Ο άσχημος στο Θέατρο Tempus Verum – Κριτική της Παράστασης

Ο άσχημος του Μάριους φον Μάγενμπουργκ (Marius von Mayenburg) ανεβαίνει στο θέατρο Tempus Verum σε σκηνοθεσία Δημήτρη Λάλου, με τους Θανάση Δόβρη, Βάσω Καβαλιεράτου, Συμεών Τσακίρη, Μιχάλη Βρεττό.

  • Κριτική Στέλιος Αντωνιάδης

Ο γεννημένος το 1972 στο Μόναχο Γερμανός θεατρικός συγγραφέας Μάριους φον Μάγενμπουργκ. Σπούδασε και εργάζεται ως συγγραφέας-δραματουργός στο Βερολίνο. Έχει βραβευτεί με το βραβείο του νέου συγγραφέα. Έργα του, μεταφρασμένα στα Αγγλικά, παίζονται στο Λονδίνο και στην Αυστραλία. Ο «Άσχημος» πρωτοπαρουσιάστηκε στο Βερολίνο το 2007, ακολούθησαν οι παραστάσεις του Λονδίνου.

Προλογικά πρέπει εμφατικά να τονίσω πως είμαι διαπρύσιος κήρυκας της διαφορετικότητας. Αυτό όμως δεν αποκλείει την ιδιαίτερη αγάπη μου για το θαύμα και το θάμβος της ομορφιάς. Ανενδοίαστα πιστεύω πως δεν υπάρχει άνθρωπος που δεν αισθάνεται συγκίνηση μπροστά στο πέρασμα μιας πολύ όμορφης γυναίκας ή ενός ωραίου άνδρα. Το ίδιο συμβαίνει και με ένα όμορφο άλογο, ένα ωραίο σπίτι, ένα λουλούδι και πολλά άλλα. Όπως και να το κάνουμε το κάλλος καλεί και προκαλεί θεασιακή τέρψη, αισθητική ηδονή. Φυσικά και δεν μιλάμε για θρησκεία της ομορφιάς αλλά καλαισθησία.

Οι αρχαίοι μας πρόγονοι λάτρευαν την ομορφιά. Ο Απόλλων συμβόλιζε την ομορφιά, τη ρώμη, την αιώνια νεότητα, το κάλλος της ελληνικής φύσης, την αρμονία, τις υπέροχες διανοητικές και αισθητικές αρετές. Πίστευαν στην ομορφιά χωρίς αυτό να τους εμποδίσει να κάνουν όλα αυτά τα μοναδικά και σπουδαία που έκαναν για τον δυτικό πολιτισμό. Επίσης δεν πρέπει να ξεχνάμε και το χριστιανικό «που έδυ σου το κάλλος».

Το έργο

Ένας υπάλληλος εταιρείας, εφευρέτης διακόπτη, δεν προτιμάτε και παραμερίζεται από την παρουσίαση του εφευρήματός του λόγω της ασχήμιας του (τίποτα δεν μπορείς να πουλήσεις με τέτοιο πρόσωπο). Η κατανόηση και η παρηγοριά της συζύγου του δεν έχει αποτέλεσμα, αντίθετα μάλιστα τον καταρρακώνει όταν του λέει ότι πάντα απορούσε για το πως τα έβγαζε πέρα με ένα τόσο άσχημο πρόσωπο. Το θέμα τον στενοχωρεί πάρα πολύ και στην απελπισία του αποφασίζει να καταφύγει σε πλαστικές αισθητικές χειρουργικές μεθόδους για να αλλάξει το πρόσωπό του (ο γιατρός του λέει δεν ξέρω από που να αρχίσω!). Η εγχείρηση πετυχαίνει κάτι που ανεβάζει κατακόρυφα την αυτοπεποίθησή του. Στην αρχή όλα πάνε καλά, αισθάνεται υπέροχα, έχει απρόσμενες επαγγελματικές, κοινωνικές και σεξουαλικές επιτυχίες έως ότου ο πλαστικός αποφασίσει να εφαρμόσει την ίδια επέμβαση σε συνάδελφο του χειρουργημένου αλλά και σε μια πολύ μεγάλη ομάδα άλλων (γιατί όχι;) λόγω του ότι το μοντέλο έχει αρέσει υπερβολικά. Τότε όλα αλλάζουν και ο υπάλληλος μετανοιωμένος θέλει να επανακτήσει την αρχική του μορφή, κάτι που φυσικά δεν μπορεί να γίνει.


Στο έμφορτο νοημάτων έργο, αλληγορία επάνω στα πρότυπα της εποχής μας, με καταγγελτικό τρόπο περνάει το μήνυμα της μεγάλης σημασίας για την εξωτερική εμφάνιση, για κάθε τι το επιφανειακό, το επιδερμικό, το επουσιώδες κάτι όμως που δεν είναι απόλυτα απαραίτητο να είναι έτσι. Η αγάπη για την καλλιμορφία ούτε ματαιοδοξία είναι ούτε και αποκλείει την εκτίμηση για τα άλλα χαρίσματα. Γίνεται επίσης, άστοχη κατά τη γνώμη μου, συσχέτιση με τον καπιταλισμό. Δεν ξέρω εάν ο καπιταλιστής μεγαλοεργοστασιάρχης ενδιαφέρεται για την εξωτερική εμφάνισή των εργατών ή των εργατριών του. Το ίδιο πιστεύω ό,τι συμβαίνει και στην περίπτωση του καπιταλιστή μεγαλοτσιφλικά σε σχέση με τους εργάτες για το μάζεμα της ελιάς ή της φράουλας. Φυσικά όμως και δεν νομίζω ότι κανείς, άσχετα με τις πολιτικές του πεποιθήσεις, θα ήθελε να του παρουσιάζει τις ειδήσεις στην τηλεόραση, ο κύριος Κουασιμόδος ή κάποια κακάσχημη κυρία. Η εξωτερική εμφάνιση φυσικά και δεν είναι το παν αλλά σίγουρα παίζει ρόλο (ακόμα και οι Σπαρτιάτες φρόντιζαν ιδιαίτερα τα μαλλιά τους).

Επίσης, όσο και αν πρόκειται για λογοτεχνία, σάτιρα που καυτηριάζει την υποτιθέμενη θεοποίηση της ομορφιάς, δεν έχω δει ποτέ κάποιον και κυρίως κάποια που δεν θέλει να βελτιώσει την εξωτερική του/της εμφάνιση, είναι κάτι που απορρέει από τη φύση του ανθρώπου. Επίσης χωρίς να είμαι πλαστικός χειρουργός δεν πιστεύω ότι υπάρχει κάτι κακό στο να θέλει κανείς να βελτιώσει κάποιο μέρος του προσώπου ή του σώματός του που είναι πολύ άσχημο. Και φυσικά οι άνθρωποι που κάνουν πλαστικές δεν γίνονται σαν τα ανθρωπάκια του Γαϊτη, διατηρούν τα χαρακτηριστικά που τους κάνουν να διαφέρουν. Ο Κουασιμόδος δεν μπορεί να γίνει Άδωνις, οι υπερβολές έχουν πάντα το τίμημά τους.
Το έργο που διαπραγματεύεται την εξωτερική ομορφιά – η εσωτερική δεν αναφέρεται- και την προσωπικότητα των ανθρώπων με έναν υπέρλογο τρόπο, παρ’όλες τις ιατρικές και κοινωνικές του αδυναμίες, σίγουρα αποτελεί εφαλτήριο στοχασμών, είναι από εκείνα τα έργα που μπορείς να σκεφτείς και να συζητήσεις πολλά με την παρέα σου σε after theater συγκεντρώσεις.

Συντελεστές

Στη μετάφραση του Δημήτρη Λάλου (Καλλιτεχνικός Διευθυντής του θεάτρου Tempus Verum) δεν διέκρινα κανένα πρόβλημα, στη σκηνοθεσία του όμως υπάρχουν πολλά ερωτηματικά στα οποία θα αναφερθώ παρακάτω (έχω δει και έχω γράψει για το έργο «Πνεύμονες» στο οποίο η σκηνοθεσία του ίδιου σκηνοθέτη ήταν άψογη).

Γενικά τόσο το κείμενο όσο και το ανέβασμα του, διακρίνεται από κάποια σημεία υπερβολής. Ήδη ανέφερα αρκετές από τις αδυναμίες του κειμένου να προσθέσω όμως και άλλα από αυτά που δεν μου άρεσαν. Δεν έχω δει ποτέ γιατρό (Τσακίρης) με τέτοια προκλητικά αλαζονική συμπεριφορά (καθαρίζει και φρουτάκι!) και φυσικά δεν είναι πολύ συχνό να κάνουν οι γιατροί έρωτα στη διάρκεια μιας χειρουργικής επέμβασης. Η καλή ηθοποιός Βάσω Καβαλλιεράτου που μου είχε αρέσει στους «Πνεύμονες» αλλά και που την είχα χαρακτηρίσει ¨εκρηκτική¨ σε αυτό το έργο θα την χαρακτηρίσω, σε πολλά σημεία, υπερβολική. Στον πολύ σωστό τρόπο ερμηνείας (χωρίς να γίνεται γελοίος) του πρωταγωνιστή Θανάση Δόβρη υπάρχουν επίσης σημεία υπερβολής αλλά σαφώς λιγότερα. Ο Μιχάλης Βρεττός έκανε ό,τι μπορούσε. Θετικά σημεία αποτελούν οι γρήγοροι ρυθμοί και μερικές έξυπνες ατάκες.
Τα σκηνικά (Ιωάν. Πλέσσα) απλά και λειτουργικά. Τα κοστούμια (Κρ. Καπερώνη)  και η Μουσική (Μ. Μάτσας) εξυπηρετούν σωστά την παράσταση.

Ερμηνεύουν
Σε πολλαπλούς ρόλους (τέσσερις ηθοποιοί, επτά ρόλοι), εκτός από τον πρωταγωνιστή Θανάση Δόβρη, οι: Β. Καβαλιεράτου, Σ. Τσακίρης, Μ. Βρεττός.
Πρόγραμμα δεν υπήρχε αλλά ούτε και ένα ενημερωτικό φυλλάδιο.
Διαρκεια : 55 λεπτά

Διάρκεια: 85′

Ο Λέττε είναι άσχημος. Ανείπωτα άσχημος. Αλλά δεν το ξέρει. Ποτέ δεν είχε παρατηρήσει την ασχήμια του, μέχρι που οι άλλοι του την επισήμαναν. Κάποια στιγμή αποφασίζει ν’ αλλάξει το πρόσωπό του. Πλέον, όχι μόνο δεν είναι άσχημος, αλλά ακαταμάχητα όμορφος. Τώρα όλοι θέλουν να του μοιάσουν. Στο τέλος, ολόκληρη η ανθρωπότητα θα εγκιβωτιστεί στο ίδιο πρόσωπο…

Ο Δημήτρης Λάλος μεταφράζει και σκηνοθετεί τη μαύρη κωμωδία του Γερμανού Marius Von Mayenburg, «Ο Άσχημος». Ένα έργο, το οποίο λειτουργεί παράλληλα σε δύο επίπεδα. Σε πρώτο πλάνο είναι μια ευφυής φάρσα με γρήγορους και αιχμηρούς διαλόγους, που εναλλάσσει το χιούμορ με την τραγικότητα. Μπορεί να ιδωθεί, όμως, και ως μια φιλοσοφική αλληγορία, όπου στο φόντο αναπτύσσεται η κοινωνική ένταση ανάμεσα στον καπιταλισμό και την ανθρώπινη μοναξιά.

Συντελεστές:

Κείμενο: Marius Von Mayenburg
Μετάφραση-Σκηνοθεσία: Δημήτρης Λάλος
Σκηνικά-Κοστούμια: Μιχάλης Σδούγκος
Πρωτότυπη μουσική: Μίνως Μάτσας
Φωτογραφίες: Γιώργος Καπλανίδης
Μake up artist: Γιάννα Μαρματάκη
Φωτισμοί: Περικλής Μαθιέλης
Βοηθός σκηνοθέτη: Κρίστελ Καπερώνη
Προβολή και επικοινωνία: Βάσω Σωτηρίου, We will

Παίζουν:
Θανάσης Δόβρης, Βάσω Καβαλιεράτου, Συμεών Τσακίρης, Μιχάλης Βρεττός

Διάρκεια: 85 λεπτά χωρίς διάλειμμα

  • 36
  •  
  •  
  •  

Σχολιάστε