Camille Claudel Mudness – Κριτική της Παράστασης

  • Κριτική Κάτια Σωτηρίου
  • Αποκλειστικές φωτογραφίες για το mytheatro Ελπίδα Μουμουλίδου

Το θέατρο Τόπος Αλλού παρουσιάζει  το έργο του Γιάννη Λασπιά, Camille Claudel Mudness, που ανεβαίνει  για δεύτερη χρονιά με την Μάνια Παπαδημητρίου και την Αγγελική Καρυστινού, σε σκηνοθεσία Πάνου Κούγια.


Το έργο πραγματεύεται την φανταστική συνάντηση δυο γυναικών, οι οποίες έγραψαν ιστορία στον τομέα τους, και που αναγκάστηκαν να διεκδικήσουν το δικαίωμα τους να ζήσουν όπως επιθυμούσαν, να ζήσουν ελεύθερες, να υπερασπιστούν τα πιστεύω τους, να σπουδάσουν και να εργαστούν, σε μια εποχή που η γυναίκα περιοριζόταν στο ρόλο της συζύγου και της μάνας. Οι δυο γυναίκες δε συναντήθηκαν ποτέ στην πραγματικότητα, όμως έζησαν και εργάστηκαν στην ίδια πόλη, την ίδια χρονική περίοδο, αντιμετώπισαν κοινές δυσκολίες, διακρίθηκαν στην τέχνη και στην επιστήμη, αντίστοιχα, και δόθηκαν με το ίδιο πάθος στον έρωτα.
Ο φανταστικός διάλογος τους λαμβάνει χώρα το 1913 στο παρισινό ψυχιατρικό άσυλο της Ville Evrard. Εκεί η Pascal κουράρει την Claudel που έχει εισαχθεί για νοσηλεία ως πάσχουσα από σοβαρή ψυχική διαταραχή, από παράνοια -διάγνωση που αμφισβητήθηκε και αμφισβητείται.


Μέσα από τις συναντήσεις τους ξετυλίγονται οι αντισυμβατικές ζωές των δύο γυναικών και αναπτύσσεται ένας ισχυρός δεσμός που ξεπερνά τη σχέση γιατρού ασθενή. Πάρα της προσπάθειες της γιατρού και τη σταδιακή βελτίωση της ψυχικής υγείας της Camille, η Constance θα έρθει αντιμέτωπη με ένα ολόκληρο σύστημα που καταδικάζει σε εγκλεισμό και απομόνωση τα άτομα που διεκδικούν το δικαίωμα ελεύθερης έκφρασης και επιλογής. Η Camille και η Costance πλήρωσαν ακριβά το τίμημα της διαφορετικότητάς τους. Η πρώτη τιμωρήθηκε από την οικογένειά της με τον πρωτοφανή εγκλεισμό της για τριάντα περίπου χρόνια στο ψυχιατρικό άσυλο και η δεύτερη έζησε μια διπλή ζωή βυθισμένη στο φόβο, στα ψέματα και στην αγωνία.


Οι ιστορικές προσωπικότητες

Η Constance Pascal, η πρώτη γυναίκα στη Γαλλία κλινικός ψυχίατρος ήταν πρωτοπόρος στα επαγγελματικά επιτεύγματα των γυναικών, ενώ η ψυχιατρική της γραφή έχει πρόσφατα αποτελέσει αντικείμενο ανανεωμένου ενδιαφέροντος. Η Pascal αναγκάστηκε να ζήσει διαφορετικούς και μερικές φορές αλληλοσυγκρουόμενους ρόλους: ως ρουμάνα μετανάστρια σε μια ξενοφοβική Γαλλία, ως μία από τις νέες αφοσιωμένες επαγγελματικά γυναίκες, ως κλινική ψυχίατρος, ως ερευνήτρια ψυχικών ασθενειών και, στην προσωπική ζωή της, ως μητέρα και δασκάλα της μοναδικής κόρης της.


Για να διατηρήσει την μυστικότητα αναφορικά με τη Jeanne Pascal, της βιολογικής της κόρης την οποία υιοθέτησε, η Constance Pascal δημιούργησε ένα τείχος προς τους συναδέλφους της. Η ζωή αυτής της ιδιαιτέρως ιδιωτικής οικογένειας δεν ήταν ιδιόμορφη, αλλά συμπτωματική των πολιτισμικών περιορισμών που αντιμετώπιζαν οι γυναίκες στην αρχή του εικοστού αιώνα στη Γαλλία, και που προσπαθούσαν να διακριθούν σε ένα επάγγελμα.
Ως φοιτήτρια ιατρικής στα τέλη του αιώνα έθεσε τις βάσεις για το πρότυπο της «νέας γυναίκας» λόγω του αξιοσημείωτου πνεύματος της, της ανεξαρτησίας και της φιλοδοξίας της, μολονότι είναι αμφίβολο αν θα αποδεχόταν αυτή την περιγραφή για τον εαυτό της. Επαγγέλματα όπως η διδασκαλία, η ιατρική, η νομική και η ψυχιατρική απαιτούσαν από τις γυναίκες, πολύ περισσότερο από τους άνδρες, την πειθαρχία, την αφοσίωση και ιδιαίτερα την κοινωνική ευπρέπεια. Ακόμα και αν δεν θεωρήσουμε γυναίκες όπως η Pascal ως επαναστάτριες, αυτές οι εξαιρετικές γυναίκες ήταν καινοτόμες φεμινίστριες, ανοίγοντας τα επαγγέλματα τους σε άλλες γυναίκες και χρησιμεύοντας ως πρότυπα για τις επόμενες γενιές.


Η Camille Claudel ήταν Γαλλίδα γλύπτρια. Αν και πέθανε σε σχετική αφάνεια η Claudel κέρδισε την αναγνώριση για την πρωτοτυπία του έργου της. Ήταν η μεγαλύτερη αδερφή του ποιητή και διπλωμάτη Paul Claudel και ερωμένη του γλύπτη Auguste Rodin. Με την τέχνη της κατάφερε να ξεκλειδώσει τη συναισθηματική δύναμη της γλυπτικής επιδεικνύοντας μεγάλη επιδεξιότητα στην απεικόνιση βαθιών και πραγματικών συναισθημάτων.

Η Camille Claudel βίωσε ένα συνεχές μαρτύριο τόσο στην προσωπική όσο και στην επαγγελματική της ζωή προδομένη εντελώς από τον Rodin και την οικογένεια της. Η επαγγελματική σταδιοδρομία της ήταν ένας συνεχής αγώνας, καθώς ήταν μια από τις πρώτες γυναίκες που σπούδασαν, όταν οι γυναίκες έπρεπε να μένουν στο σπίτι, και δυσκολεύτηκε αργότερα να κερδίσει οικονομική στήριξη για το έργο της. Η οικογένεια της, μετά το θάνατο του πατέρα της την έκλεισε σε ίδρυμα με την πρόφαση της παράνοιας. Πέθανε μόνη της το 1943 στην ηλικία των 78 ετών και θάφτηκε στον μαζικό τάφο του ιδρύματος με το σώμα της να μην αναζητηθεί ποτέ από την οικογένειά της.

Η παράσταση
Το -καθ’ όλα- εξαίρετο σκηνικό αποτέλεσμα δεν είναι τυχαίο, καθώς έσμιξαν καλλιτέχνες πεπαιδευμένοι, ταλαντούχοι, ασκημένοι να βαθαίνουν και να αναδεικνύουν ολόπλευρα τα αισθητικά, μορφολογικά και χαρακτηρολογικά «συστατικά» του έργου. Η σκηνοθεσία του Πάνου Κουγια επέτρεψε στο κείμενο να ακουστεί, και στις δυο εξαίσιες ηθοποιούς να αποδώσουν την πολυπλοκότητα και το δυναμισμό του ρόλου τους, δημιουργώντας επί σκηνής έναν ξεχωριστό ψυχικό δεσμό. Εύρυθμη, ισορροπημένη και με τις αναγκαίες εντάσεις, αλλά και τη βαθιά εσωτερικότητα που απαιτείται, η παράσταση διακρίνεται για την αρμονία και τη ρυθμολογία της.

Η Μάνια Παπαδημητρίου ως Claudel έγινε η ζωντανή ενσάρκωση του πόνου, ένα σύμβολο της καταστροφής της αγάπης, που υπήρχε μόνο στην απόγνωση της. Με ερμηνεία αρμόζουσα στο φαντασιακό ήθος και ύφος του έργου, καθοριστική για τη δημιουργία του ψυχολογικού «ζόφου» της ηρωίδας της, καταφέρνει να συνδυάσει την αξιοπρέπεια της ηρωίδας της και το τραγικό μεγαλείο της.

Η Αγγελική Καρυστινού ερμηνεύει την Pascal με στιβαρότητα, και μεγάλο διανοητικά, ψυχολογικά και χαρακτηρολογικά βάθος. Αποδίδει με ακρίβεια τόσο την αποφασιστικότητα όσο και την αγωνία της ηρωίδας της να διακριθεί και να επιβιώσει σε ένα τόσο ανδροκρατούμενο περιβάλλον, ενώ και οι εντάσεις της είναι δραματουργικά αποτελεσματικές αλλά και ελεγχόμενα διακριτικές.

Σημαντική για τη δημιουργία ατμόσφαιρας και η μουσική που παίζεται ζωντανά σε πιάνο από την Μαρίνα Χρονοπούλου, Απέριττο και λειτουργικό το σκηνικό της Τζίνας Ηλιοπούλου και Λίνας Σταυροπούλου και εξαιρετικά καλαίσθητα τα κοστούμια εποχής που επιμελήθηκαν. Διακριτικά εκφραστική η κινησιολογία από τη Μαρίζα Τσίγκα.

Στο σύνολο της η παράσταση αποτελεί μια σημαντική θεατρική στιγμή, που δεν παρακολουθεί μία ηθογραφική νατουραλιστική αναπαράσταση αλλά μια αφηγηματοποιημένη μυθοπλασία που δεν μας καλεί απλώς να οργιστούμε ενάντια στην προφανή πατριαρχική αδικία, αλλά κυρίως να αφουγκραστούμε τον ψυχισμό δυο σπουδαίων ιστορικών προσωπικοτήτων.

Συντελεστές

Κείμενο: Γιάννης Λασπιάς

Σκηνοθεσία: Πάνος Κούγιας

Σκηνικά- κοστούμια: Τζίνα Ηλιοπούλου, Λίνα Σταυροπούλου

Μουσική: Μαρίνα Χρονοπούλου

Video: Βάσω Μιχαλοπούλου

Φωτογραφίες: Βασίλης Μακρής

Επικοινωνία: Le Canard qui Parle/ 2108624392

Παίζουν:

Μάνια Παπαδημητρίου (Camille Claudel),

Αγγελική Καρυστινού (Constance Pascal),

Μαρίνα Χρονοπούλου (πιανίστρια)


Σας άρεσε αυτό που διαβάσατε; Τα σχόλια σας είναι ευπρόσδεκτα.

Μην ξεχνάτε επίσης ότι στα σχόλια μπορείτε να αφήσετε και την κριτική σας για παραστάσεις που έχετε δει
Σχόλια μπορείτε να αφήσετε και στις Κριτικές Θεάτρου 

Δείτε τη Σελίδα του mytheatro.gr στο FACEBOOK - Ακολουθήστε μας

, ,

No comments yet.

Αφήστε μια απάντηση