Είδαμε την “Ειρήνη” σε σκηνοθεσία Νίκου Καραθάνου – Κριτική της Παράστασης

Η παράσταση του Νίκου Καραθάνου “Ειρήνη: Μια επίσκεψη στο έργο του Αριστοφάνη”, παρουσιάστηκε στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου στις 24 και 25 Ιουλίου. Εμείς ανήκαμε στους τυχερούς της δεύτερης ημέρας που είδαμε ολόκληρη την παράσταση, αφού η βροχή της Παρασκευής δεν επέτρεψε την ολοκλήρωση της πρεμιέρας. Ο Νίκος Καραθάνος, υπογράφει τη σκηνοθεσία και συνυπογράφει τη μουσική, ενώ παράλληλα ανεβαίνει και ο ίδιος στη σκηνή. ενώ το πρωτότυπο κείμενο και τα τραγούδια υπογράφει ο Φοίβος Δεληβοριάς.

  • Κείμενο Κάτια Σωτηρίου
  • Ημερομηνία Δημοσίευσης 29/7/2026

Η «Ειρήνη», γραμμένη το 421 π.Χ., μέσα στη δίνη του Πελοποννησιακού Πολέμου, αποτελεί ίσως το πιο αισιόδοξο έργο του Αριστοφάνη. Ο Τρυγαίος, ένας ταπεινός αμπελουργός, αποφασίζει να ταξιδέψει στον ουρανό για να απελευθερώσει τη θεά Ειρήνη από τη φυλακή όπου την κρατά ο Πόλεμος. Η αλληγορία παραμένει συγκλονιστικά επίκαιρη. Στον κόσμο του 2026, όπου οι ένοπλες συγκρούσεις, οι προσφυγικές κρίσεις και η διαρκής αίσθηση ανασφάλειας καθορίζουν την καθημερινότητα, η αριστοφανική ουτοπία παύει να μοιάζει με ιστορικό κατάλοιπο και μετατρέπεται σε επιτακτική υπενθύμιση της ανθρώπινης ευθύνης.

Ο Νίκος Καραθάνος προσεγγίζει το έργο με τον ιδιαίτερο σκηνικό του κώδικα, εκεί όπου το ονειρικό συνυπάρχει με το γήινο, η παιδικότητα συνομιλεί με το πένθος και το κωμικό μεταμορφώνεται απροσδόκητα σε βαθιά συγκίνηση. Η σκηνοθεσία του δημιουργεί ένα θεατρικό σύμπαν όπου οι εικόνες λειτουργούν περισσότερο ως συναισθηματικά τοπία , κι έτσι ο θεατής καλείται να περιπλανηθεί μέσα σε έναν κόσμο όπου η φαντασία γίνεται ο μόνος αξιόπιστος τρόπος να εκφράσει την πρόθεση του.

Η σημαντικότερη δραματουργική επιλογή της παράστασης αφορά τη μεταμόρφωση του Τρυγαίου σε Τρυγαία. Η αλλαγή αυτή αποκτά συμβολική βαρύτητα και προσφέρει μια νέα οπτική στο έργο. Η διαδρομή προς την Ειρήνη αποκτά γυναικεία υπόσταση και συνδέεται με τη φροντίδα, την επιμονή, τη δημιουργία και τη συμφιλίωση. Η Τρυγαία προσεγγίζει τον κόσμο με χιούμορ, τρυφερότητα και εσωτερική δύναμη, μετατρέποντας το ταξίδι προς τον ουρανό σε μια πορεία αναγέννησης όπως μια γυναίκα θα μπορούσε να την οραματιστεί.

Στην ίδια δραματουργική λογική εντάσσεται και η μεταμόρφωση του Ερμή σε Αθηνά. Η θεά της σοφίας και της στρατηγικής καθοδηγεί πλέον την πορεία προς την αποκατάσταση της αρμονίας, προσδίδοντας στο έργο μια διάσταση συλλογικής ευθύνης. Η επιλογή αυτή εμπλουτίζει το αριστοφανικό σύμπαν με μια μορφή που συμβολίζει τη γνώση, τη σύνεση και την πνευματική εγρήγορση, αλλά και που έχουν σαφή δραματουργική εξήγηση καθώς όπως τονίζει και η Τρυγαία, η Αθηνά φέρει ευθύνη για την κατάσταση της Αθήνας, ως πολιούχος θεά της.

Εμβληματική στιγμή της σκηνοθετικής σύλληψης αποτελεί η μορφή του Πολέμου, ο οποίος εμφανίζεται ως ένας επιβλητικός γορίλας. Η εικόνα συμπυκνώνει με εξαιρετική δύναμη την πρωτόγονη φύση της βίας. Ο γορίλας ενσαρκώνει τη βία στην πιο πρωτόγονη μορφή της· μια δύναμη ακατέργαστη, τυφλή και σχεδόν ζωώδη, που συνθλίβει κάθε ίχνος πολιτισμού, σε ευθεία συνάρτηση με το ένστικτο της καταστροφής που επανέρχεται διαρκώς μέσα στην ανθρώπινη ιστορία. Έτσι, ο αγώνας της Τρυγαίας αποκτά υπαρξιακές διαστάσεις καθώς δεν αντιπαλεύει απλώς έναν πόλεμο, αλλά τη βαθύτερη ανθρώπινη ροπή προς τη βία.

Η διασκευή και τα τραγούδια του Φοίβου Δεληβοριά λειτουργούν οργανικά μέσα στη δραματουργία. Η μουσική γίνεται ένας δεύτερος αφηγητής που σχολιάζει, ειρωνεύεται, συγκινεί και ενώνει τις επιμέρους σκηνές σε ένα ενιαίο ποιητικό σύνολο. Οι σύγχρονες μουσικές αναφορές συνυπάρχουν με στοιχεία λαϊκής γιορτής και δημιουργούν ένα ηχητικό περιβάλλον που διαθέτει ρυθμό, ευαισθησία και μια σχεδόν παιγνιώδη ελευθερία, η οποία ταιριάζει απόλυτα στο αριστοφανικό πνεύμα.

Ιδιαίτερα σημαντική είναι και η αισθητική συνοχή της παράστασης. Τα σκηνικά της Εύας Μανιδάκη και τα κοστούμια του Άγγελου Μέντη δημιουργούν έναν κόσμο που μοιάζει να αιωρείται ανάμεσα στο παραμύθι και στο λαϊκό πανηγύρι. Η σκηνική εικόνα δεν επιχειρεί να αναπαραστήσει την αρχαιότητα, αλλά να οικοδομήσει μια νέα μυθολογία, αναγνωρίσιμη και ταυτόχρονα διαχρονική. Οι φωτισμοί της Ελίζας Αλεξανδροπούλου υπηρετούν με ευαισθησία αυτή τη μετάβαση από το σκοτάδι της βίας στο φως της συμφιλίωσης, ενώ η κίνηση της Αμάλιας Μπένετ προσδίδει στον Χορό χιούμορ αλλά και ανά σημεία μια οργανικότητα που υπερβαίνει τη διακοσμητική λειτουργία του.

Στον πυρήνα της παράστασης βρίσκονται οι ερμηνείες. Η Γαλήνη Χατζηπασχάλη, στον ρόλο της Τρυγαίας, αποτελεί τον σταθερό άξονα της παράστασης και συνδυάζει την έντονη σωματικότητα με το πηγαίο της χιούμορ, ισορροπώντας με φυσικότητα ανάμεσα στην αριστοφανική ευθυμία και στην ανά στιγμές συγκινητική διάσταση του έργου.

Η Έμιλυ Κολιανδρή, στον ρόλο της Αθηνάς, συνθέτει μια από τις πιο ενδιαφέρουσες σκηνικές παρουσίες της παράστασης. Η θεά της σοφίας εμφανίζεται ως η τελευταία εκπρόσωπος μιας θεϊκής τάξης που αναζητά τη θέση της σε έναν κόσμο όπου οι βεβαιότητες έχουν πλέον ανατραπεί. Η Κολιανδρή ισορροπεί με ακρίβεια ανάμεσα στη μεγαλοπρέπεια και την ανθρώπινη ευαλωτότητα, προσφέροντας μια ερμηνεία γεμάτη λεπτές αποχρώσεις. Το αυστηρό της βλέμμα, η νευρώδης κινησιολογία, οι κωμικές εκλάμψεις και οι ανεπαίσθητες στιγμές αμηχανίας συνθέτουν μια θεότητα που προσπαθεί να διαφυλάξει το κύρος και τη σοφία της, την ίδια στιγμή που γύρω της ένας ολόκληρος κόσμος αλλάζει.

Ο Θανάσης Αλευράς χαρίζει στην παράσταση μια από τις πιο απολαυστικές ερμηνείες της. Με σπάνια σκηνική άνεση, υποδειγματικό κωμικό ρυθμό και αμεσότητα στην επικοινωνία με το κοινό, μετατρέπει κάθε του εμφάνιση σε πηγή ζωντάνιας και θεατρικής ενέργειας.

Η Ζέτα Μακρυπούλια, στο επιδαύριο ντεμπούτο της, ενσαρκώνει μια Ειρήνη φωτεινή, χαμογελαστή και αιθέρια. Η σκηνική της παρουσία παραπέμπει εύστοχα σε μια φιγούρα που μοιάζει να έχει μόλις αναδειχθεί σε διαγωνισμό ομορφιάς, ένα ευρηματικό σχόλιο πάνω στην εικόνα μιας κοινωνίας που εξυψώνει την ειρήνη ως ιδανικό, την περιβάλλει με θαυμασμό και συμβολισμούς, ενώ ταυτόχρονα δυσκολεύεται να τη μετατρέψει σε καθημερινή πράξη.

Ο Γιάννης Κότσιφας, ο Πάνος Παπαδόπουλος, η Βάσω Καβαλιεράτου, ο Φοίβος Δεληβοριάς, ο Άγγελος Τριανταφύλλου, ο Γιλμάζ Χουσμέν, ο Άλκης Μπακογιάννης, ο Κωνσταντίνος Κοντογεωργόπουλος, ο Κωνσταντίνος Ζωγράφος, ο Γιάννης Σαμψαλάκης, ο Βασίλης Παπαδόπουλος, ο Σπύρος Μπόσγας και ο Αντώνης Χρήστου συγκροτούν έναν θίασο με συνοχή και κοινό σκηνικό παλμό. Η παρουσία του καθενός αποκτά ουσία μέσα από τη σχέση με το σύνολο, υπηρετώντας με συνέπεια την ποιητική και βαθιά συλλογική σκηνοθετική πρόταση του Νίκου Καραθάνου.

Η μεγάλη επιτυχία του Καραθάνου είναι ότι αντιστέκεται στον πειρασμό της εύκολης επικαιροποίησης. Η παράσταση δεν κατονομάζει σύγχρονους πολέμους ούτε επιδιώκει να μετατρέψει την κωμωδία σε απλό πολιτικό μανιφέστο, παρά το γεγονός ότι γίνονται συγκεκριμένες αναφορές σε πολιτικά γεγονότα  –  ο ΟΠΕΚΕΠΕ αποτελεί μια ιδιαίτερα χιουμοριστική στιγμή – αλλά και σε πολύ επίκαιρα γεγονότα: η αναφορά στη «Μαύρη Ελένη» προκαλεί γέλιο. Από τις πιο ευρηματικές στιγμές της παράστασης αναδεικνύεται η τηλεφωνική συνομιλία της Τρυγαίας με τη Λυσιστράτη. Οι δύο εμβληματικές ηρωίδες του αριστοφανικού σύμπαντος συναντιούνται σκηνικά σαν να ανήκουν στον ίδιο δραματικό χρόνο, ανταλλάσσοντας με χιούμορ τις διαφορετικές τους στρατηγικές για την κατάκτηση της ειρήνης. Η Λυσιστράτη υπερασπίζεται τη δύναμη της ερωτικής αποχής, ενώ η Τρυγαία επιμένει στο δικό της παράτολμο ταξίδι προς τον ουρανό, δημιουργώντας μια απολαυστική συνομιλία ανάμεσα σε δύο διαφορετικές εκδοχές της αριστοφανικής ουτοπίας.

Ωστόσο ο Καραθάνος επιλέγει όπως πάντα και το δρόμο της ποίησης. Η επιστροφή της Τρυγαίας και της Ειρήνης περνά μέσα από τη χώρα των νεκρών, μετατρέποντας την αριστοφανική αισιοδοξία σε μια βαθιά ποιητική τελετουργία μνήμης, που φωτίζει τον πυρήνα της καλλιτεχνικής σκέψης του Καραθάνου. Οι μορφές που χάθηκαν παραμένουν παρούσες, συνοδεύουν τους ζωντανούς και συμμετέχουν στη συλλογική πορεία προς έναν κόσμο που αναζητά ξανά την ισορροπία του.  Μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα ακούγεται η φωνή του Βασίλη Παπαβασιλείου, σε μια από τις πιο συγκινητικές στιγμές της παράστασης. Η παρουσία του αποκτά συμβολικό χαρακτήρα, καθώς ενσωματώνεται οργανικά σε έναν σκηνικό κόσμο όπου οι απόντες εξακολουθούν να συνομιλούν με τους ζωντανούς. Η επιθυμία να είχε παραταθεί η ζωή του έστω για μία ακόμη ημέρα, ώστε να αντικρίσει τον κόσμο που συνεχίζει την πορεία του, μετατρέπεται σε έναν σπαρακτικό στοχασμό πάνω στον χρόνο, στη μνήμη και στη συνέχεια της ανθρώπινης ύπαρξης. Είναι πάντα συγκινητική η αφιέρωση του Καραθάνου στους σπουδαίους του θεάτρου.

Η  παράσταση συγκινεί περισσότερο στις πιο ήσυχες στιγμές της. Εκεί όπου το γέλιο υποχωρεί και αφήνει χώρο στην τρυφερότητα. Εκεί όπου η σκηνή γεμίζει από ανθρώπους που, παρά τις διαφορές τους, αναζητούν έναν κοινό τόπο συνύπαρξης. Ο Καραθάνος ως μητέρα του Αριστοφάνη παραδίδει έναν εξαιρετικό μονόλογο, ο στρατιώτης που μιλά για τον πόνο και την απώλεια   υπενθυμίζει γιατί αξίζει να αγωνίζεται κανείς για την ειρήνη.

Μέσα από μουσικές, σιωπές και εκρήξεις γέλιου, η παράσταση υπενθυμίζει πως η ειρήνη δεν αποτελεί μια αφηρημένη έννοια ούτε ένα σύνθημα που επαναλαμβάνεται μηχανικά. Είναι μια εύθραυστη ανθρώπινη κατάσταση που απαιτεί καθημερινή διεκδίκηση. Στο δρόμο για αυτό το μήνυμα βρίσκεται όμως και το μεγαλύτερο μειονέκτημα της παράστασης. Ενώ η δραματουργία λειτουργεί εξαιρετικά στο μεγαλύτερο μέρος, ο ρυθμός είναι υψηλός, η συνοχή των σκηνών μελετημένη και η παράσταση εξαιρετικά δουλεμένη, στα τελευταία είκοσι λεπτά, μετά τον ερχομό της Ειρήνης στη Γη, όλα αυτά καταρρέουν, οδηγώντας σε αμήχανα και άβολα σκετς, την προβολή ενός ιδιαίτερα αμφιλεγόμενου βίντεο σε πανί, και σε ένα πρόχειρο φινάλε που μάλλον θα έπρεπε να ξαναδουλευτεί. Ο Καραθάνος αλλάζει στο τέλος άρδην το αριστοφανικό κείμενο ώστε να δημιουργήσει την αίσθηση ότι η ειρήνη δεν κατακτάται οριστικά, αλλά κερδίζεται ξανά και ξανά, μέσα από μικρές καθημερινές πράξεις αντίστασης απέναντι στη βία, και την αδιαφορία, ωστόσο αυτή η δραματουργική επιλογή δεν υποστηρίζεται σωστά στα τελευταία λεπτά αφήνοντας το κοινό κάπως μουδιασμένο.

Συνολικά, ο Νίκος Καραθάνος προτείνει τελικά μια θηλυκή ανάγνωση της «Ειρήνης». Η Τρυγαία, η Αθηνά και η ίδια η μορφή της Ειρήνης συγκροτούν έναν άξονα που αναδεικνύει τη δημιουργία, τη μνήμη και τη συλλογικότητα ως θηλυκές δυνάμεις μετασχηματισμού του κόσμου. Η παράσταση αποκτά έτσι μια ανθρωποκεντρική διάσταση, όπου ειρήνη αντιμετωπίζεται ως μια βαθιά ανθρώπινη ανάγκη, εύθραυστη όσο και πολύτιμη, αλλά και ένα μακρινό ιδανικό και μια ρομαντική ουτοπία

 

 

 

 

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

Διασκευή – Πρωτότυπο Κείμενο – Τραγούδια: Φοίβος Δεληβοριάς

Σκηνοθεσία – Σύλληψη: Νίκος Καραθάνος

Συνεργασία στη σκηνοθεσία: Άγγελος Τριανταφύλλου

Συνεργάτις δραματουργός: Έρι Κύργια

Σκηνικά: Εύα Μανιδάκη

Κοστούμια: Άγγελος Μέντης

Μουσική: Φοίβος Δεληβοριάς, Άγγελος Τριανταφύλλου

Φωτισμοί: Ελίζα Αλεξανδροπούλου

Κίνηση: Αμάλια Μπένετ

Χορογραφία: Αλέξανδρος Σταυρόπουλος

Σύμβουλος επί του αρχαίου κειμένου: Γιάννης Αστερής

Βοηθοί σκηνοθέτες: Δημήτρης και Ορέστης Σταυρόπουλος

Βοηθός σκηνογράφου: Μαρία Καλοφούτη

Bοηθός β’ σκηνογράφου: Μαρίλια Διάφα

Βοηθός ενδυματολόγου: Αλεξάνδρα Αναστασία Φτούλη

Βοηθός σκηνοθέτη: Ναυσικά Κίρκη

Μακιγιάζ: Όλγα Φαλέι

Κομμώσεις: Θωμάς Γαλαζούλας

Φωτογραφίες promo: Ελίνα Γιουνανλή

Υπεύθυνη Περιοδείας: Κατερίνα Καμαρινοπούλου

Επικοινωνία – Γραφείο Τύπου: Μαρία Τσολάκη

Social Media – Διαφήμιση: Renegade Media, Βασίλης Ζαρκαδούλας

Διεύθυνση παραγωγής: Έφη Πανουργιά

Εκτέλεση παραγωγής: Γιάννης Κουλούρης, Κατερίνα Καμαρινοπούλου

Παραγωγή Θεατρικές Παραγωγές Τεχνηχώρος

Σε συμπαραγωγή με το Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου.

Το Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου επιχορηγείται από το Υπουργείο Πολιτισμού.

Διανομή 

Γαλήνη Χατζηπασχάλη, Θανάσης Αλευράς, Έμιλυ Κολιανδρή, Γιάννης Κότσιφας, Πάνος Παπαδόπουλος, Ζέτα Μακρυπούλια, Βάσω Καβαλιεράτου, Φοίβος Δεληβοριάς, Νίκος Καραθάνος, Άγγελος Τριαντάφυλλου, Γιλμάζ Χουσμέν, Άλκης Μπακογιάννης, Κωνσταντίνος Κοντογεωργόπουλος, Κωνσταντίνος Ζωγράφος, Γιάννης Σαμψαλάκης, Βασίλης Παπαδόπουλος, Σπύρος Μπόσγας, Αντώνης Χρήστου

Ορχήστρα επι σκηνής: Ανδρέας Πολυζωγόπουλος, Θοδωρής Ρέλλος, Γιόελ Σότο, Γιάννης Αγγελόπουλος (Jan Van De Engel)

 

Σχολιάστε

Θέατρο - mytheatro.gr