Η Κουζίνα Θέατρο Αποθήκη – Κριτική της Παράστασης

Τα Αθηναϊκά Θέατρα παρουσιάζουν για πρώτη φορά στην Ελλάδα, το διάσημο έργο «Η ΚΟΥΖΙΝΑ» του διακεκριμένου Άγγλου συγγραφέα Arnold Wesker, σε μετάφραση-προσαρμογή-σκηνοθεσία του Γιώργου Νανούρη, στο θέατρο Αποθήκη.

Το έργο

Στην Κουζίνα, που παίχτηκε για πρώτη φορά το 1959 ο Wesker κεντράρει το μεγεθυντικό φακό του στη λειτουργία μιας κουζίνας ενός μεγάλου εστιατορίου.

Το έργο παρουσιάζει μια μέρα στην ταραχώδη κουζίνα του εστιατορίου σε δύο πράξεις : στην πρώτη πράξη παρακολουθούμε την προσπάθεια των εργαζόμενων στην κουζίνα κατά την πρώτη βάρδια, στη δεύτερη, λίγο πριν το δείπνο. Η πρώτη πράξη ξεκινάει με τις ασταμάτητες δουλειές των εργαζόμενων  – ο σεφ, οι μάγειροι, οι σερβιτόρες και η ξέφρενη δουλειά  και οι διαμάχες, η προετοιμασία,  δημιουργούν ένα χαοτικό και αγχωτικό χώρο εργασίας όπου οι εργαζόμενοι αγωνίζονται να ολοκληρώσουν τα καθήκοντά τους μέσα σε αψιμαχίες, φλερτ και παροδικές στιγμές συμπάθειας. Η συμφωνία των θορύβων διακόπτεται στο διάστημα μεταξύ των δύο βαρδιών, κατά το διάλειμμα πριν από το δείπνο. Εδώ η θορυβώδης ταραχή των προηγούμενων σκηνών αντικαθίσταται από την ησυχία και την προσπάθεια για αυτοσυγκέντρωση. Βλέπουμε μια πιο ανθρώπινη εικόνα των εργαζομένων. Μερικοί από αυτούς που μένουν στην κουζίνα μιλούν για τα συναισθήματα και τις ανησυχίες τους. Με αυτόν τον τρόπο, η δράση του έργου κινείται από τον έξω κόσμο προς τα μέσα.

Οι εργαζόμενοι εξαντλούνται, απελπίζονται και δυσαρεστούνται από τις εργασιακές και κοινωνικές τους συνθήκες. Δημιουργούν ένα παιχνίδι στο οποίο υποτίθεται ότι μιλούν στους άλλους για τα όνειρά τους. Όλοι επιθυμούν να ξεφύγουν από την κουζίνα, αλλά φαίνεται να μην έχουν καλύτερη επιλογή. Φαντάζονται για τον κόσμο μια ουτοπία όπου οι συνθήκες εργασίας, αλλά και η ίδια η ζωή βασίζονται στη δικαιοσύνη και την «ανθρωποσύνη». Καθώς η συζήτησή τους εξελίσσεται, βλέπουμε την κουζίνα σαν μια μεταφορά, ένα μικρόκοσμο ενός μεγαλύτερου κόσμου. Το νόημα του έργου δόθηκε από τον ίδιο τον δραματουργό. «Ο κόσμος ίσως ήταν μια σκηνή για τον Σαίξπηρ, αλλά για μένα, είναι μια κουζίνα όπου οι άνθρωποι έρχονται και φεύγουν και δεν μπορούν να μείνουν αρκετά για να καταλάβουν ο ένας τον άλλον, και η φιλία, οι αγάπες και οι εχθροί ξεχνιούνται τόσο γρήγορα όσο γεννιούνται».

Η παράσταση

Η παράσταση προσφέρει μια συναρπαστική θεώρηση του τι είναι να δουλεύει κανείς σε ένα τόσο έντονο περιβάλλον υπό πίεση, και η σκηνοθεσία του Γιώργου Νανούρη σπάει τους δεσμούς με αυτό που φαίνεται να είναι ένα σε μεγάλο βαθμό νατουραλιστικό δράμα. Ενώ το έργο του Wesker είναι σίγουρα πολιτικό- τόσο στα γενικά κρίσιμα ερωτήματα του όσο και στα πρότυπα που χρησιμοποιούνται – δεν είναι, μόνο, οι πολιτικές ιδέες και μηνύματα η καρδιά του δράματός του. Το να το δει κανείς ως καθαρά πολιτικό έργο, σημαίνει ότι θα πρέπει να περιορίσει το νόημά του και τη δυνητική δύναμη των συναισθημάτων που κυλούν κάτω από την επιφάνεια του. Ο Wesker θέλει να διδάξει, όπως είπε κάποτε, αλλά αυτό δεν κάνει το έργο του διδακτικό.

Τα όνειρα στο έργο του Wesker αντικατοπτρίζουν την προσπάθεια επικοινωνίας σε ένα πεδίο πάνω από την κοινωνική πραγματικότητα, όπου τα άτομα δεν επιβαρύνονται από την αίσθηση της αλλοτρίωσης και τον διαχωρισμό που επιβάλλεται στην καθημερινότητά τους.  Ο πόθος των ηρώων για ζωή δεν είναι κάτι που μπορεί να καταπνίξουν, και απελπισμένα ψάχνουν διέξοδο, τρόπο να εκφραστούν, και τελικά, όσο καιρό και αν χρειαστεί, τρόπο να ξεχωρίσουν. Δεν είναι μόνο ένας τρόπος έκφρασης, αλλά ο τρόπος μιας πιο ελεύθερης ζωής, χωρίς φραγμούς, χωρίς περιορισμούς

Ο Γιώργος Νανούρης, ένας σκηνοθέτης με υψηλή συναισθηματική ευφυΐα, έχει στήσει μια καλοκουρδισμένη χορογραφία, με εντυπωσιακό ρυθμό, διαρκή ένταση, και ερμηνείες που διαθέτουν εκρηκτική σωματικότητα. Με απόλυτη σκηνική λιτότητα και έμφαση στη διδασκαλία και εκφορά του λόγου, τονίζει όλες τις καθοριστικές για τη διαγραφή των προσώπων ηχοδιακυμάνσεις, που προσδίδουν στην παράσταση του μια ισχυρή οπτικοακουστική αίσθηση. Με μια «μαγική» δύναμη αξιοποιώντας την ιδιότητα κάθε κουζινικού σκεύους να παράγει ήχους, οι 11 ηθοποιοί μεταμορφώνουν τα καθημερινά αυτά αντικείμενα σε πηγή εκρηκτικού, ασταμάτητου και μεταδοτικού ρυθμού.

Παρά την συνεχή ένταση όμως, ο Νανούρης επιλέγει το μινιμαλισμό και τις καθαρές γραμμές, αποσκοπεί στην απόλυτη απλότητα της εμφάνισης, που δεν είναι όμως διόλου απλή στην υλοποίησή της. Πρόθεσή του είναι να αναδείξει τη σημασία που ενυπάρχει σε καθετί πεζό και άχαρο, και να διερευνήσει την αίσθηση της κανονικότητας σε συνθήκες μη κανονικές, μιας αντίφασης που ενυπάρχει ως αίσθηση στις ζωές καθημερινών ανθρώπων, που ζουν, αναπνέουν, ερωτεύονται, μισούν, ξεφεύγουν από τα όρια τους, ανθρώπων που επιδιώκουν να επιζήσουν, να ονειρευτούν.  Στην παράσταση αναμιγνύονται οι προσωπικές πεποιθήσεις και τα κοινωνικά ιδεώδη, με τη δύναμη των ιστοριών των ανθρώπων που ανήκουν στο σύνολο τους σε λαϊκές τάξεις, και την ικανότητά του σκηνοθέτη να δίνει στην εκάστοτε ιστορία του, διαστάσεις σχεδόν κινηματογραφικής αλήθειας, με έναν καταιγισμό εικόνων, χρησιμοποιώντας κάθε συνδυασμό πιθανοτήτων ανάμεσα στη μουσική, στα σώματα την ενέργεια, τους φωτισμούς, τη μουσική.

Εξαιρετική η επιλογή της σκοτεινής εικονογραφίας,  με το Αποθήκη να μετατρέπεται σε βιομηχανικό χώρο, μακριά από την τυπική εικόνα μιας κουζίνας, αλλά πιο κοντά στη λεπτή γραμμή αγωνίας και ονείρου των ηρώων του Wesker.

Στο βασικό κείμενο προστίθενται εμβόλιμα κείμενα, όπως μια έρευνα για το ψωμί, το τραγούδι της Ιωάννας Γεωργακοπούλου «Σ’ έχω ξεχάσει» ,  το κείμενο του Μπρεχτ «Για την παιδοκτόνο Μαρία Φαρράρ» , αλλά και στίχοι της Δημουλά, που στόχο έχουν την κατανόηση πολιτικοκοινωνικών μηνυμάτων με έναν τρόπο λιγότερο πολιτικό, λιγότερο διδακτικό, αλλά περισσότερο συναισθηματικό. Η μουσική στη συγκεκριμένη παράσταση δεν συνεισφέρει απλώς στη δημιουργία ατμόσφαιρας, αλλά αποτελεί βασικό στοιχείο πάνω στο οποίο δομείται η σκηνική πράξη.

Η φυσικότητα των νέων ερμηνευτών, (Μαρία Αθητάκη, Μοσχούλα Ατσιδαύτη, Παναγιώτης Γαβρέλας, Κωνσταντίνος Γιουρνάς, Απόστολος Καμιτσάκης, Φίλιους-Μιχαήλ Κανάκης, Χρήστος Καρνάκης, Τάσος Κορκός Γρηγορία Μεθενίτη, Μάριος Ράμμος, Σταύρος ρΤσουμάνης) σ’αυτή την πρώτη τους μεγάλη θεατρική εµπειρία εντυπωσιάζει, καθώς η ερµηνεία τους είναι πλούσια σε συναισθηµατικές αποχρώσεις, συνέπεια στο χτίσιμο των ηρώων του της και ισορροπία ακροβάτη τόσο στις σκηνές ελέγχου όσο και στους εκτροχιασμούς, τους οποίους υπηρετούν σαν αθλητές  μεγάλων αντοχών.  Παρά το νεαρό της ηλικίας τους, καταφέρνουν να ισορροπήσουν ανάμεσα σε μια ιδιαίτερη ευαισθησία από τη μία και μια ακόμα πιο ιδιαίτερη ωριμότητα από την άλλη. Δεν είναι μόνο η χορογραφία και η μουσικότητα τους που κάνουν την ψυχή του θεατή ανάλαφρη, αλλά και η λαχτάρα στο βλέμμα τους να πετύχουν τον στόχο τους, να πραγματοποιήσουν τα όνειρά τους.

Στο σύνολο της, η Κουζίνα είναι χωρίς αμφιβολία μία από τις πιο ενδιαφέρουσες παραστάσεις της χρονιάς, μια πρόταση διαφορετική, ουσιώδης, πλήρης συναισθήματος ,που προσφέρει μη προβλέψιμες εικόνες και αισθητική απόλαυση.

Συντελεστές

Μετάφραση-Προσαρμογή-Σκηνοθεσία  : Γιώργος Νανούρης
Κοστούμια : Λάζαρος Τζοβάρας
Σκηνικό-Φωτισμοί: Γιώργος Νανούρης
Ρυθμοί, Κινησιολογία και Μουσική επιμέλεια: Γιώργος Νανούρης και Θίασος
Φωτογραφίες παράστασης : Νίκος Πανταζάρας
Παραγωγή : Αθηναϊκά Θέατρα

Παίζουν: Μαρία Αθητάκη, Μοσχούλα Ατσιδαύτη, Παναγιώτης Γαβρέλας, Κωνσταντίνος Γιουρνάς Απόστολος Καμιτσάκης, Φίλιους-Μιχαήλ Κανάκης, Χρήστος Καρνάκης, Τάσος Κορκός Γρηγορία Μεθενίτη, Μάριος Ράμμος, Σταύρος Τσουμάνης

  • Κριτική Κάτια Σωτηρίου
  • Αποκλειστικές φωτογραφίες παράστασης για το mytheatro Ελπίδα Μουμουλίδου

  • 312
  •  
  •  
  •  

Σχολιάστε