50 χρόνια μετά, στην ίδια σκηνή του θεάτρου Τζένη Καρέζη, ανεβαίνουν οι Πολίτες Β κατηγορίας σε σκηνοθεσία Τζένης Κόλλια, μια ωμή καυστική ματιά πάνω στη βία της εξουσίας και στην βολική κατασκευή «ενόχων».
- Κριτική Κάτια Σωτηρίου
- Ημερομηνία Δημοσίευσης 28/10/2026
Η εξουσία ασκείται και μέσα από την αφήγηση: μέσα από τη δυνατότητα να κατονομάζει τα γεγονότα, να αποδίδει ταυτότητες, να καθορίζει ποιες φωνές αποκτούν δημόσια υπόσταση και ποιες παραμένουν εγκλωβισμένες στη σιωπή. Στους «Πολίτες β΄ κατηγορίας» του Brian Friel, η ανθρώπινη ζωή βρίσκεται εκτεθειμένη ακριβώς σε αυτή τη διαδικασία πολιτικής και συμβολικής απαλλοτρίωσης. Η παράσταση στο Θέατρο Τζένη Καρέζη προσεγγίζει ένα έργο με ισχυρό ηθικό και δραματουργικό εκτόπισμα, αναδεικνύοντας τη συνάντηση της ατομικής ευθραυστότητας με τους μηχανισμούς της θεσμικής βίας. Το ενδιαφέρον της εδράζεται πρωτίστως στη δύναμη του κειμένου και στην ερμηνευτική του υποστήριξη, μέσα σε μια σκηνοθετική συνθήκη που επιτρέπει στον λόγο να αναπτυχθεί με καθαρότητα.

Το έργο του Brian Friel, γραμμένο στον απόηχο της «Ματωμένης Κυριακής», της σφαγής διαδηλωτών από Βρετανούς στρατιώτες στο Ντέρι της Βόρειας Ιρλανδίας, διατηρεί ακέραιη την πολιτική του επικαιρότητα. Οι γεωγραφικές συντεταγμένες της βίας μετατοπίζονται, ενώ οι μηχανισμοί καταστολής και η επισφάλεια της ανθρώπινης ζωής επανέρχονται επίμονα στη σύγχρονη ειδησεογραφία, επιβεβαιώνοντας τη διαχρονική εμβέλεια της δραματουργίας του.
Η δράση τοποθετείται ένα απόγευμα, όταν μια ειρηνική διαδήλωση διαλύεται με την επέμβαση της αστυνομίας. Στον πυρήνα της δραματικής συνθήκης βρίσκονται τρεις καθημερινοί άνθρωποι, παγιδευμένοι κατά λάθος σε ένα δημαρχείο έπειτα από τη διαδήλωση. Η προσδοκία της ασφάλειας αποκτά τραγική ειρωνεία: τα τρία αυτά πρόσωπα είναι οι νεκροί που αντικρίζει ο θεατής στην εναρκτήρια σκηνική εικόνα. Η μεταγενέστερη επίσημη έρευνα θα τους αποδώσει αυθαίρετα την ταυτότητα του «τρομοκράτη», επισφραγίζοντας τη βία του θανάτου τους με τη διαστρέβλωση της ιστορίας τους.

Ο εγκλεισμός τους αποκτά σταδιακά πολιτικές, υπαρξιακές και συμβολικές διαστάσεις. Ο δημόσιος χώρος, ως τόπος υποτιθέμενης εκπροσώπησης και προστασίας του πολίτη, μετατρέπεται σε πεδίο έκθεσης της ανθρώπινης αδυναμίας. Η ίδια η έννοια της πολιτειότητας δοκιμάζεται: ποια προστασία εξασφαλίζει η ιδιότητα του πολίτη όταν η εξουσία διατηρεί τη δυνατότητα να ανακαθορίζει αυθαίρετα το περιεχόμενό της; Ο τίτλος συμπυκνώνει αυτή την άνιση κατανομή δικαιωμάτων και αναγνώρισης, υποδεικνύοντας την απόσταση ανάμεσα στη θεσμική υπόσχεση της ισότητας και στη βιωμένη εμπειρία του αποκλεισμού.
Η ιδιαίτερη αξία του κειμένου εντοπίζεται στον τρόπο με τον οποίο η πολιτική προβληματική αναπτύσσεται μέσα από την ανθρώπινη ιδιαιτερότητα. Οι χαρακτήρες διαθέτουν φόβους, επιθυμίες, αντιφάσεις και προσωπικές διαδρομές, στοιχεία που προσδίδουν συγκεκριμένο βάρος στη συλλογική τραγωδία. Η συνύπαρξή τους δημιουργεί έναν προσωρινό χώρο επικοινωνίας, μέσα στον οποίο η καθημερινή κουβέντα συναντά την εξομολόγηση και η ανάγκη επιβίωσης συνδέεται με την ανάγκη να ακουστεί ο καθένας τους για αυτά που πιστεύει. Έτσι, η συγκίνηση αποκτά δραματουργική θεμελίωση. Ο θεατής προσεγγίζει τα πρόσωπα μέσα από την οικειότητα της ανθρώπινης παρουσίας τους, καθώς οι διαφορετικές στάσεις τους απέναντι στον κίνδυνο συγκροτούν έναν σύνθετο ανθρώπινο μικρόκοσμο, ενώ η επικείμενη απειλή βαραίνει πάνω σε ζωές που διατηρούν ακόμη την προσδοκία της συνέχειας, το δικαίωμα σε ένα αύριο.

Παράλληλα, το έργο επιτρέπει μια ουσιαστική διερεύνηση της σχέσης ανάμεσα στο βίωμα και στη δημόσια αναπαράστασή του. Η δυνατότητα μετατροπής ενός ανθρώπου σε «ύποπτο» ή «ένοχο» αποκαλύπτει τη βία που εμπεριέχεται στην ίδια τη γλώσσα της εξουσίας. Η ονομασία λειτουργεί ως πράξη καθορισμού της πραγματικότητας, επηρεάζοντας την πρόσληψη των γεγονότων και τη μεταγενέστερη μνήμη τους. Σε αυτή την περιοχή βρίσκεται και η διαχρονική δραστικότητα του Friel: στην ακρίβεια με την οποία φωτίζει τον μηχανισμό της αποπροσωποποίησης. Η ατομική ιστορία συρρικνώνεται σε κατηγορία, ενώ το θέατρο αναλαμβάνει να αποδώσει ξανά στα πρόσωπα την πολυπλοκότητα, τη φωνή και το ανθρώπινο μέγεθός τους.
Η σκηνοθεσία της Τζένης Κόλλια στηρίζεται στην εμπιστοσύνη προς αυτό το δραματουργικό υλικό. Η επιλογή να αφεθεί το έργο να αναπνεύσει συνιστά ουσιαστική αρετή της παράστασης, καθώς επιτρέπει στις νοηματικές του διαστρωματώσεις να αναδυθούν και στις ερμηνείες να αποκτήσουν τον αναγκαίο χώρο ανάπτυξης. Η σκηνική προσέγγιση υπηρετεί την επικοινωνία με τον θεατή, διατηρώντας ευδιάκριτο τον άξονα της σύγκρουσης και προσφέροντας χρόνο στην πρόσληψη του λόγου. Υπάρχει μέτρο σε αυτή τη διαχείριση, μια συνειδητή διάθεση ακρόασης του κειμένου. Ενδιαφέρον το μουσικό βίντεο με τους BAILDSA, και εικόνες που παραπέμπουν στην καθολικότητα της διαμαρτυρίας και της πολιτικής αιχμής.

Ωστόσο, η ίδια αυτή σκηνοθετική αυτοσυγκράτηση αφήνει περιθώριο για μια εντονότερη επεξεργασία της δραματικής κλιμάκωσης. Σε επιμέρους σημεία, η παράσταση θα μπορούσε να αποκτήσει μεγαλύτερη εσωτερική πίεση, ώστε η απειλή να διαπερνά αποφασιστικότερα τη σκηνική διάρκεια. Η ένταση αφορά εδώ τη σχέση ανάμεσα στον ρυθμό, στην αναμονή και στη μεταβολή των συναισθηματικών φορτίων. Μια οξύτερη διαφοροποίηση αυτών των μεγεθών θα ενίσχυε την αίσθηση του επείγοντος, προσδίδοντας μεγαλύτερη δραστικότητα στις μεταβάσεις. Η επιφύλαξη αφορά, επομένως, τον βαθμό ενεργοποίησης των δυνατοτήτων της σκηνοθετικής επιλογής. Το έργο διαθέτει ισχυρά αποθέματα αγωνίας, τα οποία θα μπορούσαν να διοχετευθούν ακόμη πληρέστερα στη σκηνική συνάντηση με το κοινό.
Οι ερμηνείες αποτελούν τον δεύτερο καθοριστικό άξονα της επιτυχίας του εγχειρήματος. Το σύνολο υποστηρίζει τη δραματουργία με ουσιαστική προσήλωση, αναδεικνύοντας το ανθρώπινο υπόστρωμα της πολιτικής σύγκρουσης. Στο επίκεντρο βρίσκονται τρεις οικονομικά στερημένοι κάτοικοι της πόλης: η Λέλα, μητέρα έξι παιδιών, ο Παύλος, ένας σαρκαστικός άνδρας που φαίνεται να έχει παραιτηθεί από έναν καλύτερο κόσμο, και ο Αργύρης Λάμπρου, ένας ιδεαλιστής φοιτητής. Στην παράσταση που εξετάζει το αρχικό κείμενο, η Βασιλική Διαλυνά αποδίδει στη Λέλα φωτεινή εκφραστικότητα, αφέλεια, τρυφερότητα και στοχαστική διάθεση, διατηρώντας έντονη τη μητρική διάσταση της παρουσίας της. Καθώς η ηρωίδα μοιράζεται με τον Παύλο το εκλεκτό ποτό του δημάρχου, οι εύστοχες, σκωπτικές παρατηρήσεις της συνοδεύουν μια σταδιακή προσωπική αποκάλυψη, που περιλαμβάνει ακόμη τραγούδι και χορό.

Ο Παναγιώτης Παπαϊωάννου προσεγγίζει τον Παύλο με χιούμορ, νευρική ενέργεια και τραχύτητα, κινούμενος ανάμεσα στην παρόρμηση και στον κυνισμό. Η πικρή ειρωνεία του χαρακτήρα μοιάζει να εμπεριέχει την οξύτερη επίγνωση της πιθανής κατάληξής τους. Ο Αργύρης Λάμπρου, αντίστοιχα, προσδίδει στον Αλέξη ειλικρίνεια και ανησυχία, αναδεικνύοντας την αμηχανία ενός νέου προσηλωμένου στις αρχές του, ο οποίος δυσκολεύεται να συμμεριστεί το ανέμελο χιούμορ των συντρόφων του. Ο Νέστωρ Κοψιδάς, στους ρόλους του εισαγγελέα και του ιερέα, προσδίδει στην παρουσία του μια καθαρότητα που διαχέεται στη σκηνική ατμόσφαιρα, αναδεικνύοντας τον τρόπο με τον οποίο ο θεσμικός λόγος επηρεάζει την πρόσληψη της ανθρώπινης τραγωδίας. Ο Τίτος Μακρυγιάννης και ο Γιάννης Λατουσάκης ανταποκρίνονται με ακρίβεια στις απαιτήσεις των πολλαπλών ρόλων τους, διαμορφώνοντας λεπτές, ευδιάκριτες διαφοροποιήσεις ανάμεσα στα πρόσωπα που υποδύονται. Μέσα από την ερμηνευτική τους επεξεργασία αναδύεται η τεχνοκρατική ψυχρότητα των μηχανισμών εξουσίας, καθώς η ανθρώπινη εμπειρία υπάγεται σε διαδικασίες ταξινόμησης, αξιολόγησης και θεσμικής διαχείρισης.
Μέσα από αυτή τη συνάντηση κειμένου και ερμηνείας, η παράσταση διαμορφώνει έναν ουσιαστικό χώρο ηθικής εγρήγορσης. Ο θεατής καλείται να εξετάσει τους όρους με τους οποίους συγκροτεί τη βεβαιότητά του για τους άλλους, τις αφηγήσεις που αποδέχεται και τις κατηγορίες μέσα από τις οποίες αντιλαμβάνεται την κοινωνική πραγματικότητα. Ποιος διαθέτει το δικαίωμα της αξιόπιστης μαρτυρίας; Ποια ζωή αναγνωρίζεται ως άξια προστασίας και πένθους; Τα ερωτήματα αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα επειδή εδράζονται στην παρουσία συγκεκριμένων προσώπων. Η θεατρική εμπειρία γίνεται έτσι πεδίο συνάντησης της αισθητικής πρόσληψης με την πολιτική ευθύνη, ενώ η συγκίνηση τροφοδοτεί τη σκέψη και διευρύνει την προσοχή μας απέναντι στον ευάλωτο άνθρωπο.

Οι «Πολίτες β΄ κατηγορίας» αφήνουν τελικά το αποτύπωμα μιας ουσιαστικής παράστασης, με ισχυρό κείμενο, αξιόλογες ερμηνείες και σκηνοθετική φροντίδα για την ανάδειξη του δραματουργικού πυρήνα. Η δυνατότητα μεγαλύτερης έντασης παραμένει μια επιμέρους, σαφής επιφύλαξη μέσα σε μια συνολικά θετική αποτίμηση. Η σημαντικότερη κατάκτηση της βραδιάς βρίσκεται στην επιστροφή του βλέμματος στον άνθρωπο: σε εκείνον που αισθάνεται, φοβάται, ελπίζει και διεκδικεί το δικαίωμα να ορίσει την ιστορία του. Εκεί αποκτά βάρος και η λειτουργία του θεάτρου ως επίκαιρης και δημόσιας πράξης μνήμης, και κυρίως στη δυνατότητα του να διατηρεί ορατά τα πρόσωπα και να προσφέρει στη φωνή τους διάρκεια, απέναντι σε κάθε απόπειρα οριστικής αποσιώπησής τους.
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
Μετάφραση – απόδοση: Μιχάλης Σιώνας
Δραματουργική επεξεργασία: Μιχάλης Σιώνας, Τζένη Κόλλια
Σκηνοθεσία: Τζένη Κόλλια
Συνεργάτης-σκηνοθέτης: Μιχάλης Σιώνας
Σκηνικά – Κοστούμια: Πάρης Μέξης
Φωτισμοί: Στέλλα Κάλτσου
Μουσική: Αλέξανδρος Καζάκος
Τραγούδια παράστασης: BAILDSA
Sound design: Γιώργος Βασίλας
Video: Χάρης Πάλλας
Βοηθός σκηνοθέτη: Ελένη Σταυροπούλου
Βοηθός σκηνογράφου: Καλύδημη Μούρτζη
Graphic design: Γιώργος Γούσης
Φωτογραφία: Αμαλία Κωβαίου
Digital Marketing: Minor 6 Media
Επικοινωνία: Μαρίκα Αρβανιτοπούλου
Παραγωγή: Midnight Sun Productions
Παίζουν: Νέστωρ Κοψιδάς, Βασιλική Διαλυνά, Γιάννης Λατουσάκης, Παναγιώτης Παπαϊωάννου, Αργύρης Λάμπρου, Τίτος Μακρυγιάννης