Είδαμε τη Βασίλισσα της Ομορφιάς στο Θέατρο Επί Κολωνώ / Κριτική Παράστασης

Το Θέατρο Επί Κολωνώ και η ομάδα ΝΑΜΑ παρουσιάζουν τη Βασίλισσα της Ομορφιάς, σε σκηνοθεσία Ελένης Σκότη, με την Αγορίτσα Οικονόμου και τη Σοφία Σεϊρλή στους δυο βασικούς ρόλους.

*Κριτική Κάτια Σωτηρίου

Η Βασίλισσα της Ομορφιάς, το έργο του Martin McDonagh που έκανε πρεμιέρα το 1996 στο Galway της Ιρλανδίας, περιγράφει την οδυνηρή σχέση μιας κόρης και της μητέρας της μέχρι το φρικτό της τέλος. Ο McDonagh, είναι ένας ταλαντούχος δημιουργός και σεναριογράφος που κέρδισε το Oscar το 2006 για το έργο μικρού μήκους Six Shooter, ενώ το έργο του Ο πουπουλένιος τιμήθηκε με το βραβείο Ολίβιε καλύτερου νέου θεατρικού έργου το 2003.  Η Βασίλισσα της Ομορφιάς αποτελεί το πρώτο μέρος της «Τριλογίας της Κοννεμάρα» μαζί με τα έργα «Το κρανίο της Κοννεμάρα» (1997) και «Άγρια Δύση» (2001).

vasilissa tis omorfias

Το έργο

Σε μια μικρή επαρχιακή πόλη της Ιρλανδίας στις αρχές της δεκαετίας του ’90 δύο γυναίκες ζουν μόνες τους: η ηλικιωμένη αυταρχική Μαγκ Φόλαν και η 40χρονη κόρη της Μωρήν, η οποία την φροντίζει. Η σχέση τους είναι μια σχέση αγάπης και μίσους, που κάνει τη συμβίωσή τους σχεδόν αφόρητη σε έναν ανελέητο αλληλοσπαραγμό. Τη ζωή τους θα ανατρέψει η εμφάνιση του Πάτο Ντούλυ, ενός άνδρα που επιστρέφει για λίγο στην πόλη του και έχει πάντα στο μυαλό του, είκοσι χρόνια τώρα, την Μωρήν ως τη βασίλισσα της ομορφιάς της μικρής τους πόλης. Είναι ουσιαστικά η τελευταία ευκαιρία της Μωρήν να αγαπήσει και να αγαπηθεί.

Η βασίλισσα της ομορφιάς είναι ένα έργο που συνδυάζει τις συνιστώσες του ιρλανδικού εθνικισμού, του κλασικού ρεαλισμού και του in-yer-face theatre, που στοχεύει στην πρόκληση των θεατών με ενοχλητικούς διαλόγους, ψυχολογική και σωματική βία. Δεν μένει στην αναπαράσταση γεγονότων, αλλά προ-καλεί τους θεατές να μπουν μέσα και να αισθανθούν τα ακραία συναισθήματα των χαρακτήρων. Μέσα από το έργο του ο Martin McDonagh αντικατοπτρίζει τα πραγματικά ιρλανδικά κοινωνικοοικονομικά και ψυχο-κοινωνιολογικά προβλήματα που οδηγούν στο πρόβλημα του ξεριζωμένου εαυτού, καταργώντας την γενικά αποδεκτή προβολή της Ιρλανδίας ως ειδυλλιακής ποιμαντικής περιοχής.

Η Maureen είναι μια γυναίκα που δεν είναι παντρεμένη λόγω των κοινωνικοοικονομικών και πολιτισμικών παραγόντων που επηρεάζουν την οικογενειακή κατάσταση και τη σύνθεση των νοικοκυριών και τις βαθιές επιπτώσεις του αποικιακού παρελθόντος της χώρας και της μεταποικιακής παρουσίας των Άγγλων. Η Maureen παγιδεύεται από τη μητέρα της Mag, η οποία αντιπροσωπεύει τόσο το ψυχολογικό βάρος που κρέμεται γύρω από το λαιμό της Maureen όσο και την οικογενειακή ευθύνη την οποία  η Maureen αναμένει να συνεχίσει να εκπληρώνει μέχρι το τέλος της ζωής της.

vasilissa tis omorfias

Η δράση περιλαμβάνει αυτούς του δύο κύριους χαρακτήρες: την Mag, την κυρίαρχη μητέρα και την κόρη της Maureen. Έχουν εμπλακεί σε μια παρατεταμένη καταστροφική σχέση που εκδηλώνεται τόσο ως ψυχολογική όσο και ως σωματική κακοποίηση, η οποία ξεδιπλώνεται στις εννέα σκηνές της εξέλιξης του έργου. Οι δύο άνδρες που αλληλεπιδρούν μαζί τους αποτελούν εξωτερικούς παράγοντες στην κεντρική σύλληψη, και οι ενέργειές τους χρησιμεύουν περισσότερο σαν καταλύτης για να επικεντρωθεί η δράση στις εκρήξεις της βίας των δύο γυναικών.

Η δυστυχισμένη αυτή συμβιωτική σχέση μητέρας – κόρης παραπέμπει στην απόπειρα επιβολής της μητέρας στην υπόσταση της κόρης, στη μητρική επιβεβαίωση, ως συνέχεια επί της κόρης της, γεγονός που αναγκαστικά επαπειλεί την υποκειμενικότητα της δεύτερης. Με τον τρόπο αυτό, η άκρως ναρκισσιστική μητέρα προσβλέπει στην συντήρηση του εαυτού της, εις βάρος όμως της αυτονομίας και της ίδιας της υπόστασης της κόρης, που καταδικάζεται σε εξουδετέρωση και εκμηδενισμό, και που, όταν αποτυγχάνει να αποστασιοποιηθεί από τη μάνα της και να κερδίσει την ταυτότητά της, παραδόξως «γίνεται» η μάνα της.

Η παράσταση

Η Ελένη Σκότη τόνισε με την απλότητα της σκηνοθεσίας της αυτή την αέναη συναλλαγή μέσα από μικρές σκηνές, στις οποίες η διείσδυση του παρελθόντος στο παρόν της σκηνικής δράσης γίνεται με τη γραμμική εξέλιξη των επεισοδίων, μέσα όμως από τα οποία μαθαίνουμε τις ιστορίες του παρελθόντος, ακολουθώντας την αέναη ροή του συναισθήματος, και την απείθαρχη λειτουργία της μνήμης που χαρακτηρίζει την κεντρική ηρωίδα. Η σκηνοθετική προσέγγιση έχει αυξημένη σημασία για τη σκηνική ερμηνεία του έργου. Εδώ, πιο σημαντικά από τα ίδια τα γεγονότα είναι οι σχέσεις στην εξέλιξή τους, τα ανείπωτα, τα λάθη που χρονίζουν, ο εγωισμός.  Η θέαση της παράστασης  δεν είναι εύκολη υπόθεση κάποιες στιγμές. Καταρχάς, επειδή η ένταση που αναβλύζει η σχέση μάνας κόρης είναι ανά στιγμές επώδυνη για το θεατή. Αφετέρου, επειδή το θέμα μιας μάνας που κλείνει τ’ αυτιά στις απελπισμένες εκκλήσεις του παιδιού της για ελευθερία είναι εξοργιστικό. Η παράσταση είναι εύρυθμη στο μεγαλύτερο μέρος της, και ενώ κάποιες σκηνές φαίνεται να διαρκούν ίσως λίγο περισσότερο από όσο θα έπρεπε, είναι αναγκαίες για την κατανόηση αυτής της καταστροφικής σχέσης και της πάλης ταυτοτήτων των δυο γυναικών. Εκεί που ευτυχεί η παράσταση είναι στις ερμηνείες των ηθοποιών.

Η Αγορίτσα Οικονόμου δίνει μια παθιασμένη ερμηνεία, αλλά ταυτόχρονα ελέγχει απόλυτα την ερμηνεία της και τα ψυχολογικά σκαμπανεβάσματα της Maureenθ. Με την έντονη εκφραστικότητα της, το βαθύ, ατόφιο βλέμμα της,  εναρμονίζεται με απόλυτη φυσικότητα με τα συναισθήματα της ηρωίδας. Όλη η πίκρα, η εγκατάλειψη, η μοναξιά και η αίσθηση φόβου αποτυπώνονται καίρια στην ερμηνεία της.

Η Σοφία Σεϊρλή επωμίζεται έναν δύσκολο ρόλο, γραμμένο για να γίνει «αντιπαθής» στο κοινό. Αποδίδει με μεγάλη πειστικότητα την ψυχρή και απόμακρη στάση της μητέρας, την ειρωνεία και χαιρεκακία που τη  διακατέχει μετά από κάθε πράξη μηδενισμού της κόρης της και της όποιας πιθανότητας για ευτυχία.

Ο Αντώνης Τσιοτσιόπουλος στο ρόλο του Πάτο, φέρει όλη την επαρχιακή απλότητα και λαϊκότητα που απαιτεί ο ρόλος του, με στοιχεία τρυφερότητας και ζεστασιάς. Γήινη, ανθρώπινη ερμηνεία.

Με τις σωστές δόσεις χιούμορ, αφέλειας αλλά και νεανικού θράσους ο Γιώργος Κατσής στο ρόλο του νεαρού Ρέη.

vasilissa tis omorfias

Το λειτουργικό σκηνικό του Γιώργου Χατζηνικολάου είναι λειτουργικό και άψογα συνυφασμένο με το ύφος και την ατμόσφαιρα της παράστασης, όπως και οι φωτισμοί του Αντώνη Παναγιωτόπουλου, και η μουσική του Στέλιου Γιαννουλάκη που παραπέμπουν στην Ιρλανδική κουλτούρα.

Στο σύνολο της πρόκειται για μια καλοδουλεμένη παράσταση, ξεκάθαρη στις προθέσεις και την ανάγνωση του κειμένου, με στιγμές υψηλής έντασης, και δυνατές ερμηνείες. Μια παράσταση που θα τη σκέφτεστε για μέρες μετά.. δείτε την.

Παραγωγή: Ομάδα Νάμα

Κείμενο: Μάρτιν ΜακΝτόνα

Σκηνοθεσία: Ελένη Σκότη

Σκηνικά, Κοστούμια, Δ/νση Παραγ.: Γιώργος Χατζηνικολάου

Φωτισμοί: Αντώνης Παναγιωτόπουλος

Μουσική & Επιμέλεια ήχου: Στέλιος Γιαννουλάκης

Φωτογραφίες: Μαρία Αναματερού, Γιώργος Χατζηνικολάου

Βοηθοί σκηνοθέτιδος: Άννα Κούρα, Περσεφόνη Λαμπροκωστοπούλου

Οργάνωση παραγωγής: Μαρία Αναματερού

Υπεύθυνη επικοινωνίας παράστασης: Ελεάννα Γεωργίου

Διανομή

Αγορίτσα Οικονόμου, Σοφία Σεϊρλή, Αντώνης Τσιοτσιόπουλος, Γιώργος Κατσής

  • 34
  •  
  •  
  •  

Σχολιάστε