Το πένθος μεταβάλλει τη σχέση του ανθρώπου με τον χρόνο. Η καθημερινότητα συνεχίζεται, ενώ εκείνος που βιώνει την απώλεια παραμένει συχνά προσηλωμένος σε μια στιγμή, σε μια εκκρεμότητα, σε όσα ειπώθηκαν ή έμειναν ανείπωτα. Σε αυτή την απόσταση ανάμεσα στην κίνηση του κόσμου και στην εσωτερική ακινησία τοποθετείται το «Εδώ δεν πενθούν» της Μένιας Κιοσσέ, που παρουσιάζεται στο Θέατρο 104, σε σκηνοθεσία Θάνου Καπρέλη. Ένα έργο με ουσιαστικό δραματουργικό ενδιαφέρον, το οποίο βρίσκει στις ερμηνείες ένα σταθερό στήριγμα.
- Κριτική Κάτια Σωτηρίου
- Φωτογραφίες Ελπίδα Μουμουλίδου
- Ημερομηνία Δημοσίευσης 11/10/2026

Δύο άγνωστοι συναντιούνται σε έναν σιδηροδρομικό σταθμό, περιμένοντας ένα τρένο που καθυστερεί. Μια μάνα που έχει χάσει το γιο της, και ένας άντρας που έχει χάσει τη σύζυγο του. Η συνθήκη της αναμονής αποτελεί εύστοχη δραματουργική επιλογή: αναστέλλει την αναχώρηση και δημιουργεί τον χρόνο που χρειάζεται η μεταξύ τους επαφή. Ο σταθμός, ένας χώρος προορισμένος για περάσματα, γίνεται τόπος προσωρινής παραμονής. Οι ήρωες βρίσκονται ανάμεσα σε όσα κουβαλούν, τις αδυναμίες τους, όσα δεν θέλησαν να δούν και να καταλάβουν, και σε μια συνέχεια την οποία δυσκολεύονται να φανταστούν. Το ερώτημα της μετακίνησης αποκτά έτσι ψυχικό περιεχόμενο: πώς προχωρά κανείς όταν ένα μέρος του παραμένει δεμένο με την απώλεια;

Η δύναμη του κειμένου της Μένιας Κιοσσέ βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο συνδέει το προσωπικό τραύμα με την ανάγκη της επικοινωνίας. Η αρχική αμηχανία προσφέρει το έδαφος για μια σταδιακή αποκάλυψη, μέσα από την οποία η παρουσία του αγνώστου αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Απαλλαγμένος από την οικειότητα και τις προσδοκίες ενός ήδη διαμορφωμένου δεσμού, ο άλλος μπορεί να γίνει αποδέκτης όσων δυσκολεύεται κανείς να πει στους δικούς του ανθρώπους. Αυτή η δυνατότητα δίνει στη συνάντηση πειστική συναισθηματική βάση και στηρίζει τη δραματουργική εξέλιξη.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η σχέση ανάμεσα στην εξομολόγηση και στη δράση. Σε ένα έργο που στηρίζεται τόσο έντονα στον διάλογο, η αποκάλυψη του παρελθόντος χρειάζεται να μεταβάλλει το παρόν της συνάντησης. Το ζητούμενο είναι κάθε πληροφορία να επηρεάζει τη στάση των προσώπων, να δοκιμάζει την εμπιστοσύνη τους, να δημιουργεί μια νέα απόσταση ή μια δυνατότητα προσέγγισης. Εκεί βρίσκεται ο δραματικός πυρήνας του «Εδώ δεν πενθούν»: στην προσπάθεια δύο ανθρώπων να διαχειριστούν την έκθεσή τους μπροστά σε κάποιον που μόλις γνώρισαν.

Η γραφή διαθέτει ευαισθησία και αναγνωρίζει την πολυπλοκότητα της απώλειας. Ενοχή, θυμός και ανάγκη συγχώρεσης συνυπάρχουν, δίνοντας στο πένθος περισσότερες αποχρώσεις από εκείνες μιας αποκλειστικά θλιμμένης αφήγησης. Παράλληλα, η εξομολογητική πυκνότητα του υλικού θέτει μια απαιτητική συνθήκη για τη σκηνή. Ο λόγος χρειάζεται αντιστάσεις, παύσεις και αλλαγές κατεύθυνσης, ώστε η συναισθηματική αποκάλυψη να διατηρεί την οξύτητά της. Στο έργο, η Κιοσσέ μετασκευάζει και ανασκευάζει ‘κομμάτια ‘ μνήμης, τα οποία μοιράζεται με το κοινό, με απλό, λιτό, μελαγχολικό και ανθρώπινο τρόπο, που ξεκινά από το οικείο για να μπει στη συνέχεια με διάθεση ψυχογραφήματος σε ένα τόπο προσωρινής διαφυγής που μπορεί να αλλάξει μια για πάντα την πραγματικότητα των ηρώων. Το κείμενο έχει μια γραμμική αφήγηση, αλλά βασίζεται στις σκόρπιες μνήμες που ανακαλούνται από τις δυο ήρωες, φιλτραρισμένες μέσα στην παρηγορητική δύναμη της μνήμης, σε μια μορφή εκ βαθέων εξομολόγησης.

Οι σχέσεις των δυο ηρώων με τους εκλιπόντες της ζωής τους φέρουν το βάρος παλιών τραυμάτων, ενώ αντιλαμβανόμαστε μέσα από τις αφηγήσεις ότι η αδυναμία αμοιβαίας κατανόησης μεγάλωνε μέσα από αποσιωπήσεις και ψέματα, που συντηρούσαν εύθραυστες ισορροπίες. Μια επίμονη μελαγχολία διαπερνά την ατμόσφαιρα, καθώς κάθε χαρακτήρας διαχειρίζεται τη δική του δοκιμασία με διαφορετική ένταση, άλλοτε αφήνοντας τον πόνο να εκδηλωθεί και άλλοτε επιστρατεύοντας μια φαινομενική ελαφρότητα. Το πικρό χιούμορ και η βαθιά προσωπική κριτική απέναντι στις προσωπικές επιλογές προσθέτουν αποχρώσεις σε αυτό το συναισθηματικό τοπίο.

Η σκηνοθεσία του Θάνου Καπρέλη πατά πάνω στα βήματα του πένθους, χρησιμοποιώντας τα ως οδηγό για την πορεία των ηρώων και τη διαδοχή των συναισθηματικών τους μετατοπίσεων. Η επιλογή προσφέρει σαφήνεια και επιτρέπει στον θεατή να παρακολουθήσει τη διαδρομή τους. Ωστόσο, η σχετικά γραμμική ανάπτυξη αυτής της πορείας περιορίζει σε ορισμένα σημεία τις εσωτερικές αναταράξεις που θα μπορούσαν να κάνουν τη σκηνική συνάντηση πιο σύνθετη. Η σκηνοθεσία αποκαλύπτει προοδευτικά όσα παραμένουν κρυμμένα, εκθέτοντας τους ήρωες στις συνέπειες της αλήθειας και καλώντας τον θεατή να επανεξετάσει τις αρχικές του εντυπώσεις. Οι μεταβάσεις ανάμεσα στο παρόν και στο παρελθόν φωτίζουν τις εκκρεμότητες των σχέσεων και αποσαφηνίζουν τα κίνητρα των προσώπων.

Το πένθος περιέχει επιστροφές, αντιφάσεις και απότομες μεταπτώσεις. Η παράσταση δίνει έμφαση ανά στιγμές στην πίεση στη σχέση των δύο προσώπων, στην αισθητή σύγκρουση ανάμεσα στην επιθυμία να μιλήσουν και στην ανάγκη να προστατευθούν. Η ένταση αυτή αφορά κυρίως το διακύβευμα της επικοινωνίας, το αίσθημα ότι η επόμενη λέξη μπορεί να αλλάξει τη μεταξύ τους ισορροπία. Ίσως να θέλαμε μια πιο τολμηρή διαχείριση των εντάσεων και των ασυνεχειών της συναισθηματικής πορείας γιατί όταν η εξέλιξη διατηρεί τον ομοιόμορφο ρυθμό της, η παράσταση χάνει μέρος αυτής της αβεβαιότητας και ορισμένες κορυφώσεις φτάνουν με μικρότερη δύναμη. Σε κάθε περίπτωση ωστόσο η σκηνοθεσία προσεγγίζει με σεβασμό το κείμενο και του επιτρέπει να φτάσει αυτούσιο και συγκινητικό προς το κοινό.

Οι ερμηνείες του Θάνου Καπρέλη και της Άννας Παπαγιάννη υποστηρίζουν ουσιαστικά το υλικό. Οι δύο ηθοποιοί διατηρούν την ανθρώπινη διάσταση των προσώπων και αναλαμβάνουν με συνέπεια το βάρος του εξομολογητικού λόγου. Η παρουσία τους βοηθά το έργο να κρατήσει την αμεσότητά του, ακόμη και εκεί όπου ο σκηνικός ρυθμός θα ωφελούνταν από μεγαλύτερες διαφοροποιήσεις. Στη μεταξύ τους σχέση βρίσκεται και το πιο γόνιμο πεδίο της παράστασης: η προσπάθεια να ακουστεί ο άλλος, να γίνει ανεκτή η ευαλωτότητά του και να δημιουργηθεί ένας προσωρινός δεσμός μέσα σε μια συνθήκη μοναξιάς.
Το «Εδώ δεν πενθούν» αφήνει τελικά την εντύπωση μιας αξιόλογης συνάντησης με τη σύγχρονη ελληνική γραφή. Το συγκινητικό , ανθρώπινο, ζεστό κείμενο και η ερμηνευτική αφοσίωση συγκροτούν μια παράσταση που αγγίζει ένα δύσκολο θέμα με ευαισθησία. Και η πιο ουσιαστική της σκέψη παραμένει απλή: το μοίρασμα μπορεί να δώσει στον πόνο χώρο, γλώσσα και έναν άνθρωπο που θα σταθεί δίπλα του.

Συντελεστές
Κείμενο: Μένια Κιοσσέ
Σκηνοθέτης: Θάνος Καπρέλης
Σκηνογραφία: Ομάδα «LUMA»
Κίνηση: Ηλέκτρα Αρσενίδου
Ερμηνεύουν: Θάνος Καπρέλης, Άννα Παπαγιάννη
Φωνή γυναίκας: Βασιλεία Τσιώνη
Φωνή εφήβου: Μάριος Κρητικόπουλος
Τραγουδούν: Τραγούδι: Μαρία Βασιλοπούλου