιτρέπει στο κωμικό και στο συγκινησιακό στοιχείο να συνυπάρχουν αβίαστα. Το χιούμορ της είναι λαϊκό, γήινο, ακαριαίο και βαθιά ανθρώπινο. Το βλέμμα της σπινθηρίζει διαρκώς από πονηριά και θεατρική ευφυΐα, ενώ η σκηνική της ελευθερία τής επιτρέπει να μετακινείται με εντυπωσιακή άνεση από την κωμωδία στον λυρισμό και από τη σάτιρα στη συγκίνηση. Η φωνή της κινείται με αξιοθαύμαστη ευχέρεια ανάμεσα στον λόγο και το τραγούδι, ενώ η σκηνική της ακτινοβολία χαρίζει σε κάθε εμφάνιση βαρύτητα και γοητεία. Η Ουζουνίδου δημιουργεί μια ηρωίδα βαθιά ανθρώπινη, γεμάτη ευφυΐα, πάθος και τρυφερότητα.

Απέναντί της, ο Χριστόφορος Σταμπόγλης συνθέτει έναν εξαιρετικό Πρόβουλο. Με τη βαθιά, επιβλητική σκηνική του παρουσία και το ιδιαίτερο υποκριτικό του κύρος, ενσαρκώνει ολόκληρο τον κόσμο της ανδρικής εξουσίας που έρχεται αντιμέτωπος με τη γυναικεία επανάσταση. Ο Σταμπόγλης αξιοποιεί την επιβλητικότητα της φυσιογνωμίας του με λεπτή αίσθηση του χιούμορ και μετατρέπει τον χαρακτήρα σε μια γοητευτική αλληγορία της πολιτικής αλαζονείας. Κάθε εμφάνισή του προσθέτει βάρος και θεατρική ένταση στην παράσταση, ενώ η μουσική του παρουσία αναδεικνύει ακόμη περισσότερο τις λυρικές διαστάσεις του έργου.
Από τις πιο απολαυστικές στιγμές της βραδιάς αναδεικνύεται η σκηνή του Κινησία και της Μυρρίνης, ένα από τα κορυφαία επεισόδια της αριστοφανικής κωμωδίας. Ο Χρήστος Γεροντίδης δημιουργεί έναν Κινησία γεμάτο νευρική ενέργεια, αφέλεια, επιθυμία και κωμική απελπισία. Η ερμηνεία του διαθέτει ρυθμό και ακρίβεια, μετατρέποντας κάθε του κίνηση σε πηγή γέλιου. Απέναντί του, η Στέλλα Κρούσκα παρουσιάζει μια Μυρρίνη ευφυή, αισθαντική και απόλυτα κυρίαρχη του παιχνιδιού. Με εξαιρετικό κωμικό ένστικτο και υποδειγματικό συγχρονισμό, οι δύο ηθοποιοί στήνουν ένα απολαυστικό θεατρικό ντουέτο, όπου η ερωτική ένταση μετατρέπεται σε ένα παιχνίδι εξουσίας, επιθυμίας και αναβολής. Η χημεία τους είναι υποδειγματική. Οι διαδοχικές υπεκφυγές της Μυρρίνης, η ολοένα αυξανόμενη αγωνία του Κινησία και η μουσική επένδυση της σκηνής δημιουργούν ένα από τα πιο ολοκληρωμένα κωμικά επεισόδια της παράστασης. Το γέλιο προκύπτει αβίαστα, ενώ ταυτόχρονα αναδεικνύεται η βαθύτερη αλήθεια των ανθρώπινων σχέσεων και της ερωτικής επιθυμίας.

Ξεχωριστή παρουσία αποτελεί και ο Κώστας Μπουγιώτης, ο οποίος ως Απόλλων – κομπέρ προσφέρει μια ερμηνεία γεμάτη λάμψη, μουσικότητα και σκηνική αρχοντιά. Η τενόρος φωνή του γεμίζει τον χώρο του Ηρωδείου με ευκολία και καθαρότητα, ενώ η εκφραστικότητά του προσθέτει μια λυρική διάσταση που ταιριάζει απόλυτα στη μουσική σύλληψη του Κραουνάκη. 
Ο Γιώργος Στιβανάκης, από την άλλη, χαρίζει μία από τις πιο ιδιαίτερες ερμηνευτικές παρουσίες της παράστασης. Με αξιοθαύμαστη ισορροπία ανάμεσα στο γκροτέσκο και στο ανθρώπινο, δημιουργεί έναν χαρακτήρα γεμάτο ευαισθησία και θεατρικό ενδιαφέρον. Η ακρίβεια της κίνησης και η εσωτερική του ένταση στο ρόλο του ανάπηρου στρατιώτη προσδίδουν στον ρόλο μια πολυδιάστατη ποιότητα που ξεπερνά τα όρια της καθαρής κωμωδίας.

Ιδιαίτερη μνεία αξίζει και στον Σάκη Καραθανάση, ο οποίος λειτουργεί σχεδόν ως η λαϊκή φωνή της παράστασης. Με αυθεντικότητα, χιούμορ και εξαιρετική αίσθηση ρυθμού, ενσωματώνει εκείνο το λαϊκό στοιχείο που αποτελεί βασικό συστατικό της αισθητικής του Κραουνάκη.

Στιβαρές στην παρουσία τους οι Αργυρώ Καπαρού ως σπαρτιάτισσα Λαμπιτώ και η Σοφία Κουνιά ως Κλεονίκη, με εξαίσια κωμικότητα η Πένυ Ξενάκη στο ρόλο της Μπάμπουσκας, ενώ ξεχώρισε με την παρουσία της – και το καταπληκτικό κουστούμι της – η Γεωργία Αμοργιανιώτη ως Μινώικα, θεά των Όφεων. Σημαντική η παρουσία των Κώστα Βενετσάνου ως βέρου Αθηναίου, Σπύρου Πινκερίδη ως Κήρυκα, Έλενας Καφούρου ως Ινδής, Μαριλένας Μόσχου και Μαρίας Παπαδοπούλου ως οι Κουκλάρες της Αθήνας , Βενετίας Καναβέλλη και Κωνσταντίνου Τσονόπουλου.

Ο Θεολόγος Παπανικολάου προσδίδει μια απρόσμενη πνευματική και συγκινησιακή διάσταση. Ως ιεροψάλτης, φέρει στη φωνή του ολόκληρη τη μνήμη της βυζαντινής μουσικής παράδοσης, και ο τρόπος με τον οποίο κλείνει την παράσταση, μέσα από μια ερμηνεία που αγγίζει τα όρια της ψαλμωδίας, λειτουργεί σχεδόν τελετουργικά. Μετά το διονυσιακό γλέντι, τη σάτιρα, το γέλιο και την εκρηκτική θεατρικότητα που προηγούνται, η φωνή του έρχεται σαν μια στιγμή περισυλλογής και εσωτερικής κάθαρσης. Η ειρήνη, που μέχρι τότε διεκδικείται μέσα από την ανατροπή, τον σαρκασμό και τη συλλογική εξέγερση, αποκτά ξαφνικά έναν τόνο βαθιά ανθρώπινο και σχεδόν ιερό. Ο Παπανικολάου μετατρέπει το φινάλε σε μια συγκινητική επίκληση συμφιλίωσης, αφήνοντας τη φωνή του να αιωρείται πάνω από το Ηρώδειο σαν απόηχος μιας αρχαίας προσευχής για ειρήνη και συνύπαρξη, προβάλλοντας πια το «My name is Greece. I need some peace».

Ξεχωριστή θέση στην παράσταση φυσικά κατέχει και η παρουσία της Δήμητρας Γαλάνη ως Αθηνάς. Η φωνή της φέρει τη μνήμη και το κύρος μιας ολόκληρης εποχής του ελληνικού τραγουδιού. Η εμφάνισή της με το έξοχο τραγούδι «Όλα για αυτήν την Πόλη» που αποτελεί μια συγκλονιστική αποδοχή της δύναμης της γυναικείας φύσης, προσδίδει τελετουργική διάσταση στην παράσταση, ενώ η σκηνική της ηρεμία λειτουργεί ως σημείο αναφοράς μέσα στη διονυσιακή ενέργεια του συνόλου.

Καθοριστική συμβολή στη δυναμική της παράστασης έχει και η σκηνογραφική σύλληψη (Τakis) , η οποία συνομιλεί διαρκώς με τον πυρήνα του έργου. Στο κέντρο της σκηνής δεσπόζει μια επιβλητική πύλη, ένα πολυσημικό σκηνικό εύρημα που συμπυκνώνει με ευφυΐα τη δραματουργική πρόταση του Κραουνάκη. Η μορφή της παραπέμπει ταυτόχρονα στο αρχικό γράμμα της Λυσιστράτης και στο γυναικείο αιδοίο, μετατρέποντας το γυναικείο σώμα σε αρχιτεκτονικό και πολιτικό σύμβολο. Η επιλογή αυτή αποδεικνύεται εξαιρετικά εύστοχη, καθώς συνοψίζει οπτικά ολόκληρη τη λογική του έργου: το σώμα της γυναίκας αναδεικνύεται σε πεδίο διεκδίκησης, αντίστασης και κοινωνικής ανατροπής. Η πύλη λειτουργεί συγχρόνως ως πέρασμα, οχυρό, μήτρα και σύμβολο γονιμότητας, υποδεχόμενη τους ήρωες σε έναν κόσμο όπου η ζωή, ο έρωτας και η ειρήνη αντιπαρατίθενται δημιουργικά στη βία και τον παραλογισμό του πολέμου. Tην ίδια στιγμή, τα ευφάνταστα και εκρηκτικά κοστούμια, γεμάτα χρώμα, χιούμορ και θεατρική υπερβολή, ενισχύουν τον γιορτινό και διονυσιακό χαρακτήρα της παραγωγής. Η αισθητική τους αποφεύγει κάθε μουσειακή αναπαράσταση και προτείνει έναν ζωντανό, διαχρονικό κόσμο, όπου το αρχαίο δράμα συναντά το σήμερα.

Στο τέλος της βραδιάς, η αίσθηση που κυριαρχεί είναι εκείνη της πληρότητας. Η Λυσιστράτη του Σταμάτη Κραουνάκη αναδεικνύεται σε μια μεγάλη μουσικοθεατρική εμπειρία, σε ένα έργο όπου η μουσική, το λιμπρέτο, οι ερμηνείες και ο πολιτικός στοχασμός συναντώνται αρμονικά. Η παράσταση του Κραουνάκη στο Ηρώδειο αναδεικνύει τη Λυσιστράτη ως αυτό που ήταν πάντοτε: ένα εκρηκτικό πολιτικό μανιφέστο μεταμφιεσμένο σε κωμωδία. Και μέσα από τη μουσική, τη σάτιρα, τον λυρισμό και τις εξαιρετικές ερμηνείες της, μας θυμίζει ότι η τέχνη εξακολουθεί να διαθέτει τη δύναμη να μιλά για τα πιο επείγοντα ζητήματα της εποχής μας με τόλμη χωρίς να χάνει ούτε στιγμή το χιούμορ και την ανθρωπιά της.
Μουσική – Κείμενο – Σκηνοθεσία Σταμάτης Κραουνάκης • Συνεργάτες στο λιμπρέτο Λίνα Νικολακοπούλου (στίχοι τραγουδιών «Πάμε Κοπέλες», «Το Νήμα», «Χορικό της Συμφιλίωσης»), Γιώργος Χατζιδάκις, Λάκης Λαζόπουλος (στιχοι του τραγουδιού «Όλα γι’ αυτή την πόλη») • Συνεργάτρια στη σκηνοθεσία Μαριλένα Μόσχου • Σκηνικά – Κοστούμια Takis • Χορογραφία Θοδωρής Πανάς • Φωτισμοί Στέλλα Κάλτσου • Σύμβουλος θεατρολόγος Ευανθία Στιβανάκη • Εικαστικό σήμα παράστασης Κώστας Σπανάκης Επικοινωνία Δέσποινα Κραουνάκη
• Ερμηνεύουν (με σειρά εμφάνισης) Λένα Ουζουνίδου Λυσιστράτη, Κώστας Μπουγιώτης Απόλλων κομπέρ, Σοφία Κουνιά Κλεονίκη, Έλενα Καφούρου Ινδή, Πένυ Ξενάκη Μπάμπουσκα Κορυφαία, Γεωργία Αμοργιαννιώτη Μινώικα, Αργυρώ Καπαρού Λαμπιτώ, Βενετία Καναβέλλη Μια κοπέλα, Γιώργος Στιβανάκης Θηβαία / Ένας ανάπηρος στρατιώτης, Κωνσταντίνος Τσονόπουλος Θηβαία / Βαγγέλας, Στέλλα Κρούσκα Μυρίνη, Χριστόφορος Σταμπόγλης Πρόβουλος, Χρήστος Γεροντίδης Κινησίας, Κώστας Βενετσάνος Ένας βέρος Αθηναίος, Σάκης Καραθανάσης Λαϊκός τραγουδιστής, Θεολόγος Παπανικολάου Ιεροψάλτης, Σπύρος Πινκερίδης Κήρυκας, Δήμητρα Γαλάνη Θεά Αθηνά, Μαριλένα Μόσχου Κουκλάρα της Αθήνας, Μαρία Παπαδοπούλου Κουκλάρα της Αθήνας • Μουσικοί επί σκηνής Δημήτριος Ανδρεάδης πιάνο, μουσική διεύθυνση, ενορχήστρωση, Δημήτρης Κικλής πλήκτρα, Γιώργος Ταμιωλάκης βιολοντσέλο, ευφώνιο, Λάμπρος Παπανικολάου κόντρα μπάσο, Θεολόγος Παπανικολάου βιολί, Κοσμάς Κοκόλης κιθάρα, μπουζούκι, Νίκος Κατσίκης σολίστ (μαντολίνο, ισπανικό λαούτο, μπουζούκι) • Παραγωγή Gr entertainment – Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου
Με την υποστήριξη της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση (Onassis Stegi)