Η μετατροπή της οικειότητας σε εξουσία αποτελεί μια ενδιαφέρουσα αφετηρία για το «Μένγκελε» του Θανάση Τριαρίδη, που παρουσιάζεται στο Πλύφα σε σκηνοθεσία Βάνας Πεφάνη. Η συνάντηση δύο αγνώστων σε ένα κουπέ τρένου δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μια διερεύνηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς μέσα από ένα πείραμα: η επικοινωνία γίνεται παιχνίδι, το παιχνίδι αποκτά κανόνες και οι κανόνες προσφέρουν στον έναν τη δυνατότητα να ορίζει τη θέση του άλλου. Σε αυτή τη σταδιακή μετατόπιση βρίσκεται ο πιο πρόσφορος δραματουργικός πυρήνας του έργου. Η ανάπτυξή του, ωστόσο, φέρνει στην επιφάνεια την απόσταση ανάμεσα στη φιλοδοξία του κειμένου και στη σαφήνεια της στόχευσής του.
- Κριτική Κάτια Σωτηρίου
- Ημερομηνία Δημοσίευσης 17/10/2026
Ο Τριαρίδης οργανώνει τη δραματουργία του γύρω από την εύθραυστη ισορροπία ανάμεσα στην καθημερινότητα και την ακραία βία. Η συνάντηση δύο αγνώστων σε ένα κουπέ τρένου παρέχει το οικείο περίβλημα μιας ιστορίας που βαθμιαία ανοίγεται προς την ιστορική μνήμη και τη σύγχρονη ηθική ευθύνη. Το παιχνίδι των ρόλων επιτρέπει στους χαρακτήρες να δοκιμάσουν τα όριά τους, ενώ συγχρόνως αποκαλύπτει την έλξη που ασκεί η δυνατότητα ελέγχου ενός άλλου ανθρώπου. Κάθε βήμα προς τη φαινομενική εγγύτητα δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την επόμενη μετατόπιση ισχύος.

Η δύναμη του κειμένου βρίσκεται στην προσωπική διάσταση που δίνει στο ζήτημα της εξουσίας. Ο έλεγχος ασκείται μέσα από τον τρόπο με τον οποίο κάποιος ορίζει τους κανόνες της συζήτησης, αποδίδει ταυτότητες, αξιοποιεί την ευαλωτότητα του συνομιλητή του. Ακόμη και η διάθεση για επικοινωνία μπορεί να υπηρετήσει μια σχέση εξάρτησης, όταν ο ένας κρατά το προνόμιο να καθορίζει το νόημα όσων συμβαίνουν. Έτσι, το όνομα του Μένγκελε ενεργοποιεί την ιστορική φρίκη και παράλληλα φωτίζει έναν μηχανισμό: την αναγωγή του ανθρώπου σε αντικείμενο διαχείρισης, παρατήρησης και πειραματισμού.
Η επαναληπτικότητα επηρεάζει και την πρόσληψη της βίας. Η διαρκής λεκτική πίεση εγκαθιστά σχετικά νωρίς έναν υψηλό τόνο, στον οποίο επιστρέφει συχνά η αντιπαράθεση. Οι εξάρσεις αποκτούν συγγενή λειτουργία και η ένταση σταδιακά γίνεται αναμενόμενη. Σε ένα έργο που στηρίζεται στις μεταβολές των συσχετισμών εξουσίας, οι λεπτές διαφοροποιήσεις, οι παύσεις και οι στιγμές αμφιβολίας θα μπορούσαν να προσφέρουν μεγαλύτερο βάθος. Εδώ, το βάρος πέφτει κυρίως στην εκφορά των ιδεών και στην οξύτητα της διατύπωσής τους.
Ανάλογη ασάφεια παρουσιάζει η οπτική του συγγραφέα. Το έργο κινείται ανάμεσα στην ιστορική αναφορά στον Μένγκελε, στην ψυχολογική διερεύνηση της κυριαρχίας και σε μια γενικότερη καταγγελία της ανθρώπινης σκληρότητας σε μια αφηρημένη μορφή πειράματος. Οι κατευθύνσεις αυτές συνδέονται θεματικά, διατηρούν όμως διαφορετικές απαιτήσεις ως προς την επεξεργασία τους. Η συνύπαρξή τους δημιουργεί ένα πεδίο πολλών προθέσεων, με συγκεχυμένη τελική στόχευση. Ο θεατής καλείται διαρκώς να αναμετρηθεί με το κακό, ενώ το συγκεκριμένο ερώτημα που οργανώνει αυτή την αναμέτρηση παραμένει ασαφές.
Η εντύπωση που αφήνει η γραφή είναι πως ο Τριαρίδης ενδιαφέρεται περισσότερο να δαμάσει δραματουργικά τις αντιθέσεις που αποδίδει στη διαβολική προσωπικότητα του Μένγκελε: την καθημερινή όψη και την ακραία βαναυσότητα, την επίφαση ορθολογισμού και την απόλαυση της επιβολής. Η προσπάθεια αυτή προσφέρει υλικό για σκηνική σύγκρουση, συγχρόνως όμως συγκεντρώνει μεγάλο μέρος της προσοχής στη γοητεία του ακραίου χαρακτήρα. Το ιστορικό πρόσωπο αποκτά τη λειτουργία ενός ισχυρού συμβόλου, του οποίου οι προεκτάσεις διευρύνονται συνεχώς, χωρίς όμως να εμβαθύνει ουσιαστικά, καταλήγοντας σε μια αίσθηση ότι το όνομα του Μένγκελε χρησιμοποιείται λόγω της ακρότητας της ιστορικής συγκυρίας παρά γιατί προσφέρει κάτι πραγματικά ουσιώδες στο έργο.
Χαρακτηριστική είναι η σύντομη ενασχόληση με την ιατρική ηθική. Ζητήματα όπως η συναίνεση, η εργαλειοποίηση του ανθρώπινου σώματος, η ευθύνη του γιατρού και η μετατροπή της επιστημονικής ιδιότητας σε εξουσία ζωής και θανάτου θα μπορούσαν να αποτελέσουν ουσιαστικό άξονα του έργου. Η σχετική συζήτηση καταλαμβάνει περίπου δύο λεπτά και στη συνέχεια παραχωρεί τη θέση της στη γενικότερη αντιπαράθεση των προσώπων. Η αναλογία αυτή έχει σημασία: ένα κείμενο τόσο εκτενές στις διατυπώσεις του επιλέγει μια εξαιρετικά συνοπτική προσέγγιση ενός ζητήματος άμεσα συνδεδεμένου με το ιστορικό βάρος του τίτλου του.
Η Βάνα Πεφάνη, με τη συμβολή της Ελένης Τζαβάρα, δίνει σκηνική υπόσταση σε αυτή τη σταδιακή ανακατανομή της ισχύος. Το αφαιρετικό περιβάλλον συγκεντρώνει την προσοχή στα σώματα, στις αποστάσεις και στη διαχείριση του χώρου μέσα στα πλαίσια αυτού του πειράματος που λαμβάνει χώρα στη σκηνή. Η προσέγγιση των προσώπων, η διεκδίκηση μιας θέσης, η μεταβολή της στάσης του σώματος αποκτούν δραματουργικό βάρος. Το κουπέ λειτουργεί ως τόπος αναγκαστικής συνύπαρξης και συγχρόνως ως πεδίο δοκιμασίας της ελευθερίας τους και της αντίληψης τους για τους ρόλους τους. Μέσα στα όριά του, κάθε χειρονομία μπορεί να αλλάξει τη μεταξύ τους σχέση.
Ο Γιώργος Νάσιος αναλαμβάνει τη μετάβαση από την καθημερινή παρουσία του διοικητικού υπαλλήλου στην επιθετική βεβαιότητα της κυριαρχίας. Η μεταμόρφωση αυτή αποτελεί βασικό στήριγμα της παράστασης, καθώς κάνει ορατή τη διόγκωση του εγώ μέσα από την κατοχή εξουσίας. Η Εύα Πιάδη δίνει στην Εσθήρ ορμή και συναισθηματική διαθεσιμότητα, παρακολουθώντας τις εναλλαγές ανάμεσα στην προσέγγιση, την αγωνία και τη σύγκρουση. Και οι δύο επωμίζονται το βάρος ενός λόγου που απαιτεί διαρκή εγρήγορση και συχνά οδηγεί τις ερμηνείες προς την έμφαση.
Η ζωντανή μουσική του Orestis υποστηρίζει την ατμόσφαιρα και συνοδεύει τις κορυφώσεις της αντιπαράθεσης. Το σκηνικό και τα κοστούμια του Γιώργου Λυντζέρη προσφέρουν ένα λιτό πλαίσιο, ενώ οι φωτισμοί του Γιώργου Τσιτσίγκου αξιοποιούν τις σκιές και τις γωνίες για να ενισχύσουν την αίσθηση πίεσης.
Το «Μένγκελε» στο Πλύφα διαθέτει σκηνική ενέργεια και έναν ενδιαφέροντα πυρήνα γύρω από τη μετατροπή της ανθρώπινης εγγύτητας σε μηχανισμό επιβολής. Η συνολική του επίδραση περιορίζεται από την επανάληψη και τη διάχυση της συγγραφικής οπτικής. Η ανάγκη για σαφέστερη επιλογή στόχου γίνεται ιδιαίτερα αισθητή ακριβώς επειδή το έργο ανοίγει ζητήματα μεγάλης βαρύτητας. Στο σύνολο της η παράσταση είναι ενδιαφέρουσα αλλά η δραματουργική οικονομία και η βαθύτερη επεξεργασία συγκεκριμένων ερωτημάτων θα έδιναν στην πρόκλησή της μεγαλύτερη ακρίβεια και ουσιαστικότερο αντίκρισμα.
Συντελεστές:
Κείμενο: Θανάσης Τριαρίδης
Σκηνοθεσία: Βάνα Πεφάνη
Παίζουν: Γιώργος Νάσιος – Εύα Πιάδη
Σκηνικά-κοστούμια: Γιώργος Λυντζέρης
Music and Live Textures: ORESTIS
Φωτισμοί: Γιώργος Τσιτσίγκος
Κινησιολογία: Στάθης Τζουβάρας
Βοηθός σκηνοθέτη-δημιουργικό αφίσας: Ελένη Τζαβάρα
Φωτογραφίες αφίσας: Renee Revah
Επικοινωνία: Γιώτα Δημητριάδη