We are Leaving – Krzysztof Warlikowski Κριτική της παραστασης

  • Κριτική Κάτια Σωτηρίου

Με 3 sold out παραστάσεις των 3.5 ωρών ο Krzysztof Warlikowski παρουσίασε στο αθηναϊκό κοινό την παράσταση με τίτλο εργασίας We Are Leaving, βασισμένο και πάλι σε ένα κείμενο του Ισραηλινού συγγραφέα Hanoch Levin (λίγα χρόνια μετά το Κρούμ) με τίτλο Suitcase Packers.

Ο σκηνοθέτης εστιάζει σε όλους εκείνους που έχουν να επιλέξουν μεταξύ δύο πραγμάτων: είτε να αφεθούν στη μοίρα τους και να πεθάνουν είτε να φτιάξουν τις βαλίτσες τους καινα φύγουν όσο το δυνατόν πιο μακριά με άγνωστο προορισμό. Το κείμενο του Λεβίν λειτουργεί ως αφετηρία πάνω στην οποία δομείται η παράσταση.  Αν ο θάνατος είναι εκεί για να μας υπενθυμίσει τη ζωή μας και το νόημά του, τότε το θέατρο, ένα είδος ανακατασκευής της ζωής, μπορεί να αποτελέσει τη βάση αυτής της υπενθύμισης. Το έργο του Hanoch Levin περιέχει μια υπέροχη απλότητα, σοφία και ανθρωπιά και είναι εξαιρετικά χιουμοριστικό, με ποιητική ομορφιά. Παρουσιάζει την καθημερινή ζωή μιας μικρής κοινότητας, μερικών οικογενειών και αρκετών γενεών, παιδιών, γονέων και παππούδων που όλοι επιζητούν αγάπη και ρομαντισμό, ή απλώς μια διαφορετική ζωή, αναζητώντας τη νοερά σε κάποιον άλλο άνθρωπο, σε διαφορετικό τόπο ,σε μια διαφορετική ώρα.

Το είδος της είναι «κωμωδία με οκτώ κηδείες», αλλά κάθε στιγμή της φέρει το σημάδι μιας απίστευτης αγάπης για τη ζωή, αλλά και μιας απέραντης θλίψης, που το πολωνικό θέατρο την κουβαλά βαθιά στις ρίζες του.

Ο Πολωνός σκηνοθέτης Warlikowski μεγαλωμένος σε καθεστώς υπαρκτού σοσιαλισμού, και γνωρίζοντας τη ζοφερότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, παίρνει το κείμενο του Ισραηλινού και το μεταμορφώνει σε καυστική ηθογραφία της σημερινής κοινωνίας, θυμίζοντας στο κοινό βασικούς τόπους της Πολωνικής κοινωνικής θλίψης που σχετίζονται με το Ολοκαύτωμα, τις απώλειες περιουσιών και τις εκτοπίσεις. Με μια συμπαγή αλλά και αισθητικά άρτια εικονοποιία ανασύρει μνήμες της Ευρώπης που χάθηκε, αλλά και τη φαυλότητα και ματαιότητα της νέας Ευρώπης και της Αμερικής που κινείται σε εξωφρενικούς ρυθμούς χάνοντας την ουσία των πραγμάτων.

Υπάρχει μια επαναλαμβανόμενη δομή στο έργο που υπογραμμίζει τον επαναλαμβανόμενο κύκλο της ανθρώπινης ζωής. Γέννηση, γάμος, νέα γέννηση και θάνατος. Για μερικούς δεν υπάρχει όμως τίποτα ανάμεσα στη γέννηση και το θάνατο, παρά μόνο ένας μονόδρομος μοναξιάς και λαχτάρας- από τη Henia, τη γηραιά μητέρα που ισχυρίζεται ότι δεν έζησε πραγματικά από την ηλικία των 8 ετών, ως το γιο της που σπαταλά σε μια γυναίκα όλα τα χρήματα που μάζευε για να μετακομίσει στην Ελβετία – όλοι ακολουθούν αυτήν την πορεία της δυστυχίας και της μετριότητας, χαιρετίζοντας κάθε νέα μέρα με μεγαλύτερη προσωπική και συναισθηματική  φθορά. Ακούγεται μονότονο ή ίσως και σκοτεινό, αλλά όλη αυτή η μιζέρια εκφράζεται στην παράσταση του Warlikowski μέσα από ζωντανούς πολύχρωμους χαρακτήρες. Το έργο περιστρέφεται γύρω από πολλές οικογένειες που ζουν στην ίδια γειτονιά: Οι ιστορίες τους συναντώνται με την ιερόδουλη της γειτονιάς που εργάζεται και που προσφέρει μια άλλη νότα στη μονοτονία τους, την ξανθιά αμερικάνα τουρίστρια, τον ομοφυλόφιλο νέο που έρχεται να αλλάξει τις ισορροπίες, και τους υπεύθυνους των κηδειών.

Το τέλος είναι γνωστό και ίσο για όλους. Όλοι είναι μικροί, ασήμαντοι άνθρωποι που διάγουν μικρές και ασήμαντες ζωές, ενώ ακόμη και τα όνειρά τους είναι γκρίζα, αλλά κάπως «γεμάτα από επιθυμία». Δεν υπάρχουν εξαίρετα άτομα εδώ, ούτε ήρωες, ούτε ευτυχές τέλος – αλλά δεν υπάρχει τέλος στην επιθυμία. Ο Motke που αιχμαλωτίζεται ανάμεσα στις ανάγκες της εγκύου συζύγου του, του αδελφού του και του κόστους ζωής, αποπνέει άγχος σε κάθε ίντσα του σώματός του, αλλά με τον δικό του όχι ικανό τρόπο συνεχίζει να προσπαθεί για κάτι καλύτερο, κάτι περισσότερο. Από την άλλη, οι γείτονες του έχουν παραιτηθεί από τη ζωή, ή κάποιοι αναπολούν τα μεγαλεία της νεότητας τους.

Η παράσταση

Ο Warlikowski δίνει σημασία στην αισθητική: η κίνηση και η φυσική ενσάρκωση των χαρακτήρων διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο σε όλα τα έργα του. Η ευτυχισμένη συνάντηση μεταξύ των ερμηνειών και των εκφραστικών ταλέντων των συνεργατών του είναι μία από τις μεγάλες απολαύσεις αυτής της παραγωγής. Προσθέτοντας στρώματα αφήγησης και πολυπλοκότητας στον κάθε χαρακτήρα κάθε φορά που διασχίζει τη σκηνή, υφαίνει ένα νήμα ελπίδας μέσω του μοιρολατρικού ιστού της αφήγησης.

Η ευφυής καλοκουρδισμένη παράσταση του Βαρλικόφσκι κάνει μια συρραφή δραστική, κατά διαστήματα καθηλωτική, συγκλονιστική. Μιλάει για τον καιρό μας. Μιλάει αφτιασίδωτα, ρεαλιστικά, κατακούτελα, χωρίς να φωνάζει, σχεδόν με μουρμουρητά, σαν καυστική και διαβρωτική ηθογραφία. Η ηθογραφία του Λεβίν είναι η κρίση της Δύσης, η έκλειψη της ελπίδας. Οι ήρωές του αφηγούνται την ψυχική αποσάθρωση των λαϊκών στρωμάτων, τον θάνατο της κατανόησης, της κοινότητας, της οικογένειας, το φυσικό θάνατο. Κι όλα λέγονται σαν μαύρα αστεία· η ζωή είναι σκοτεινή κωμωδία. Σε όλη την παράσταση διακρίνεται η ζοφερή μοίρα του νουάρ: η ανθρώπινη ήττα και πτώση, με όλο το μεγαλείο, αλλά και το γελοίο της ανθρώπινης φάρσας. Ο θάνατος είναι κάτι το ξαφνικό και αναπόφευκτο, το σεξ τελείται σαν μια γκροτέσκα ανακούφιση. Ο σκηνοθέτης καταλαβαίνει την ανθρώπινη φύση και την αποδέχεται. Δεν ηθικολογεί, κι αυτό είναι ένα χάρισμα που έχουν λίγοι δημιουργοί στο θέατρο.

Η παράσταση παίζεται με ομοιόμορφα ονειρεμένα, φαντασμαγορικά βάθη που απεικονίζουν μια πραγματικότητα τόσο εξοργιστική όσο και απαισιόδοξη, ένα σαφές βλέμμα στη σκοτεινή νύχτα της ανθρώπινης κατάστασης και την απώλεια της αθωότητας, σαν μια ανησυχητική παράξενη σκοτεινή απειλή της επικείμενης εκδήλωσης μίας κρυμμένης, μυστηριώδους και ανεξήγητης πραγματικότητας. Τα απομεινάρια αυτού που απουσιάζει, μνήμες του παρελθόντος βρίσκονται στην καρδιά αυτής της σύγχρονης αφήγησης ζωών βασανισμένων, κουρασμένων και συγχυσμένων. Ο χαμένος χρόνος επιστρέφει σε αναδρομές. Οι πόρτες ανοίγουν και κλείνουν σε μια μυθική μυθοπλασία που ασφαλώς δεν οδηγεί σε άλλο σημείο εκτός από ένα υπαρκτικό αδιέξοδο.

Ο πολωνός σκηνοθέτης γεμίζει το θέατρο του με εικόνες, μετατοπίζοντας την αφήγηση σε πολλές σκηνές που ανοίγουν στους χώρους του νου, έναν εσωτερικό λαβύρινθο πολλαπλών διαστάσεων. Συγκεντρώνει, ενώνει, κόβει και συνθέτει αποσπάσματα ζωών με τη μορφή κολάζ.

Και μέσα σε αυτόν τον κόσμο, ο Warlikowski, με δυο έξοχες επιλογές, κλείνει το μάτι στο σύγχρονο άνθρωπο: η Αμερικανίδα που έρχεται στο Ισραήλ και vlogαρει συνεχώς, απευθυνόμενη σε ένα ψηφιακό κοινό για το οποίο υποδύεται ρόλους ανάλογα με τις συνθήκες, αλλά και η ιερόδουλη που φτάνει επιτέλους στην Ελβετία, και γίνεται η ίδια τουρίστρια, με τον καταναλωτισμό και την ταχύτητα που δεν επιτρέπει ούτε την κατανόηση, ούτε την απόλαυση. Ο μονόλογος της τουρίστριας – ιερόδουλης είναι ένα από τα εξοχότερα καυστικά σχόλια που έχουμε δει για την αδηφαγία του ανθρώπου, τον εξωφρενικό ρυθμό της ζωής που επιλέγει να ακολουθήσει, αλλά και τελικά την απόγνωση του κενού που του δημιουργεί αυτός ο ρυθμός.

Το καστ του Warlikowski,, αποτελείται από υπέροχους ηθοποιούς όλων των ηλικιών. Κάποιοι από αυτούς φιγούρες σαν βγαλμένοι από την Οδό Μαλχόλαντ του David Lynch, με ανεπιτήδευτο συναισθηματισμό, γήινη ερμηνεία. Ένα έξοχο καστ. Όλοι οι χαρακτήρες είχαν σχήμα και ακρίβεια – αισθανόμασταν ότι όλοι ανήκαν στο ίδιο σύνολο, αναπνέοντας από κοινού. Σε συνδυασμό με τα λειτουργικά σκηνικά, τους υπέροχους, ατμοσφαιρικούς φωτισμούς και την εξαιρετικά δουλεμένη χορογραφία και κινησιολογία, δημιούργησαν μια παράσταση αξιοζήλευτης αισθητικής. Στο σύνολο της ήταν, για μια ακόμα φορά, ένα παράδειγμα θεατρικής απλότητας, που εξέπεμπε ενέργεια, πάθος, και χιούμορ για την ανθρώπινη κατάσταση.

Μετάφραση στα πολωνικά: Jacek Poniedziałek
Διασκευή: Krzysztof Warlikowski, Piotr Gruszczyński
Σκηνοθεσία: Krzysztof Warlikowski
Δραματουργία: Piotr Gruszczyński
Δραματουργικός συνεργάτης: Adam Radecki
Σκηνικά – Κοστούμια: Małgorzata Szczęśniak
Μουσική: Paweł Mykietyn
Φωτισμοί: Felice Ross
Κίνηση: Claude Bardouil
Animation: Kamil Polak
Περούκες: Monika Kaleta
Παίζουν:Agata Buzek, Andrzej Chyra, Magdalena Cielecka, Ewa Dałkowska, Bartosz Gelner, Maciej Gąsiu Gośniowski, Małgorzata Hajewska–Krzysztofik, Wojciech Kalarus, Marek Kalita, Dorota Kolak, Zygmunt Malanowicz, Monika Niemczyk, Maja Ostaszewska, Jaśmina Polak, Piotr Polak, Jacek Poniedziałek, Magdalena Popławska
Διευθυντής σκηνής: Łukasz Jóźków
Βοηθοί σκηνοθέτη: Katarzyna Łuszczyk, Adam Kasjaniuk
Διεύθυνση παραγωγής: Hubert Prekurat
Τεχνική διεύθυνση: Paweł Kamionka
Επίβλεψη κατασκευής σκηνικού: Paweł Paciorek
Ήχος: Mirosław Burkot
Επίβλεψη φωτισμών: Dariusz Adamski, Patryk Adamski
Video: Antoni Mantorski-Barczuk, Maciej Żurczak
Μακιγιάζ: Joanna Chudyk, Monika Kaleta
Props: Tomasz Laskowski
Γκαρνταρόμπα: Ewa Sokołowska, Iryna Kacharava, Elżbieta Fornalska
Σκηνή: Tomasz Laskowski, Kacper Maszkiewicz
Παραγωγή: Nowy Teatr (Βαρσοβία)
Συμπαραγωγή: Théâtre National de Chaillot (Παρίσι), La Comédie de Clermont-Ferrand, Théâtre de de Liège, Φεστιβάλ Αθηνών, Bonlieu Scène nationale (Ανσί), CULTURESCAPES (Βασιλεία)

,

No comments yet.

Αφήστε μια απάντηση