Οι Τρωάδες του Ευριπίδη, παρουσιάστηκαν στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου , με μια ξεχωριστή σκηνική ανάγνωση για τη φρίκη και το παράλογο του πολέμου, σε σκηνοθεσία Ελένης Ευθυμίου. Η παράσταση αναδεικνύει την τραγωδία ως μια ζωντανή εμπειρία συλλογικής μνήμης και ανθρωπιάς, φωτίζοντας τον άνθρωπο τη στιγμή που βρίσκεται αντιμέτωπος με τη μεγαλύτερη δοκιμασία του: την απώλεια της πατρίδας, των αγαπημένων του, της ταυτότητάς του και, τελικά, του ίδιου του τόπου όπου ανήκει.
- Κριτική Κάτια Σωτηρίου
- Ημερομηνία Δημοσίευσης 3/8/2026

Η συγγραφή των Τρωάδων τοποθετείται χρονικά αμέσως μετά την καταστροφή της Μήλου το 416 π.Χ., ένα γεγονός που σημάδεψε βαθιά την πολιτική και ηθική ιστορία της κλασικής Αθήνας. Η βίαιη εξόντωση του ανδρικού πληθυσμού και η υποδούλωση των γυναικών και των παιδιών ανέδειξαν με δραματικό τρόπο τις συνέπειες της αλαζονείας της ισχύος. Μέσα σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο, ο Ευριπίδης συνθέτει ένα έργο που μεταφέρει το ενδιαφέρον από τους νικητές στα θύματα του πολέμου. Οι Τρωάδες εξελίσσονται σε μια βαθιά ανθρωποκεντρική τραγωδία, η οποία φωτίζει το κόστος της βίας και υπερασπίζεται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια απέναντι στην αυθαιρεσία της εξουσίας. Ο Ευριπίδης στρέφει το βλέμμα του στους ηττημένους. Στις γυναίκες που επιζούν της καταστροφής, στα παιδιά που γίνονται τα πρώτα θύματα της εκδίκησης, στους ανθρώπους που κουβαλούν πλέον μόνο τη μνήμη τους. Η Ελένη Ευθυμίου χρησιμοποιώντας την έξοχη μετάφραση του Γιάννη Τσαρούχη, συναντά αυτή τη σκέψη με απόλυτο σεβασμό και δημιουργεί μια παράσταση όπου κάθε σκηνική επιλογή υπηρετεί τον άνθρωπο. Η τραγωδία αποκτά σάρκα και οστά μέσα από πρόσωπα που αναπνέουν, πονούν, θυμούνται και συνεχίζουν να στέκονται όρθια ακόμη και μέσα στην απόλυτη συντριβή.

Η παράσταση ξεκινά με τα παιδιά της Τροίας να παίζουν, με τις φωνές τους πλημμυρίζουν τον χώρο. Η εισβολή των μαυροφορεμένων κατακτητών μεταμορφώνει μέσα σε μια στιγμή αυτή την εικόνα σε εφιάλτη. Τα γέλια δίνουν τη θέση τους στις κραυγές, οι αγκαλιές διαλύονται από τη βία, τα σώματα γίνονται λάφυρα πολέμου και η σκηνή γεμίζει με την ωμή πραγματικότητα της κατάκτησης. Η Ευθυμίου επιλέγει να ξεκινήσει από την αθωότητα, ώστε η συντριβή της να αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερη δραματική δύναμη και να υπενθυμίσει ότι κάθε πόλεμος εισβάλλει πρώτα στις ζωές των ανθρώπων πριν κατακτήσει τις πόλεις τους. Η Ευθυμίου οικοδομεί έναν σκηνικό κόσμο όπου το σώμα γίνεται ο φορέας κάθε μνήμης. Πάνω του εγγράφονται οι πληγές του πολέμου, η βία της εξουσίας, η απώλεια της ελευθερίας, η μητρότητα, ο θρήνος, η ελπίδα. Το σώμα μετατρέπεται σε ένα ζωντανό αρχείο εμπειριών, σε μια κιβωτό που διατηρεί όσα ο χρόνος αδυνατεί να σβήσει. Κάθε κίνηση, κάθε παύση, κάθε βλέμμα υπηρετεί αυτή την ανάγνωση, δημιουργώντας μια παράσταση που βιώνεται σωματικά.

Ο πυρήνας της σκηνοθεσίας και η σπουδαιότερη κατάκτηση της βρίσκεται στον ανθρωποκεντρισμό της και στον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει τη συμπερίληψη. Η διαφορετικότητα ενσωματώνεται οργανικά στη θεατρική αφήγηση και γίνεται η φυσική κατάσταση αυτού του κόσμου. Η σκηνή υποδέχεται σώματα διαφορετικών ηλικιών, διαφορετικών εμπειριών και διαφορετικών σωματικών δυνατοτήτων, τα οποία συνθέτουν μια κοινότητα με κοινό παρονομαστή την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την απώλεια όπως μπορεί να τη βιώσει κάθε ανθρωπος διαφορετικά. Η αισθητική της παράστασης γεννιέται ακριβώς μέσα από αυτή τη συνύπαρξη, αποκαλύπτοντας πως το θέατρο αποκτά ακόμη μεγαλύτερη δύναμη όταν εκφράζει ολόκληρο το ανθρώπινο φάσμα.
Η συμμετοχή των μελών της ομάδας Εν Δυνάμει αποκτά έτσι ουσιαστική καλλιτεχνική διάσταση. Η παρουσία τους διαμορφώνει τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο αναπνέει η παράσταση. Κάθε σώμα διαθέτει τη δική του κινητική γλώσσα, τον δικό του ρυθμό, τη δική του έκφραση. Η συλλογικότητα αναδύεται μέσα από αυτή την ποικιλία και μετατρέπεται σε μια συγκινητική εικόνα κοινότητας. Η Επίδαυρος αγκαλιάζει έτσι μια αντίληψη του αρχαίου δράματος που τιμά την καθολικότητα του ανθρώπου και επαναφέρει το θέατρο στην αρχική του αποστολή: να αποτελεί τόπο συνάντησης όλων.

Η σκηνοθετική σύλληψη της Ελένης Ευθυμίου βρίσκει την πληρέστερη έκφρασή της μέσα από ένα εξαιρετικά δεμένο ερμηνευτικό σύνολο. Κάθε πρόσωπο υπηρετεί τον κοινό δραματουργικό άξονα, διατηρώντας παράλληλα τη δική του ξεχωριστή φωνή. Οι ήρωες του Ευριπίδη αναδύονται ως άνθρωποι που κουβαλούν την ιστορία τους επάνω στο σώμα και στη μνήμη τους, χαρίζοντας στην παράσταση μια συγκινητική αλήθεια.
Ο Χορός αποτελεί την καρδιά αυτής της παράστασης. Οι φωνές ενώνονται και διαχωρίζονται με φυσικότητα, οι ανάσες αποκτούν μουσικότητα, οι κινήσεις συνθέτουν ένα ενιαίο οργανισμό που διατηρεί την ατομικότητα κάθε μέλους του. Έξοχη η Κατερίνα Παπανδρέου με τη δύναμη της φωνής της, και την τραγικότητα της αφήγησης, η Χρύσα Τουμανίδου , η Λυγερή Μητροπούλου, η Νίκη Πεταλά, η Μύριαμ Αρντζανίδου, με τη λυρικότητα των φωνών και την ένταση των σωμάτων τους δίνουν την αίσθηση της τραγικότητας των στιγμών. Η ομάδα εν Δυνάμει, οι γυναίκες και τα παιδιά του Λοξία, (Ελένη Δημοπούλου, Μαρία Δαχλύθρα, Νίκος Κυπαρίσσης, Ειρήνη Κουρούβανη, Θεανώ Παπαβασιλείου, Λωξάνδρα Λούκας) συντονίζονται σε ένα σπαραγμό σωμάτων και ψυχών. Η εικόνα θυμίζει κύμα που διαρκώς μεταμορφώνεται, παρασύροντας μαζί του τη συλλογική μνήμη ενός ολόκληρου λαού. Οι γυναίκες της Τροίας εκφράζουν τον πόνο τους ως κοινότητα και μετατρέπουν τον θρήνο σε πράξη αντίστασης απέναντι στη λήθη.

Ιδιαίτερη συγκίνηση γεννά η σκηνή κατά την οποία η Λωξάνδρα Λούκας μεταφέρει στην Εκάβη την είδηση για τον θάνατο της κόρης της. Η ιδιαίτερη εκφορά του λόγου της αποκτά μοναδική δραματουργική αξία. Η προσπάθεια κάθε λέξης, κάθε ανάσας και κάθε παύσης αποκρυσταλλώνει τον ίδιο τον πόνο της ανακοίνωσης. Η σκηνοθεσία μετατρέπει αυτή τη στιγμή σε μια κορυφαία πράξη θεατρικής ποίησης, επιβεβαιώνοντας πως η ουσία του θεάτρου γεννιέται από την αλήθεια των ανθρώπων που βρίσκονται επάνω στη σκηνή.
Στην κορυφή αυτού του συνόλου στέκεται η Λυδία Φωτοπούλου, η οποία παραδίδει μία συνταρακτική Εκάβη υψηλού μεγαλείου και ηθικής υπεροχής. Η βασίλισσα της Τροίας εμφανίζεται ήδη συντετριμμένη και ταυτόχρονα μεγαλόπρεπη. Η Φωτοπούλου αποτυπώνει κάθε στάδιο της εσωτερικής της διαδρομής με αξιοθαύμαστη ακρίβεια. Η φωνή της αποκτά άλλοτε τη δύναμη της βασιλικής επιβολής και άλλοτε τη ραγισμένη υφή μιας μάνας που αναζητά ακόμη τα παιδιά της μέσα στα αποκαΐδια, αποδίδοντας με ακεραιότητα το τραγικό δέος της ηρωίδας της. Η Εκάβη της γίνεται η προσωποποίηση όλων των ανθρώπων που συνεχίζουν να κουβαλούν την αξιοπρέπειά τους ακόμη και όταν η ζωή τούς έχει αφαιρέσει κάθε βεβαιότητα. Μέσα από αυτή τη λεπτοδουλεμένη ερμηνεία η μορφή της Εκάβης μετατρέπεται σε ένα διαχρονικό σύμβολο μητρότητας, απώλειας και αντοχής.

Η Εύη Σαουλίδου αποτυπώνει απόλυτα το διαλυμένο ψυχισμό της Ανδρομάχης. Κάτω από την εξωτερική της ηρεμία κυλά ένας αδιάκοπος ποταμός πόνου. Η μητέρα που γνωρίζει ήδη τη μοίρα της αγκαλιάζει κάθε λέξη με μια αξιοπρέπεια που συγκινεί βαθιά.
Η Νάνσυ Σιδέρη προσεγγίζει την Κασσάνδρα ως μια ύπαρξη που κινείται ανάμεσα στη μαντική έκσταση και στην απόλυτη διαύγεια. Η μορφή της μοιάζει να βρίσκεται ήδη πέρα από τον κόσμο των ανθρώπων, γνωρίζοντας με οδυνηρή καθαρότητα όσα πρόκειται να ακολουθήσουν. Η σκηνική της παρουσία, στον παροξυσμό της αποκάλυψης, διαθέτει μια σχεδόν τελετουργική ποιότητα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η Βασιλική Τρουφάκου ως Ελένη. Η προσέγγισή της αναδεικνύει όλες τις αντιφάσεις της ηρωίδας. Η ομορφιά, η γοητεία, η ευφυΐα και η επιθυμία για επιβίωση συνυπάρχουν σε μια σύνθετη προσωπικότητα που διεκδικεί τον λόγο της απέναντι στην Ιστορία. Η Τρουφάκου χαρίζει στην Ελένη μια ανθρώπινη πολυπλοκότητα, επιτρέποντας στον θεατή να αναμετρηθεί με τα διαχρονικά ερωτήματα γύρω από την ευθύνη, την επιλογή και την επιβίωση.

Ο Αργύρης Ξάφης δημιουργεί έναν εξαιρετικό Ταλθύβιο. Ο αγγελιαφόρος αποκτά εδώ το βάρος ενός ανθρώπου που κουβαλά τις αποφάσεις της εξουσίας γνωρίζοντας το ανεπανόρθωτο τραύμα που προκαλούν. Η ερμηνεία του διακρίνεται από λεπτότητα, μέτρο και βαθιά συγκίνηση, αναδεικνύοντας την εσωτερική σύγκρουση και το ανθρώπινο πρόσωπο ακόμη και μέσα στον μηχανισμό της νίκης.
Ο Γιώργος Χριστοδούλου, έξοχος Μενέλαος, εκπροσωπεί την αλαζονεία του νικητή με σταθερότητα και σκηνική επιβολή. Φέρει όλη την ειρωνεία και την αμετροέπεια του νικητή, αλλά και την αρσενική οπτική της αναγκαιότητας του πολέμου. Η παρουσία του ενσαρκώνει τη δύναμη της εξουσίας που θεωρεί την ανθρώπινη ζωή μέρος της λείας του πολέμου, προσφέροντας την απαραίτητη αντίστιξη απέναντι στις γυναικείες μορφές της τραγωδίας.

Η μουσική του Λευτέρη Βενιάδη λειτουργεί ως η αόρατη φλέβα της παράστασης. Οι ζωντανοί ήχοι αναπνέουν μαζί με τους ηθοποιούς και αποκτούν οργανική θέση μέσα στη δράση. Ο θρήνος, η προσμονή, η αγωνία και η ελπίδα διατρέχουν το ηχητικό τοπίο, δημιουργώντας μια αίσθηση συλλογικής μνήμης που αγκαλιάζει ολόκληρη την ορχήστρα.
Η κινησιολογία του Τάσου Παπαδόπουλου αποτελεί έναν από τους θεμελιώδεις άξονες της παράστασης. Οι διαφορετικές κινητικές ποιότητες των ερμηνευτών μετατρέπονται σε πηγή σκηνικού πλούτου. Η κίνηση αποκτά τον χαρακτήρα μιας κοινής αναπνοής, διατηρώντας ταυτόχρονα την ατομικότητα κάθε σώματος. Η εικόνα που προκύπτει διαθέτει μια τελετουργική δύναμη, καθώς η συλλογικότητα γεννιέται μέσα από την πολυφωνία των ανθρώπινων παρουσιών.
Τα σκηνικά της Ευαγγελίας Κιρκινέ και τα κοστούμια του Άγγελου Μέντη διαμορφώνουν έναν χώρο που αιωρείται ανάμεσα στον αρχαίο και στον σύγχρονο κόσμο. Η φθορά, η σκόνη και τα ίχνη της καταστροφής αποκτούν διαχρονικό χαρακτήρα, μετατρέποντας την Τροία σε κάθε τόπο που γνώρισε τον πόλεμο και την προσφυγιά. Οι φωτισμοί της Ζωής Μολυβδά Φαμέλη συμπληρώνουν αυτή τη σύνθεση με ευαισθησία και ακρίβεια, δημιουργώντας εικόνες υψηλής αισθητικής που συνομιλούν διαρκώς με το φυσικό τοπίο της Επιδαύρου.
Οι Τρωάδες της Ελένης Ευθυμίου αποτελούν μία από τις σημαντικότερες στιγμές του φετινού Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου. Η παράσταση συναντά τον Ευριπίδη μέσα από την ουσία του έργου του και αναδεικνύει τη βαθιά πίστη του στον άνθρωπο. Η συμπεριληπτική σκηνοθεσία αποκτά τη μορφή μιας ολοκληρωμένης αισθητικής πρότασης, ο ανθρωποκεντρισμός διατρέχει κάθε σκηνική επιλογή και το ερμηνευτικό σύνολο χαρίζει στην τραγωδία μια σπάνια αλήθεια. Οι Τρωάδες γίνονται μια ωδή στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια, στη δύναμη της μνήμης και στη δυνατότητα του θεάτρου να ενώνει ανθρώπους, εμπειρίες και ζωές σε μια κοινή τελετουργία.
Μετάφραση: Γιάννης Τσαρούχης
Διασκευή—Σκηνοθεσία: Ελένη Ευθυμίου
Σύμβουλος δραματουργίας: Σοφία Ευτυχιάδου
Σκηνικά: Ευαγγελία Κιρκινέ
Κοστούμια: Άγγελος Μέντης
Μουσική: Λευτέρης Βενιάδης
Κίνηση: Τάσος Παπαδόπουλος
Φωτισμοί: Ζωή Μολυβδά – Φαμέλη
Σχεδιασμός ήχου: Σοφία Καμαγιάννη
Μουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου
Δραματολόγος παράστασης: Εύα Σαραγά
Βοηθός σκηνοθέτριας: Θέμης Θεοχάρογλου
Βοηθός σκηνογράφου: Μαριάνθη Ράδου
Βοηθός ενδυματολόγου: Δέσποινα Μαρία Ζαχαρίου
Βοηθός φωτίστριας: Νατάσα Πετροπούλου
Β βοηθός σκηνογράφου: Ταξιάρχης Χούμος
Καλλιτεχνικές συνεργάτιδες για την υποστήριξη της ομάδας Εν Δυνάμει: Ελένη Ζαχοπούλου, Δάφνη Καφετζή, Αγγελική Τόμπρου
Παίζουν (αλφαβητικά): Αργύρης Ξάφης (Ταλθύβιος), Εύη Σαουλίδου (Ανδρομάχη), Νάνσυ Σιδέρη (Κασσάνδρα), Βασιλική Τρουφάκου (Ελένη), Λυδία Φωτοπούλου (Εκάβη), Γιώργος Χριστοδούλου (Μενέλαος)
Χορός: Μύριαμ Σοφία Αρτζανίδου, Μαρία Δαχλύθρα, Eλένη Δημοπούλου, Νίκος Κυπαρίσσης, Ειρήνη Κουρούβανη, Λωξάνδρα Λούκας, Λυγερή Μητροπούλου, Θεανώ Παπαβασιλείου, Κατερίνα Παπανδρέου, Νίκη Πεταλά, Χρύσα Τουμανίδου
Μαζί τους, στους ρόλους της νεαρής Πολυξένης και του μικρού Αστυάνακτα η Άνα Τζουλάκη Χριστοδούλου και ο Μιχάλης Μήτσης αντίστοιχα.
Μουσικοί επί σκηνής: Σοφία Καμαγιάννη (πιάνο), Γιώργος Μπουκαούρης (κρουστά), Σοφιανός Πεσιρίδης (όμποε)
Φωτογραφίες: Karol Jarek
Τρέιλερ: Χρήστος Συμεωνίδης