Το Αρχαίο Θέατρο του Διονύσου

Το Θέατρο του Διονύσου ή Θέατρο Διονύσου Ελευθερέως είναι ο σημαντικότερος γνωστός υπαίθριος θεατρικός χώρος στην αρχαία Αθήνα και θεωρείται το πρώτο θέατρο του κόσμου.Βρισκόταν 3 περίπου μέτρα πάνω από το ναό και αποτελούσε μέρος του ιερού του Ελευθερέως Διονύσου που βρισκόταν στις νοτιοανατολικές παρυφές της Ακρόπολης και υπήρξε ο βασικός τόπος παράστασης του αττικού δράματος, αφού φιλοξενούσε τα Μεγάλα Διονύσια, τη μεγαλύτερη θεατρική γιορτή της πόλης των Αθηνών.

Το θέατρο μαζί με το ιερό του Διονύσου Ελευθερέως είναι το πρώτο μνημειακό σύνολο που αντικρίζει ο επισκέπτης εισερχόμενος στον αρχαιολογικό χώρο της Νότιας Κλιτύος. Το ιερό ιδρύθηκε τον 6ο αι. π.Χ. από τον τύραννο της Αθήνας Πεισίστρατο ή τους γιους του, που εισήγαγαν και τη λατρεία του θεού από τη Βοιωτία. Ο Διόνυσος, θεός του κρασιού, θεός κατεξοχήν αγροτικός, είχε τη δική του λαμπρή γιορτή στην πόλη της Αθήνας, τα Μεγάλα Διονύσια, που τελούνταν στις αρχές της άνοιξης στο ιερό της νότιας κλιτύος. Από τα θρησκευτικά δρώμενα αυτής της γιορτής και τον εκστατικό χορό των λατρευτών του Διονύσου γεννήθηκε το αρχαίο ελληνικό θέατρο. Το θέατρο του Διονύσου ήταν το πρώτο που ιδρύθηκε στην αττική γη και αυτό στο οποίο πρωτοπαίχτηκαν τα έργα του Αισχύλου, του Σοφοκλή, του Ευριπίδη και του Αριστοφάνη. Υπολογίζεται ότι κατά τον 4ο αι. π.Χ., όταν ολοκληρώθηκε η μνημειακή του διαμόρφωση, το θέατρο χωρούσε περίπου 15.000-16.000 θεατές.

Η λατρεία του Διονύσου

Η λατρεία του Διονύσου εισήχθη στην Αθήνα τον 6ο π.Χ αι. από τον Πεισίστρατο και κτίσθηκε μικρός ναός προς τιμήν του θεού στη νότια κλιτύ της Ακρόπολης. Στα τέλη του ίδιου αιώνα άρχισαν να διοργανώνονται οι πρώτες γιορτές προς τιμήν του Διονύσου με Μουσικές και Θεατρικές Παραστάσεις. Σύμφωνα με τους Blume, Baldry και Lesky1 ο Πεισίστρατος ήταν αυτός που ενέταξε τους αγώνες των Τραγικών ποιητών στα Μεγάλα Διονύσια τον 6ο αι. προς τιμήν του Διονύσου Ελευθερέα και τελούνταν 11 – 13 του Ελαφηβολιώνα (Μέσα Μαρτίου – μέσα Απριλίου), τότε που ο καιρός ήταν καλός και οι άνθρωποι μπορούσαν να ταξιδέψουν οι δε Αθηναίοι να προβάλλουν τα πλούτη και την δόξα τους.
Αρχικά υπήρξε μόνον η ορχήστρα στην αρχαία αγορά. Η λέξη προέρχεται από το ρήμα «ορχούμαι» που σημαίνει «χορεύω» και η κυκλική σκηνή όπου χόρευε ο Χορός ονομάσθηκε Ορχήστρα. Ο χώρος ήταν υπαίθριος, κυκλικός και ισοπεδωμένος με διάμετρο 24,5μ. Τα πρώτα στοιχεία για την δημιουργία του αρχαίου θεάτρου ήταν τα χορικά άσματα και οι ορχήσεις σε κύκλο. Το πρώτο μόνιμο θέατρο οικοδομήθηκε στην Αθήνα στις αρχές του 5ου αι. π.Χ. μέσα στο Τέμενος του Διονύσου και πολύ κοντά στον αρχαϊκό ναό του θεού στη νότια κλιτύ της Ακρόπολης. Στο κέντρο υψωνόταν ο Βωμός του θεού Διονύσου που ονομαζόταν «Θυμέλη». Μπροστά από τον Βωμό
κάθονταν οι μουσικοί που έπαιζαν αυλό. Οι πολίτες μαζεύονταν γύρω από την ορχήστρα και παρακολουθούσαν την παράσταση.

Το Θέατρο του Διονύσου και η εξέλιξή του στην πάροδο του χρόνου

Τον 5ο αι. π.Χ η δομή του αρχαίου θεάτρου είναι τριμερής. Ορχήστρα – Σκηνή – Κοίλον και απεικονίζει την τριπλή λειτουργία Θεατές – Χορός – Υποκριτές με αποκρυσταλλωμένη την ηρωική παράδοση. Η ορχήστρα βρίσκεται δίπλα στην παλαιότερη, το κοίλο12 με αυτή την μορφή εμφανίσθηκε τον 5ο αι. Άρχιζε στο σημείο που βρίσκεται σήμερα το κέντρο της Ορχήστρας και ήταν ένα ομόκεντρο πρανές που σχηματίσθηκε στη νότια κλιτύ και συμπληρώθηκε με τεχνητές επιχώσεις που τις στήριζαν αναλημματικοί τοίχοι. Η συμπλήρωση γινόταν και με ξύλινες κατασκευές τα λεγόμενα «ικρία», τα οποία εγκαταλείφθηκαν μετά από πολλά ατυχήματα, όπως αυτό του 498 π.Χ. Πάντοτε το κοίλον αναπτύσσεται σε τμήμα περιφέρειας λίγο μεγαλύτερο ενός ημικυκλίου. Στη φάση του Νικία η
Ορχήστρα μεταφέρθηκε βορειότερα και περιέλαβε την ανέγερση στοάς προς νότον σε συσχετισμό με το ναό του Διονύσου. Το 440 π.Χ ανεγέρθη το Ωδείον του Περικλέους που κατέλαβε ένα μέρος του κοίλου και στεγάσθηκε με τα ξύλα από τα περσικά πλοία μετά τη ναυμαχία της Σαλαμίνας. Το Ωδείο καταστράφηκε το 86 π.Χ κατά την διάρκεια της επιδρομής του Ρωμαίου στρατηγού Σύλλα και ξανακτίσθηκε από τον βασιλιά της Καππαδοκίας Αραβαρζάνη τον 1ο μ. Χ αιώνα.

Τον 4ο αι. π.Χ έχουμε την τρίτη φάση και είναι αυτή που σώζεται έως σήμερα. Σχετίζεται με τα έργα του Λυκούργου (330 π.Χ) και τις δραστικές αλλαγές στο αρχιτεκτόνημα. Τότε τα καθίσματα (κερκίδες) έγιναν λίθινα. Στην πρώτη σειρά τοποθετήθηκαν καθίσματα- θρόνοι από πεντελικό μάρμαρο, οι «προεδρίαι» που προορίζονταν για τα επώνυμα και τιμώμενα πρόσωπα. Αρκετοί από αυτούς τους θρόνους σώζονται έως σήμερα. Δημιουργήθηκαν εξήντα τέσσερις σειρές κερκίδων από μάρμαρο και ακτίτη λίθο με χωρητικότητα 17.000 θεατών περίπου. Η ορχήστρα μετατοπίσθηκε βορειότερα. Δημιουργήθηκε αγωγός απορροής ομβρίων υδάτων. Το ξύλινο κτίσμα της σκηνής και του προσκηνίου έγινε μόνιμο. Η πρόσθεση των υποκριτών δημιούργησε την ανάγκη δημιουργίας της σκηνής ενός κλειστού χώρου για την αλλαγή της αμφίεσής τους. Η σκηνή βρισκόταν στον άξονα του Κοίλου σε σχέση με την ορχήστρα και τυποποιήθηκε στο τέλος της κλασικής περιόδου με πλήρη την ανάπτυξή της την ελληνιστική περίοδο. Μεταξύ σκηνής και κοίλου σχηματίζονταν δύο διάδρομοι οι ”πάροδοι” από όπου εισέρχονταν ο Χορός στην ορχήστρα κατά την έναρξη της παράστασης.

Το Θέατρο του Διονύσου στα νεώτερα χρόνια

Το αρχαίο θέατρο εγκαταλείφθηκε μετά το τέλος της αρχαιότητας και ανακαλύφθηκε εκ νέου το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα μ.Χ. Αρχικά το θέατρο επισημάνθηκε από τον Chandler το 1765. Η πρώτη ανασκαφή ξεκίνησε από τον Ρουσόπουλο και τον Γερμανό αρχιτέκτονα Strack. Οι έρευνες συνεχίσθηκαν από τον Κουμανούδη το 1877-8 και στη συνέχεια την ανασκαφή ανέλαβε να συνεχίσει το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο υπό την εποπτεία του Dorpfeld έως τπ 1895. Το 1923 έγιναν έρευνες στη σκηνή και την ορχήστρα του θεάτρου και το 1925 ανασκάφηκε η περιοχή του Ωδείου του Περικλέους. Αυτή η ανασκαφική έρευνα στη σκηνή και την ορχήστρα συνεχίσθηκε από το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο υπό τον Fiechter και τους συνεργάτες του έως το 1933. Οι πρώτες εργασίες για την προστασία και την ανάδειξη του αρχαίου θεάτρου έγιναν υπό την επίβλεψη του επιμελητή Ακροπόλεως Σωτηριάδη το 1897. Μετά τη μεταπολίτευση και στα πρώτα χρόνια το Υπουργείο Πολιτισμού ανέθεσε τη μελέτη αποκατάστασης του μνημείου στον W. Wurster υπό τον κίνδυνο της κατάρρευσης. Μετά το 1980 οι εργασίες συνεχίσθηκαν στο μνημείο υπό την εποπτεία του Μ. Κορρέ που προέβη σε επί πλέον έρευνα και παράλληλα σε επεμβάσεις.

Πηγές:

  • Ανιστόρητον, τόμος 11 (2014) αρ. 42
  • ΛΑΜΠΡΙΝΟΥΔΑΚΗΣ, Β., ΔΕΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑΣ, ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΕΧΝΗ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΖΩΗ

  • 166
  •  
  •  
  •  

Σχολιάστε