Είδαμε το Γλάρο σε σκηνοθεσία Ζωής Ξανθοπούλου – Κριτική της Παράστασης

Ο Γλάρος του Άντον Τσέχοφ, έργο με καθοριστική συμβολή στη διαμόρφωση του σύγχρονου ψυχολογικού θεάτρου, ανεβαίνει στο θέατρο Θησείον, σε διασκευή και σκηνοθεσία Ζωής Ξανθοπούλου. Η ιστορία εκτυλίσσεται στο εξοχικό του αδελφού της Αρκάντινα, όπου η καταξιωμένη ηθοποιός καταφθάνει μαζί με τον σύντροφό της, τον αναγνωρισμένο συγγραφέα Τριγκόριν. Ο γιος της, Κονσταντίν, αναζητά την προσωπική του καλλιτεχνική φωνή, κουβαλώντας το βάρος της μητρικής επιτυχίας και λαχταρώντας την αγάπη της Νίνας. Εκείνη ονειρεύεται μια ζωή στη σκηνή και στρέφει το ενδιαφέρον της στον Τριγκόριν, στο πρόσωπο του οποίου βλέπει τη γοητεία της καταξίωσης.

  • Κριτική Κάτια Σωτηρίου
  • Ημερομηνία Δημοσίευσης 4/10/2026

«Χρειάζονται νέες φόρμες, κι αν δεν υπάρχουν, τότε καλύτερα τίποτα». Η περίφημη φράση του Κωνσταντίν Τρέπλιεφ μοιάζει να υπερβαίνει εδώ και περισσότερο από έναν αιώνα τα όρια του ίδιου του έργου και να επιστρέφει ως διαρκής πρόκληση σε κάθε νέο ανέβασμα του «Γλάρου». Γιατί το έργο του Άντον Τσέχωφ μιλά για τον έρωτα, τη μοναξιά και τη συντριβή των ανθρώπινων προσδοκιών, ενώ ταυτόχρονα στρέφει το βλέμμα του προς το ίδιο το θέατρο: προς τη δημιουργία, την αγωνία του καλλιτέχνη να υπάρξει και να αναγνωριστεί και τη σύγκρουση ανάμεσα στο ήδη καθιερωμένο και σε εκείνο που ακόμη αναζητά τη μορφή του.

Αυτήν ακριβώς την αναζήτηση τοποθετεί στον πυρήνα της παράστασής της η Ζωή Ξανθοπούλου. Η σκηνοθετική της ανάγνωση συναντά την απαίτηση του Τρέπλιεφ για μια διαφορετική θεατρική γλώσσα και αντιμετωπίζει το κείμενο ως ζωντανό υλικό: ένα υλικό που αποσυναρμολογείται, παίζεται, σχολιάζεται και επανασυντίθεται μπροστά στα μάτια του θεατή. Η διαδικασία της παράστασης γίνεται έτσι εξίσου σημαντική με την ίδια την ιστορία.

Κεντρικό εύρημα αυτής της προσέγγισης αποτελεί η ανάθεση του πολυπρόσωπου τσεχοφικού σύμπαντος σε τρεις ηθοποιούς. Η Δέσποινα Κούρτη, ο Γιώργος Παπαπαύλου και ο Βασίλης Ζαφειρόπουλος μετακινούνται διαρκώς από ρόλο σε ρόλο, με τον μηχανισμό της μεταμόρφωσης εκτεθειμένο μπροστά στον θεατή. Οι αλλαγές ενσωματώνονται στη δράση και ο ηθοποιός βρίσκεται συνεχώς ανάμεσα στο πρόσωπο που ενσαρκώνει και στην ίδια την πράξη της υπόδυσης.

Η επιλογή λειτουργεί έξυπνα καθώς η εναλλαγή υπερβαίνει τη λειτουργία μιας δραματουργικής συμπύκνωσης και εντάσσεται οργανικά στη θεματική του «Γλάρου». Σε ένα έργο γεμάτο ανθρώπους που υποδύονται εκδοχές του εαυτού τους απέναντι στους άλλους, η ρευστότητα των θεατρικών ταυτοτήτων αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Τα πρόσωπα περνούν από το ένα σώμα στο άλλο και οι ιστορίες τους μοιάζουν σταδιακά να επικοινωνούν μεταξύ τους. Οι επιθυμίες, οι ματαιώσεις, οι φιλοδοξίες και οι ερωτικές προσδοκίες συναντώνται σε μια κοινή ανάγκη: να αγαπηθούν, να δημιουργήσουν, να αναγνωριστούν, να γίνουν ορατοί.

Η δραματουργική επεξεργασία αξιοποιεί αυτή τη συνθήκη και δημιουργεί ένα διαρκές θέατρο μέσα στο θέατρο. Ο «Γλάρος» εμπεριέχει εξαρχής μια ισχυρή μεταθεατρική διάσταση: ο Τρέπλιεφ σκηνοθετεί, η Νίνα παίζει, η Αρκάντινα παρακολουθεί και σχολιάζει, ο Τριγκόριν μετατρέπει την πραγματικότητα σε υλικό γραφής. Στην παράσταση της Ξανθοπούλου αυτή η διάσταση μεγεθύνεται. Παρακολουθούμε την ιστορία των ηρώων και συγχρόνως τρεις ηθοποιούς να την κατασκευάζουν μπροστά μας. Σε αυτό βοηθά και το σκηνικό του σκουπιδότοπου, όπου τα τυχαία πεταμένα αντικείμενα γίνονται props της παράστασης που στήνεται εκείνη τη στιγμή. Η θεατρική σύμβαση βρίσκεται συνεχώς σε κοινή θέα και γίνεται μέρος της ίδιας της αφήγησης.

Μέσα σε αυτή τη συνθήκη βρίσκει εύφορο χώρο και το χιούμορ. Οι γρήγορες μεταβάσεις, οι μεταμορφώσεις, οι εναλλαγές των χαρακτήρων και η αποκάλυψη του θεατρικού μηχανισμού δημιουργούν κωμικές ρωγμές που συνομιλούν ουσιαστικά με τον Τσέχωφ, ενώ υπάρχουν σαφή στοιχεία σαρκασμού της ίδιας της μεταδραματικότητας που χρησιμοποιεί η παράσταση. Το κωμικό και το τραγικό κατοικούν συχνά στην ίδια στιγμή. Οι άνθρωποι του «Γλάρου» γίνονται αστείοι μέσα στην αγωνία τους και συγκινητικοί μέσα στις υπερβολές τους. Η παράσταση αναδεικνύει αυτή τη διπλή ποιότητα και αφήνει το χιούμορ να λειτουργήσει ως ένας ακόμη δρόμος προς τη μελαγχολία του έργου.

Ιδιαίτερο βάρος στη λειτουργία αυτής της σκηνικής πρότασης αποκτούν οι ερμηνείες, καθώς οι τρεις ηθοποιοί καλούνται να υπηρετήσουν έναν απαιτητικό μηχανισμό συνεχών μεταμορφώσεων. Η Δέσποινα Κούρτη, ο Γιώργος Παπαπαύλου και ο Βασίλης Ζαφειρόπουλος λειτουργούν ουσιαστικά ως ένας μικρός θίασος μέσα στον θίασο, αλλάζοντας πρόσωπα, ηλικίες, διαθέσεις και σχέσεις με ταχύτητα, διατηρώντας παράλληλα τον ρυθμό και την παιγνιώδη φύση της παράστασης. Η υποκριτική τους βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στη σωματικότητα, στη φωνή, στην αλλαγή του ρυθμού και σε μικρές, ευδιάκριτες χειρονομίες που σηματοδοτούν κάθε νέα θεατρική ταυτότητα. Οι ηθοποιοί μοιάζουν να παραδίδουν ο ένας στον άλλον πρόσωπα, συναισθήματα και σχέσεις, δημιουργώντας ένα συνεχές παιχνίδι θεατρικής μεταμόρφωσης.

Η Δέσποινα Κούρτη αξιοποιεί με ακρίβεια την εκφραστικότητα και το κωμικό της ένστικτο, περνώντας με αξιοσημείωτη άνεση από την εξωστρέφεια στη συναισθηματική ένταση. Ενσαρκώνει την Αρκάντινα, μια επιτυχημένη γυναίκα, εξοικειωμένη με την αναγνώριση, που προβάλλει την υπεροχή της και διεκδικεί σταθερά το επίκεντρο της προσοχής, διατηρώντας ζωντανή την επικοινωνία με το κοινό. Μεταμορφώνεται με καθαρότητα και ενέργεια στη γεμάτη αγωνία και ανάγκη Νίνα, αλλά και στη Μάσα που βιώνει την απόλυτη ματαίωση, επιτρέποντας και στις δυο νεαρές να διαφανεί σταθερά εκείνη η λεπτή μελαγχολία που διατρέχει τον κόσμο του Τσέχωφ

Ο Γιώργος Παπαπαύλου διαθέτει έντονη σκηνική παρουσία και μεγάλη ευχέρεια στις εναλλαγές, προσδίδοντας στα πρόσωπά του διαφορετικό ρυθμό και σωματική ποιότητα. Ιδιαίτερα αποτελεσματική είναι η ικανότητά του να μετακινείται από το κωμικό στο δραματικό, κρατώντας ζωντανή τη διπλή θερμοκρασία της παράστασης. Έξοχος ως Σόριν,  συμπαγής ως ο γιατρός Ντόρν και ο επιστάτης Σαμράγιεφ, ενώ ως Τριγκόριν διατηρεί μια διακριτική απόσταση, ερμηνεύοντας έναν άνθρωπο εξοικειωμένο με την παρατήρηση και την καταγραφή, αλλά και έναν άνθρωπο βαθιά συμβιβασμένο, που επιλέγει προσεκτικά τις στιγμές της προσωπικής του έκθεσης.

Ο Βασίλης Ζαφειρόπουλος φέρνει μια εντυπωσιακή ενέργεια στη σκηνή και συμπληρώνει δυναμικά αυτή την υποκριτική τριάδα, με ακρίβεια στις μεταβάσεις και ουσιαστική συμμετοχή στον συλλογικό ρυθμό του εγχειρήματος. Πολύ τρυφερός και ευαίσθητος ως Τρέπλιεφ, με χιούμορ στην ερμηνεία της Πωλίνα, του Σαμράεβ, και του Μεντβεντένκο.

Το σημαντικότερο επίτευγμα των τριών βρίσκεται τελικά στη μεταξύ τους επικοινωνία. Η παράσταση απαιτεί απόλυτο συγχρονισμό, καθώς κάθε αλλαγή ρόλου μεταβάλλει αμέσως και τις ισορροπίες πάνω στη σκηνή Έτσι, η πολλαπλότητα των ρόλων αποκτά ουσιαστική δραματουργική λειτουργία: πίσω από τα διαφορετικά πρόσωπα αναδύεται σταδιακά η κοινή ανθρώπινη ύλη του Τσέχωφ — η επιθυμία, η ματαιοδοξία, ο έρωτας, η καλλιτεχνική φιλοδοξία και εκείνη η επίμονη ανάγκη να μας δει πραγματικά κάποιος.

Η δραστική συμπύκνωση του κειμένου και η ταχύτητα της εναλλαγής των προσώπων προσδίδουν έντονο ρυθμό στην παράσταση – βοηθά σε αυτό και η ζωντανή μουσική από τον Τάσο Μισυρλή –  και ταυτόχρονα απαιτούν αυξημένη εγρήγορση από τον θεατή. Οι συγγενικές και ερωτικές σχέσεις, οι διαδρομές των προσώπων και οι χρονικές μετατοπίσεις διαδέχονται η μία την άλλη με μεγάλη ταχύτητα. Για τον θεατή που γνωρίζει ήδη τον «Γλάρο», αυτή η διαδικασία αποκτά τη γοητεία ενός παιχνιδιού αναγνώρισης και ανασύνθεσης. Για τον θεατή που συναντά το έργο για πρώτη φορά, η αφήγηση μετατρέπεται σε ένα μάλλον δύσκολο και απαιτητικό παζλ, όπου η κατανόηση της σχέσης ανάμεσα στα πρόσωπα προϋποθέτει διαρκή συγκέντρωση.

Εδώ εντοπίζεται και η πιο ενδιαφέρουσα πρόκληση της συγκεκριμένης δραματουργικής επιλογής. Ο Τσέχωφ χτίζει τα πρόσωπά του μέσα από λεπτές μεταβολές, παύσεις, βλέμματα, ανείπωτες επιθυμίες και συναισθήματα που συσσωρεύονται σχεδόν ανεπαίσθητα. Η σκηνική ταχύτητα της συγκεκριμένης ανάγνωσης μεταφέρει το βάρος προς τη θεατρικότητα, τον ρυθμό και την ευρηματικότητα, αφήνοντας μικρότερο χώρο στην αργή συναισθηματική ωρίμανση ορισμένων σχέσεων. Η αφηγηματική συνέχεια υποχωρεί σε στιγμές μπροστά στη δύναμη του σκηνικού μηχανισμού και η παράσταση ζητά από τον θεατή να συμπληρώσει ο ίδιος ορισμένες από τις ενδιάμεσες διαδρομές.

Ακριβώς αυτή η επιλογή, ωστόσο, καθορίζει και την ιδιαίτερη ταυτότητα της σκηνοθετικής πρότασης. Η Ζωή Ξανθοπούλου προσεγγίζει τον Τσέχωφ μέσα από το ίδιο το ερώτημα που θέτει ο Τρέπλιεφ: πώς μπορεί το θέατρο να αναζητήσει μια διαφορετική γλώσσα; Η απάντηση της παράστασης βρίσκεται στην έκθεση της σύμβασης, στη ρευστότητα των ρόλων, στη σωματικότητα των ηθοποιών, στο χιούμορ και στην απόλαυση της ίδιας της πράξης του θεάτρου.

Έτσι, ο «Γλάρος» στο Θησείον αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον ακριβώς ως μια παράσταση που αντιμετωπίζει το κλασικό έργο ως ανοιχτό πεδίο δοκιμής. Οι «νέες φόρμες» του Τρέπλιεφ μετατρέπονται από φράση του έργου σε σκηνική αρχή και από καλλιτεχνικό αίτημα ενός ήρωα σε ερώτημα που αφορά κάθε δημιουργό. Περισσότερο από έναν αιώνα μετά τον Τσέχωφ, η αναζήτησή τους εξακολουθεί να τροφοδοτεί το θέατρο.

 

 

 

Μετάφραση: Ξένια Καλογεροπούλου
Σκηνοθεσία, δραματουργική επεξεργασία: Ζωή Ξανθοπούλου
Σκηνικά, κοστούμια, σχεδιασμών φωτισμών: Βασίλης Αποστολάτος
Μουσική: Φώτης Σιώτας
Σύμβουλος δραματουργίας: Γιώτα Παναγή
Επιμέλεια κίνησης: Μαρίζα Τσίγκα
Υπεύθυνη Δημοσίων Σχέσεων: Εύα Σκρομπόλα
Βοηθός σκηνοθέτη, εκτέλεση παραγωγής: Όλγα Χαραλαμποπούλου
Φωτογραφίες: Κική Παπαδοπούλου
Ερμηνεύουν: Δέσποινα Κούρτη, Γιώργος Παπαπαύλου, Βασίλης Ζαφειρόπουλος
Μουσικός επί σκηνής: Τάσος Μισυρλής
ΠΥΡ ΑΜΚΕ

Σχολιάστε

Θέατρο - mytheatro.gr