Λίγες μορφές της αρχαίας τραγωδίας απέκτησαν τόσο ισχυρή συμβολική υπόσταση όσο η Μήδεια του Ευριπίδη. Η βασιλοπούλα της Κολχίδας, που εγκατέλειψε πατρίδα, οικογένεια και ταυτότητα για τον έρωτα του Ιάσονα, μετατρέπεται στα χέρια του μεγάλου τραγικού ποιητή σε ένα από τα πιο σύνθετα ψυχογραφήματα της παγκόσμιας δραματουργίας. Η προδοσία του ανθρώπου στον οποίο αφιέρωσε ολοκληρωτικά τη ζωή της πυροδοτεί μια αδυσώπητη εσωτερική σύγκρουση, όπου ο έρωτας, η αξιοπρέπεια, η οργή και η εκδίκηση συνυπάρχουν με εκρηκτική ένταση. Αυτή τη Μήδεια ανεβάζει φέτος ο Νικίτα Μιλιβόγεβιτς με πρωταγωνίστρια την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη που ξανασυναντά το ρόλο της Μήδειας περίπου 30 χρόνια μετά την παράσταση της Νικαίτης Κοντούρη.
- Κριτική Κάτια Σωτηρίου
- Ημερομηνία Δημοσίευσης 20/7/2026

Η «Μήδεια» του Ευριπίδη παραμένει το διαχρονικό σύμβολο του έρωτα που, όταν απογυμνωθεί από την αμοιβαιότητα και την εμπιστοσύνη, μεταμορφώνεται σε μια δύναμη ικανή να ανατρέψει κάθε όριο της ανθρώπινης ύπαρξης. Η ηρωίδα εγκαταλείπει την πατρίδα, αποκόπτεται από το παρελθόν της και αφιερώνει ολόκληρη την ύπαρξή της στον άνθρωπο που αγαπά. Όταν αυτό το οικοδόμημα καταρρέει μέσα από την προδοσία του Ιάσονα, η ίδια βιώνει την ολοκληρωτική διάλυση της ταυτότητάς της. Ο πόνος της αποκτά αρχέγονες διαστάσεις και το ερωτικό πάθος μετασχηματίζεται σε μια ανεξέλεγκτη δύναμη εκδίκησης, που κορυφώνεται στην πιο ακραία και τραγική ανθρώπινη πράξη, την παιδοκτονία.
Ο Ευριπίδης φωτίζει έτσι τη σύγκρουση δύο ασυμβίβαστων κόσμων. Από τη μία πλευρά βρίσκεται η απόλυτη αφοσίωση του έρωτα, που βιώνει το συναίσθημα ως τρόπο ύπαρξης και ως υπέρτατη αξία. Από την άλλη, ο Ιάσονας εκφράζει τη λογική της σκοπιμότητας, της πολιτικής ανέλιξης και του προσωπικού συμφέροντος, αντιμετωπίζοντας τον γάμο ως μέσο εξουσίας και κοινωνικής καταξίωσης. Ανάμεσα σε αυτούς τους δύο κόσμους εκτυλίσσεται μια τραγωδία όπου η σύγκρουση του πάθους με τον ορθολογισμό, της καρδιάς με την εξουσία και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας με τον κυνισμό αποκτά διαστάσεις οικουμενικές. Η Μήδεια μετατρέπεται έτσι σε ένα από τα πιο βαθιά ψυχογραφήματα της παγκόσμιας δραματουργίας, καθώς ενσαρκώνει την εύθραυστη γραμμή που χωρίζει τον απόλυτο έρωτα από την απόλυτη καταστροφή.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος με τον οποίο ο Νικίτα Μιλιβόγεβιτς προσεγγίζει την ίδια τη φύση της Μήδειας. Το σκηνοθετικό βλέμμα στρέφεται αποφασιστικά προς την εκδικητική της μανία, αναδεικνύοντας τη χθόνια υπόστασή της, τη γυναίκα που κουβαλά μέσα της τις αρχέγονες δυνάμεις της φύσης και της μαγείας. Η Μήδεια εμφανίζεται ως μια ιέρεια των σκοτεινών στοιχείων του κόσμου, μια μορφή που κινείται πέρα από τα ανθρώπινα μέτρα, εκεί όπου η λογική παραχωρεί τη θέση της στο ένστικτο, στην κατάρα και στη μοιραία εκπλήρωση ενός πεπρωμένου που μοιάζει προδιαγεγραμμένο. Η εκδίκηση αποκτά σχεδόν τελετουργική διάσταση και εξελίσσεται ως μια κάθοδος στα πιο βαθιά στρώματα της ανθρώπινης ψυχής, εκεί όπου κατοικούν οι αρχέγονες ορμές και οι ανεξέλεγκτες δυνάμεις του ασυνειδήτου.

Ενδιαφέρουσα η σκηνοθετική επιλογή του Νικίτα Μιλιβόγεβιτς να ενδύσει τα μέλη του Χορού με μάσκες που παραπέμπουν σε υβριδικά, σχεδόν μυθολογικά πλάσματα. Οι μορφές αυτές μετατρέπονται σε ορατές εκφράσεις του σκοτεινού εσωτερικού κόσμου της Μήδειας, σαν να αναδύονται από τα πιο αθέατα στρώματα της ψυχής της και να συνοδεύουν κάθε βήμα της προς την τελική της μεταμόρφωση. Ο Χορός παύει έτσι να αποτελεί αποκλειστικά τον συλλογικό σχολιαστή της δράσης και αποκτά την ιδιότητα ενός ζωντανού καθρέφτη του ασυνειδήτου της ηρωίδας, ενός διαρκούς συνοδοιπόρου που εξωτερικεύει τους φόβους, τις εμμονές και τις χθόνιες δυνάμεις που την κυριεύουν – καίρια σε αυτό το σημείο και η προσθήκη της σλάβικης γλώσσας, που παραπέμπει τόσο στην καταγωγή της Μήδειας όσο και στην καταγωγή του σκηνοθέτη. Παράλληλα, οι μάσκες προσδίδουν σε ολόκληρη την παράσταση μια αίσθηση αρχέγονης σκοτεινότητας και τελετουργικού μυστηρίου, δημιουργώντας ένα σύμπαν όπου ο θεατής αισθάνεται πως παρακολουθεί τη σταδιακή ανάδυση των πιο μύχιων και ανεξέλεγκτων δυνάμεων της ανθρώπινης φύσης.

Ακόμη πιο εύγλωττος αποδεικνύεται ο σκηνικός επίλογος της παράστασης. Ο Ευριπίδης οδηγεί τη Μήδεια προς την έξοδο μέσα στο άρμα του Ήλιου, σε μια εικόνα που φέρει στοιχεία θεϊκής υπέρβασης. Ο Μιλιβόγεβιτς επιλέγει έναν εντελώς διαφορετικό συμβολισμό, που ωστόσο έχουμε ξαναδεί παλιότερα σε σκηνοθεσία του Σπύρου Ευαγγελάτου. Η ηρωίδα παραμένει θαμμένη μέσα στην ίδια τη φλόγα που άναψε η ψυχή της· μέσα στη φωτιά της εκδίκησης, της οδύνης και της ίδιας της παιδοκτονίας. Θάβεται στη γη και παραμένει εκεί σα να είναι ο τάφος της. Η κάθαρση μετατρέπεται σε συνύπαρξη με το τραύμα της και η τελική εικόνα αποκτά τη δύναμη μιας εσωτερικής καταδίκης, μετατρέποντας τη Μήδεια σε μια τραγική μορφή που θάβεται μέσα στο ίδιο το δημιούργημα του πάθους της. Έτσι, η παράσταση ολοκληρώνεται με μια εικόνα υπαρξιακής μοναξιάς, όπου η μεγαλύτερη τιμωρία γεννιέται από την ίδια την ανθρώπινη ψυχή, αλλά που ωστόσο ξενίζει σημαντικά σε σχέση με το κείμενο, αλλά και τη βούληση του Ευριπίδη.
Ιδιαίτερη συμβολική βαρύτητα αποκτά και η σκηνογραφική σύλληψη, η οποία οργανώνεται γύρω από μια μεγάλη «πυρά», πάνω στην οποία ορθώνονται γυμνές πόρτες σαν ερειπωμένα περάσματα μιας ζωής που έχει ήδη καταρρεύσει. Η σκηνή λειτουργεί ως το κυρίαρχο δραματουργικό σύμβολο της παράστασης· γίνεται το υλικό σώμα του πάθους, της οργής και της αυτοκαταστροφής που κατακαίει τη Μήδεια από την πρώτη έως την τελευταία στιγμή. Πάνω σε αυτό το έδαφος οι πόρτες μοιάζουν να οδηγούν σε διαδοχικά κατώφλια της ανθρώπινης ύπαρξης: από την αγάπη στην προδοσία, από τη μητρότητα στην απώλεια, από τον κόσμο των ανθρώπων στον χθόνιο χώρο όπου κυριαρχούν οι αρχέγονες δυνάμεις του μύθου. Η λιτότητα της σκηνογραφίας ενισχύει ακόμη περισσότερο την ποιητική της δύναμη, μετατρέποντας τον σκηνικό χώρο σε ένα διαρκές τοπίο εσωτερικής καύσης, όπου κάθε βήμα των ηρώων μοιάζει να πραγματοποιείται πάνω στις στάχτες της ίδιας τους της μοίρας.

Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη αποκαλύπτει μια Μήδεια που αγαπά με απόλυτη ένταση, υποφέρει με ολόκληρη την ύπαρξή της και αποφασίζει με μια σχεδόν κοσμική αναγκαιότητα. Η ερμηνεία της αποφεύγει την εξωτερική επίδειξη δραματικότητας και οικοδομείται πάνω σε μια δουλεμένη εσωτερική διαδρομή. Κάθε στιγμή της παράστασης γεννά την επόμενη με φυσικότητα, δημιουργώντας την αίσθηση ότι ο θεατής παρακολουθεί τη γέννηση μιας τραγικής συνείδησης μπροστά στα μάτια του.
Ο Ιάσονας του Λάζαρου Γεωργακόπουλου αναδεικνύεται ως ο άνθρωπος της λογικής, της κοινωνικής ανέλιξης και της πολιτικής σκοπιμότητας. Η αντιπαράθεσή του με τη Μήδεια αποκτά τη μορφή σύγκρουσης δύο διαφορετικών αντιλήψεων για τον κόσμο: της ωφελιμιστικής σκέψης απέναντι στην απόλυτη πίστη του συναισθήματος. Από αυτή τη σύγκρουση γεννιέται η τραγωδία και μαζί της μια βαθιά υπαρξιακή αγωνία γύρω από το τίμημα των ανθρώπινων επιλογών. Παρά την τεράστια ικανότητα και εμπειρία του ο Γεωργακόπουλος φαίνεται να μην πατά με βεβαιότητα στη σκηνή και η αντιπαράθεση του με τη Μήδεια δείχνει μάλλον άτολμη.
Η Ρένη Πιττακή στον ρόλο της Τροφού, που έχει ένα διαφορετικό ρόλο στην συγκεκριμένη παράσταση, χαρίζει στο πρόσωπο μια ανθρώπινη διάσταση. Η υποβλητική χρήση της σιωπής, η εκφραστικότητα του βλέμματος και η μετρημένη κινησιολογία συνθέτουν μια παρουσία γεμάτη εσωτερική θλίψη και σοφία.
Ο Άρης Λεμπεσόπουλος ενσαρκώνει τον Κρέοντα άχρωμα, ενώ κάπως ξενίζει η σκηνοθετική επιλογή του «χεριού της εξουσίας» με τη μορφή γαντιού που δείχνει τη βασιλική επιβολή, τον άρχοντα που προσπαθεί να διαφυλάξει την τάξη και την εξουσία του, ενώ και ο Τάσος Σωτηράκης στο ρόλο του Θησέα παρά την πολύ ευαίσθητη ερμηνεία του δε διαθέτει την ανάλογη πυγμή. Παράλληλα, ο κατά τα άλλα εξαιρετικός Διονύσης Πιφέας πέφτει θύμα σκηνοθετικής επιλογής και φέρει τα νέα του θανάτου της Γλαύκης ως Αγγελιαφόρος με υπερβάλλουσα κινητικότητα που στερεί το δραματουργικό βάθος.
Ο χορός – Εβίτα Αγαΐτση, Ηλέκτρα Καρτάνου, Εμμανουήλ Κοντός, Ιωάννα Μπιτούνη, Κατερίνα Νταλιάνη, Μαριάμ Ρουχάτζε και Νίκος Τσιμάρας – με την άρτια φωνητική του παρουσία, την εκφραστική ακρίβεια και τη θεατρική του ωριμότητα, υπηρετεί ως επί το πλείστον τον ευριπίδειο λόγο με σεβασμό και συμβάλλει ουσιαστικά στη δραματική συνοχή της παράστασης, με προεξέχουσα την πάντα εξαιρετική στην εκφορά του λόγου και του τραγουδιού Μαριάμ Ρουχάτζε , που αναλαμβάνει και το συγκινητικό σλάβικο μοιρολόι στο τέλος.

Οι φωτισμοί του Νίκου Βλασόπουλου αποτελούν οργανικό στοιχείο της σκηνοθετικής αφήγησης, ακολουθώντας με ευαισθησία τις διακυμάνσεις της ψυχικής διαδρομής της Μήδειας. Με εναλλαγές φωτός και σκιάς που συνομιλούν διαρκώς με τη δραματική εξέλιξη, αναδεικνύουν άλλοτε την εσωτερική της απομόνωση και άλλοτε την κλιμάκωση του πάθους που την οδηγεί στην τελική πράξη. Καθοριστική για τη σκηνική ατμόσφαιρα αποδεικνύεται και η κινησιολογική δουλειά της Αμάλιας Μπένετ. . Η κίνηση μετατρέπεται σε έναν δεύτερο, άφωνο λόγο, ο οποίος εκφράζει την αγωνία, τον εγκλωβισμό και την αναπόδραστη πορεία των προσώπων προς την καταστροφή. Στην ίδια δραματουργική κατεύθυνση κινείται και η μουσική του Δημήτρη Καμαρωτού, η οποία δεν περιορίζεται στον ρόλο μιας ηχητικής συνοδείας, αλλά ενσωματώνεται οργανικά στη σκηνική δράση. Δημιουργεί ένα πυκνό, υποβλητικό ηχοτοπίο που συνοδεύει αδιάκοπα την ψυχική φθορά των ηρώων, ενισχύοντας την αίσθηση μιας τραγωδίας που εξελίσσεται και στο αθέατο τοπίο της ανθρώπινης συνείδησης.

Στο σύνολό της, η «Μήδεια» του Νικίτα Μιλιβόγεβιτς αποτελεί μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα σκηνική πρόταση, που προσεγγίζει το ευριπίδειο αριστούργημα μέσα από μια έντονα ψυχολογική και συμβολική ματιά και βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην ερμηνεία της Καρυοφυλλιάς Καραμπέτη . Η παράσταση διαθέτει σαφή σκηνοθετική ταυτότητα, υψηλό αισθητικό επίπεδο και ερμηνείες που υπηρετούν με συνέπεια το όραμά της. Παράλληλα, ορισμένες σκηνοθετικές επιλογές μεταβάλλουν ουσιαστικά τη δραματουργική ισορροπία του έργου. Κυρίως το φινάλε, με τη Μήδεια να παραμένει εγκλωβισμένη στις ίδιες τις φλόγες του πάθους και της εκδίκησής της αντί να ανυψώνεται προς το μεταφυσικό επίπεδο που προτείνει ο Ευριπίδης, μετατοπίζει το βάρος από την τραγική υπέρβαση στην εσωτερική τιμωρία. Η επιλογή αυτή διαθέτει ισχυρό συμβολισμό, περιορίζει όμως τη δραματουργική κορύφωση και αποδυναμώνει την αίσθηση της συγκλονιστικής κάθαρσης που γεννά το αρχαίο κείμενο. Παρ’ όλα αυτά, η παράσταση παραμένει μια ουσιαστική και γόνιμη συνομιλία με την ευριπίδεια τραγωδία, προκαλώντας τον θεατή να επανεξετάσει τη Μήδεια όχι μόνο ως μυθικό πρόσωπο, αλλά ως μια διαχρονική μορφή που φωτίζει τις πιο ακραίες δυνατότητες της ανθρώπινης ψυχής.
Συντελεστές
Σκηνοθεσία: Nikita Milivojević
Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας
Σκηνογραφία: Σωτήρης Μελανός
Πρωτότυπη μουσική / δραματουργία: Δημήτρης Καμαρωτός
Κίνηση: Amalia Bennett
Ενδυματολόγος: Βασιλική Σύρμα
Σχεδιασμός Φωτισμών: Νίκος Βλασόπουλος
Σχεδιασμός Ήχου: Κώστας Μπώκος
Μετάφραση στα Σέρβικα: Natasa Mijatovic
Βοηθοί σκηνοθέτη: Νίκος Τσιμάρας – Γιώτα Σερεμέτη
Βοηθός Σκηνογράφου: Σοφία Θεοδώρου
Βοηθός Ενδυματολόγου: Δήμητρα Σαρρή
Βοηθός Κινησιολόγου: Κατερίνα Γεβετζή
Βοηθοί σκηνοθέτη στο πλαίσιο πρακτικής άσκησης ΕΚΠΑ:
Πηνελόπη Πανταζή, Βασιλική Χατζηχαμπή
Πρωταγωνιστούν:
- Καρυοφυλλιά Καραμπέτη
- Λάζαρος Γεωργακόπουλος
- Άρης Λεμπεσόπουλος
- Τάσος Σωτηράκης
- Διονύσης Πιφέας
- Στον ρόλο της Τροφού η Ρένη Πιττακή
Χορός:
- Εβίτα Αγαΐτση
- Ηλέκτρα Καρτάνου
- Εμμανουήλ Κοντός
- Ιωάννα Μπιτούνη
- Μαριάμ Ρουχατζέ
- Νίκος Τσιμάρας
Μουσικός επί σκηνής: Στέλιος Κατσατσίδης