Γιον Γκάμπριελ Μπόρκμαν – Θεατρική Κριτική

ΓΙΟΝ ΓΚΑΜΠΡΙΕΛ ΜΠΟΡΚΜΑΝ Χένρικ Ίψεν Henrik Ibsen (1828-1906)

antoniadis

Κριτική Στέλιος Αντωνιάδης
Σε ό,τι αφορά τον μεγάλο Νορβηγό θεατρικό συγγραφέα και ποιητή που διαμόρφωσε το μοντέρνο θέατρο αναφέρω πολλά στις κριτικές που έχω γράψει για τα έργα του: Έντα Γκάμπλερ, Όταν ξυπνήσουμε εμείς οι νεκροί. Γόνος πλούσιας οικογένειας με πρωθυπουργούς και εφοπλιστές, κριτικάρει τις συνήθειες της μεγαλοαστικής κοινωνίας και την ηθική της εποχής του. Ήταν επί τρεις συνεχείς χρονιές υποψήφιος για το βραβείο Νόμπελ το οποίο, παραδόξως, ποτέ δεν του απονεμήθηκε και ας παίζονται, τα γραμμένα τον δέκατο ένατο αιώνα, έργα του μέχρι σήμερα και μάλιστα σε πολλές παραστάσεις, σε όλο τον κόσμο. Παραδόξως και στην Αθήνα με δύο-τρεις παραστάσεις ταυτόχρονα σε κάθε θεατρική σεζόν.
Διάβασα κάποιες κριτικές που κατηγορούν το καπιταλιστικό σύστημα. Είναι σίγουρο πως δεν φταίνε τα συστήματα αλλά οι άνθρωποι. Σε όλους τους -ισμούς υπάρχουν άνθρωποι άπληστοι, ανήθικοι, αμοραλιστές, αριβίστες. Τα αίτια μπορεί να είναι απλά ή σύνθετα. Ψυχολογικά προβλήματα που απορρέουν από την καταγωγή, την οικονομική κατάσταση της οικογένειας αλλά και το οικονομικό επίπεδο μέσα στο οποίο ζει το άτομο μπορεί να δημιουργήσουν πολυποίκιλα συμπλέγματα. Για παράδειγμα όταν κάποιος που δεν έχει τα απαραίτητα χρήματα ζει σε ένα περιβάλλον πλούτου με τα κόμπλεξ που του δημιουργούνται δεν είναι πολύ δύσκολο να παρασυρθεί και να κάνει πράξεις που δεν θα έπρεπε να κάνει. Το θέμα είναι πολύ γνωστό, τα παραδείγματα πάμπολλα. Μικροαπάτες, μεγάλες απάτες, πολύ μεγάλες απάτες, κλοπές, ληστείες με το γάντι σε τράπεζες, χρηματιστήρια, funds, ληστείες χωρίς γάντι και πολλά άλλα.

Το έργο

Γραμμένο το 1896, στην ώριμη περίοδο του συγγραφέα, το προτελευταίο έργο του, έχει ως κύριο θέμα την απληστία και τον ματεριαλισμό της εποχής, προβλήματα ο απόηχος των οποίων φτάνει μέχρι τις μέρες μας. Υπάρχει η άποψη ότι το εμπνεύστηκε από κάποιο πραγματικό γεγονός. Όπως και να είναι σκοπός του ήταν η κριτική της ηθικής της κοινωνίας μέσα στην οποία ζούσε αλλά ακόμα και η ανδροκρατούμενη κοινωνία όπου οι γυναίκες υφίστανται τις συνέπειες των αμαρτημάτων των αντρών.
Ο Ιωάννης Γαβριήλ Μπόρκμαν είναι αμοραλιστής. Παρατάει την αγαπημένη του και παντρεύετε τη δίδυμη αδελφή της επειδή είναι πλούσια (στο πρώτο μέρος παρουσιάζονται κυρίως τα παράπονα της αδελφής, πρώτης ερωμένης, για την κατάχρηση των περιουσιακών της στοιχείων και πολλά άλλα). Δεν είναι μόνο αυτό αλλά ενώ έχει μια επιτυχημένη πορεία ως διευθυντής σε τράπεζα η απληστία του τον ωθεί σε απάτες, κατάχρηση χρημάτων των επενδυτών και άλλα κολάσιμα. Φυσικά κάποτε έρχεται η στιγμή της αποκάλυψης, συλλαμβάνεται και φυλακίζεται, Στη συνέχεια τιμωρείται σε κατ΄ οίκον περιορισμό τον οποίο λόγω ντροπής αποφασίζει να συνεχίσει μέχρι το τέλος της ζωής του παλεύοντας με τα φαντάσματα του παρελθόντος.
Αυτός και η σύζυγος του μαζί με την αδελφή της εκπροσωπούν την παλιά, αμαρτωλή, νεκρή πλέον γενιά των βρικολάκων που ζουν σε περιβάλλον θανάτου και που υποτίθεται ότι αποτελούν τα φαντάσματα της γενιάς που απέτυχε. Δεν μπορούν να βρουν τη γαλήνη αλλά και δεν αφήνουν τους άλλους να τη βρουν. Υπάρχει όμως και ο γιός του, η ελπίδα, που εκπροσωπεί τη νέα γενιά, τη ζωντανή γενιά, που θέλει να ζήσει μια άλλη ζωή, πολύ καλύτερη από αυτήν των γονέων του. Είναι κάτι τέτοιο εφικτό ή πρόκειται για ουτοπική σκέψη, στάση ζωής και προσπάθεια;
Δεν μπορώ να πω ό,τι το έργο είναι από τα καλύτερα του συγγραφέα ούτε και αυτό που παίζεται συχνότερα σε σύγκριση με τα άλλα έργα του. Το θέμα γνωστό και όχι για ό,τι αφορά μόνο στην εποχή εκείνη μια και όλοι θυμόμαστε τραγικά γεγονότα που συνέβησαν πριν από μερικά χρόνια σε πολλές χώρες του κόσμου ακόμα και στις πιο πλούσιες. Αν ο συγγραφέας ζούσε θα έβλεπε ό,τι παρόλες τις προσπάθειες που έκανε με τα έργα του δεν άλλαξε τίποτα μέχρι τις μέρες μας.
Διαβάζοντας διάφορες κριτικές παρατηρώ πως ο τρόπος σκηνοθεσίας του κ. Χουβαρδά έχει φανεί παράξενος και δεν έχει αρέσει σε πολλούς με τους οποίους διαφωνώ. Όπως γράφω παραπάνω, αυτό καθαυτό το έργο δεν μπορεί να προκαλέσει ενθουσιασμό, αυτό όμως είναι δυνατό να το πετύχει μια εμπνευσμένη σκηνοθεσία, κάτι το οποίο μπορεί και πολύ καλά ξέρει να κάνει ένας σκηνοθέτης αυτού του επιπέδου και το κάνει. Η προσπάθεια να παρουσιαστεί το έργο με έναν πρωτοποριακό τρόπο σε καμία περίπτωση δεν νομίζω ό,τι οφείλεται στην αλαζονεία ενός σκηνοθέτη που θέλει να δείξει πόσο ικανός είναι έτσι που να μπορεί να επισκιάσει τον συγγραφέα. Φυσικά και ο κ. Χουβαρδάς δεν είναι τόσο αφελής ούτως ώστε να κάνει τέτοιες σκέψεις. Όπως και να είναι αδιαφιλονίκητα πιστεύω πως αξίζει να δείτε την παράσταση για να απολαύσετε τη σκηνοθεσία. Μπορεί η εκφορά του λόγου να ξενίζει, η τοποθέτηση των χειλόφωνων να φαίνεται παράξενη, τα σκηνικά και τα κοστούμια ασυνήθιστα, θα σας ενδιέφερε όμως να δείτε ένα παλιό έργο σε μια παλιομοδίτικη, ας την πούμε κλασσική, σκηνοθεσία με τα γνωστά σκηνικά και κοστούμια;
Ακράδαντα πιστεύω ό,τι ο μοναδικός λόγος που κάνει την παράσταση άξια θέασης είναι η σκηνοθεσία, τα σκηνικά, τα κοστούμια με το απόκοσμο περιβάλλον που δημιουργούν καθώς και ο τρόπος ερμηνείας των ρόλων. Όλα αυτά μπορεί σε πολλούς να φανούν περίεργα ή και κλοουνερί και όμως δεν είναι, τουναντίον αποτελούν τα κυριότερα στοιχεία ενός ανεβάσματος που θα θυμόμαστε.

Συντελεστές

Η νέα Μετάφραση της Έρις Κύργια όπως πάντα, εξαιρετική.
Για τη μοναδική Σκηνοθεσία του Γιάννη Χουβαρδά έγραψα παραπάνω. Τα σκηνικά της Εύας Μανιδάκη συμφωνούν απόλυτα με το πνεύμα της παράστασης, το απόκοσμο περιβάλλον θανάτου, το ίδιο και τα Κοστούμια της Ιωάννας Τσάμη.
Η Μουσική (λίγο έντονη) του Θοδωρή Οικονόμου καθώς και οι εξαιρετικοί Φωτισμοί του Λευτέρη Παυλόπουλου, απόλυτα σωστοί.

Ερμηνεύουν

Γιον Γκάμπριελ Μπόρκμαν: Νίκος Χατζόπουλος, Γκούνχιλντ Μπόρκμαν: Ρένη Πιττακή, Έλλα Ρεντχάιμ: Λυδία Φωτοπούλου, Βίλχελμ Φόλνταλ: Ιερώνυμος Καλετσάνος, Φάννυ Ουίλτον: Θεοδώρα Τζήμου, Έρχαρτ Μπόρκμαν: Κωνσταντίνος Πλεμμένος, Φρίντα Φόλνταλ: Σοφία Κόκκαλη. Όλοι τους ερμήνευσαν τους ρόλους τους με δεξιοτεχνία αποδεικνύοντας τις υποκριτικές τους ικανότητες.
Η θεατρική αίθουσα παρόλο που δεν είναι επιπέδου Μεγάρου Μουσικής υπηρετεί της ανάγκες μιας θεατρικής παράστασης, απορεί όμως κανείς γιατί να υπάρχει τόση διαφορά μεταξύ ενός χώρου μουσικής και ενός χώρου θεάτρου. Καμαρώνω το Μέγαρο από τότε που εγκαινιάστηκε μέχρι τις μέρες μας, γιατί να μην καμαρώνω και για τη θεατρική σκηνή του. Παρόλο που το Υποσκήνιο είναι απείρως καλύτερο από τα διάφορα αμπάρια, σιδηρουργεία, αποθήκες κτλ. περίμενα κάτι ακόμα καλύτερο και αξιοπρεπές. Εκείνο όμως που σίγουρα αποτελεί κάτι απαράδεκτο είναι η αναμονή πριν από την παράσταση, παράπονο που άκουσα από πολλούς φίλους ότι συμβαίνει πολύ συχνά. Γιατί; Ποιος ξέρει; Επίσης τραγικός είναι ο τρόπος πρόσβασης, περνώντας από γκαράζ, ανάμεσα σε αυτοκίνητα! Παρόλες τις ευγενικές προσπάθειες του προσωπικού που χωρίς τη βοήθειά του πολλοί θα είχαν σοβαρά προβλήματα εισόδου και εξόδου.
Διάρκεια : 120 ‘

  • 14
  •  
  •  
  •  

Σχολιάστε