Πέρσες του Αισχύλου απο τον ΘΟΚ – Κριτική της Παράστασης

  • Κριτική Κάτια Σωτηρίου

Ο θεατρικός Οργανισμός Κύπρου παρουσιάζει για δεύτερη χρονιά φέτος σε περιοδεία, την τραγωδία του Αισχύλου Πέρσες, σε σκηνοθεσία Άρη Μπινιάρη, με την Καριοφυλλιά Καραμπέτη και το Νίκο Ψαρρά.

Το έργο

Η τραγωδία του Αισχύλου Πέρσες η οποία διδάσκεται το 472 στα Μεγάλα Διονύσια είναι το αρχαιότερο και το μοναδικό σωσμένο δραματικό έργο με ιστορικό περιεχόμενο.

Οι Πέρσες είναι ένας συνεχής θρήνος , μια τραγωδία που πραγματεύεται την πτώση μιας μεγάλης αυτοκρατορίας, της περσικής. Η παράσταση στηρίζεται στον λόγο και στις εσωτερικές συγκρούσεις που αυτός γεννάει καθώς τα νιάτα των Μηδων, ο ανθός της, έχει φύγει. Και το ερώτημα που θέτει ο Αισχύλος, κυρίως προς την Αθηναική ηγεμονία της εποχής είναι αν θα μάθουν αυτοί οι αλαζονικοί άνθρωποι από το πάθημα τους ή ο φόβος της ανατροπής της τυραννίας θα τους κάνει να ανασυνταχθούν από τα ερείπια; Το έργο πραγματεύεται την οδύνη των Περσών όταν πληροφορούνται για τη συντριπτική ήττα στη Σαλαμίνα. Ενώ πρόκειται για έναν έμμεσο ύμνο του ελληνικού πνεύματος που συνέτριψε τους Ασιάτες, το θέμα είναι ιδωμένο από την πλευρά των ηττημένων. Σε ολόκληρη την τραγωδία δεν ακούγεται ούτε ένα ελληνικό όνομα.

Η τραγική διάσταση της δράσης εξαρτάται κυρίως από τη συνεκτική λογική που διατρέχει τα πράγματα και βέβαια από το ηθικό τους απόσταγμα. Στους Πέρσες πλανάται ένα κεντρικό ερώτημα, σε μια εποχή μάλιστα κατά την οποία η Αθήνα τείνει η ίδια, εμβρυακά ίσως ακόμα το 472, να εξελιχθεί σε ιμπεριαλιστική δύναμη: πού τίθενται τα όρια επέκτασης μιας αυτοκρατορίας; Σε ποιο σημείο η ιμπεριαλιστική προέλαση συνιστά πια υπέρβαση του μέτρου; Οι Πέρσες δεν είναι διδακτική παραβολή, δεν είναι «προειδοποιητικό μήνυμα». Είναι πολλά πράγματα μαζί· ανάμεσα σ’ αυτά είναι και μια σπουδή στην άνοδο και την πτώση των μεγάλων και των ισχυρών: αυτή είναι κυρίως και η πηγή του φόβου και του ἐλέου στο έργο.

Η παράσταση

Ο Άρης Μπινιάρης, επέλεξε, όπως και στις υπέροχα χρονισμένες και καλαίσθητες Βάκχες του, να τονίσει το μουσικό και εικονοπλαστικό χαρακτήρα του έργου, καταφεύγοντας σε κάποιες αλλαγές, αλλά και σε προσθήκες που κάποιες λειτούργησαν θετικά, κάποιες όμως όχι. Θέλησε να αναδείξει την μουσικότητα του κειμένου, και τόνισε τη ρυθμική εκφορά του λόγου, χωρίς όμως να φτάσει ακριβώς στον πυρήνα του αρχαίου λόγου.

Ο χορός των σοφών γερόντων του Αισχύλου που φέρουν το φως της γνώσης αντικαθίσταται από μια χιπστερ εκδοχή στρατιωτών (άγνωστο γιατί έγινε μια τέτοια επιλογή εν μέσω εκστρατείας.. ). Ακόμα όμως και να ξεπεράσουμε ποιητική αδεία αυτήν την επιλογή, τα προβλήματα ήχου και άρθρωσης που εντείνονταν από τα μικρόφωνα ήταν κάτι που βάρυνε πολύ στην δυνατότητα άνετης παρακολούθησης της παράστασης, καθώς – ειδικά στη πάροδο – υπήρχε μια ακατάσχετη φασαρία, με λίγα λόγια να ξεχωρίζουν – εδώ σίγουρα πρέπει να εξεταστεί η αναγκαιότητα των μικροφώνων, αλλά και ο ηχητικός σχεδιασμός.

Κι ενώ  η χορογραφία και το στήσιμο του χορού έπρεπε να ενισχύσει την εικόνα των πασχόντων σωμάτων, της κατάρρευσης ενός κράτους που έχασε το λόγο του, την κεφαλή του και παραμένει μόνο και απροστάτευτο, ο Άρης Μπινιάρης αντιπαράθεσε ένα ρωμαλέο στρατό που δείχνει πυγμή και δύναμη, και που με ένα συνδυασμό μουσικής έκφρασης χιπ χοπ, ραπ και επαναλήψεις φράσεων, δημιουργούσε  περισσότερο μια αίσθηση αναστάτωσης παρά αγωνίας και τρόμου.

Οι ερμηνείες

Η Καριοφυλλια Καραμπετη παρασύρθηκε σκηνοθετικά, και  έδωσε εύλογα το βάρος της παρουσίας της στις απαιτητικές σωματικά σκηνές, σε βάρος της ερμηνευτικής πιστότητας και ουσίας: έτσι συγκλονιστικές στιγμές του έργου, όπως η περιγραφή του ονείρου της Άτοσσας ή ο θρήνος της για το χαμό του στρατού, πέρασαν ερμηνευτικά απαρατήρητες.

Ο Νίκος Ψαρράς είχε την ατυχία να συμπέσει η εμφάνιση του πάνω στην περιστροφή της Άτοσσας, με αποτέλεσμα ο καταπληκτικός του μονόλογος, να περάσει επίσης λίγο σε δεύτερη μοίρα. Ωστόσο η ερμηνεία του, παρά ίσως κάποια περίεργη κινησιολογία, είχε τη σοφία των νεκρών, χωρίς περιττές εξάρσεις, με λόγο σαφή, εξαιρετική άρθρωση και τονισμό.

Στην περίπτωση του Χάρη Χαραλάμπους έχουμε ίσως την σημαντικότερη ερμηνεία σε βάθος. Η  απαγγελία και ο ρυθμός στάσης και κίνησης του Αγγέλου χρειάζονται μια εμπαθή θεατρικότητα ζωγραφική των διηγούμενων – ο τόνος και ο ρυθμός του Χαραλάμπους κατάφεραν να παριστάνουν το δρώμενο «ως εάν» με μια εξαίσια επική διήγηση με πληθωρικότητα όμως αναπαράστασης και συνεπακόλουθη και συνεργούσα περίσσεια πάθους. Η σημαντικότερη ερμηνεία της παράστασης.

Ο Αντώνης Μυριαγκός ερμήνευσε τον Ξέρξη με άλλο θεατρικό κώδικα, που δεν ταίριαζε ούτε στο ύφος της παράστασης, ίσως όμως ούτε και στο ρόλο που ερμήνευσε γενικά.

Η Λία Χαράκη  έστησε έναν χορό που προφανώς δεν έχει σχέση ούτε με τον Αισχύλειο λόγο, ούτε με την ποιητική πρόθεση, ωστόσο ακολούθησε πιστά τη σκηνοθετική οδηγία. Κακή επιλογή να βάλει μια ηθοποιό του μεγέθους της Καριοφυλλιάς Καραμπέτη να επιδίδεται σε head banging τύπου συναυλίας heavy metal, ή αφρικάνικης τελετής γονιμότητας. Καμία θρησκευτικότητα, παρά μόνο ένα ακαθόριστο, αλλόκοτο θέαμα. Επιπλέον, η περίφημη σκηνή της περιστροφής της Άτοσσας κακώς απέκτησε τη φήμη της περιφοράς δερβίση, αφού η στάση σώματος δεν παραπέμπει σε δερβίσηδες (οι οποίοι να θυμίσουμε ότι εκτείνουν τα χέρια τους με την παλάμη τον δεξιού χεριού στραμμένη προς τα πάνω, ενώ η παλάμη του αριστερού χεριού είναι στραμμένη προς τα κάτω, και εναρμονίζονται με την περιφορά των αστεριών. Η ενέργεια εκ των άνω εισέρχεται στη δεξιά παλάμη, κυλά μέσα από το σώμα και περνά στη γη από την αριστερή παλάμη) αλλά σε απλοποιημένη αργή περιστροφή, προφανώς για να μπορεί η ηθοποιός να συνομιλεί με το Δαρείο.

Τα κουστούμια της Ελένης Τζιρκαλλή μάλλον συντηρητικά, το σκηνικό του Κωνσταντίνου Λουκά εύστοχο και απλό, ενώ εξαίσιοι ήταν οι φωτισμοί του Γεώργιου Κουκουμά.

Είναι σημαντικό να αναρωτηθούμε αν η θεατρική δημιουργία πρέπει να λαμβάνει υπόψη πρώτα και πάνω απ’ όλα το κείμενο, και δευτερευόντως να ασχολείται με την κίνηση του σώματος, τη χρήση της φωνής, των σκηνικών κλπ. Ή αν είναι δημιουργικότερο και γονιμότερο για την εξέλιξη της θεατρικής τέχνης να αναδειχτεί κάποιο άλλο στοιχείο εκτός του κειμένου, όπως για παράδειγμα το σώμα. Το σωματικό θέατρο παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ως σύγχρονη ερμηνευτική τάση, και έχει δώσει παραστάσεις με ξεχωριστή δυναμική, όπως στα έργα του Θόδωρου Τερζόπουλου. Όμως είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι ο Αισχύλος εκφράζεται με μια γλώσσα, ποιητική, μυστηριακή και γλαφυρή που δεν προϋπάρχει της εποχής του. Εισήγαγε με λίγα λόγια ένα είδος γλωσσικό που διαμόρφωσε και στιγμάτισε την τραγωδία , την ποίηση, την φιλοσοφία και όχι μόνο, στην εποχή που τον ακολούθησε. Μέσα από αυτήν λοιπόν την λαμπρή γλωσσική ιδιαιτερότητα, ο μεγάλος τραγωδός διεύρυνε και ενδυνάμωσε την επιρροή που ασκούσε ο μυθικός και μυητικός συμβολικός λόγος, δημιουργώντας μια βαθύτερη, ιερότερη και πιο μυστηριακή σχέση μεταξύ του θεατή και του έργου, καθιστώντας τον, ικανό αποδέκτη και συμμέτοχο υψηλών και λεπτοφυών φιλοσοφικο-θρησκευτικών στοχασμών και νοημάτων.

Οι Πέρσες αποτελούν ένα από τα λαμπρότερα δείγματα αρχαίας ελληνικής γραμματείας , με μεγάλη ποιητικότητα. Είναι ένα σπουδαίο κείμενο, το οποίο στην παράσταση του Άρη Μπινιάρη δυστυχώς πέρασε σε δεύτερη μοίρα , προς χάριν μιας αισθητικής κενού εντυπωσιασμού και ενός συνονθυλεύματος εικόνων και ήχων που μάλλον σε αρχή εκστρατείας θα παρέπεμπε, με ιαχές πολεμικής προετοιμασίας, και επίδειξη δύναμης παρά στην συντριβή του τέλους.

Στο σύνολο της πρόκειται για μια παράσταση που είχε εξαρχής επιλέξει τον εντυπωσιασμό και την αισθητική παρέμβαση, και που θα μπορούσε με τα ίδια στοιχεία να είναι αριστούργημα, αλλά που όμως δεν ξεκαθάρισε από την αρχή προς τα πού ήθελε να πάει και με τι εργαλεία, με αποτέλεσμα σώματα, ύφη και υποκριτικές να παλινδρομούν μεταξύ ρεαλισμού,  στιλιζαρίσματος, αφρικάνικων τελετών παράδοσης και εγχώριου φολκλόρ. Ήταν μια σπουδαία χαμένη ευκαιρία γιατί η παράσταση έκρυβε πολλή δουλειά, σπουδή και ήταν ολοκληρωμένη πρόταση.

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

Μετάφραση: Παναγιώτης Μουλλάς
Σκηνοθεσία – Mουσική δραματουργία: Άρης Μπινιάρης
Δραματουργική συνεργασία: Αντώνης Σολωμού
Μετρική διδασκαλία: Θεόδωρος Στεφανόπουλος
Σκηνικά: Κωνσταντίνος Λουκά
Κοστούμια: Ελένη Τζιρκαλλή
Κινησιολογία: Λία Χαράκη
Σχεδιασμός φωτισμού: Γεώργιος Κουκουμάς
Ηχητικός σχεδιασμός: Γιώργος Χριστοφή
Αγγλικοί υπέρτιτλοι: Μαρία Καλλίδου
Παίζουν: Καρυοφυλλιά Καραμπέτη (Άτοσσα), Χάρης Χαραλάμπους (Αγγελιαφόρος), Νίκος Ψαρράς (Δαρείος), Αντώνης Μυριαγκός (Ξέρξης)
Χορός: Ηλίας Ανδρέου, Πέτρος Γιωρκάτζης, Γιώργος Ευαγόρου, Λευτέρης Ζαμπετάκης, Νεκτάριος Θεοδώρου, Μάριος Κωνσταντίνου, Παναγιώτης Λάρκου, Δαυίδ Μαλτέζε, Γιάννης Μίνως, Άρης Μπινιάρης, Ονησίφορος Ονησιφόρου, Αντρέας Παπαμιχαλόπουλος, Μάνος Πετράκης, Στέφανος Πίττας, Κωνσταντίνος Σεβδαλής

Με πηγές στο κείμενο από

Hall, E. 1997. Aeschylus Persians. Warminster: Aris & Phillips

Πετρίδη Α. 2012 Πέρσες” του Αισχύλου (1): η μυθοποίηση της Ιστορίας

,

No comments yet.

Αφήστε μια απάντηση