Το Παγκάκι Θέατρο Τόπος Αλλού – Κριτική της Παράστασης

Το έργο του Alexander Gelman, το Παγκάκι παρουσιάζεται στο θέατρο Τόπος Αλλού σε σκηνοθεσία Γιώργου Κιμούλη, με τον ίδιο και τη Φωτεινή Μπαξεβάνη στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.

  • Κριτική Κάτια Σωτηρίου
  • Αποκλειστικές Φωτογραφίες για το Μytheatro Ελπίδα Μουμουλίδου. Δείτε το πλήρες άλμπουμ των φωτογραφιών της παράστασης στη σελίδα μας στο Facebook, κάνοντας κλικ εδω

Το έργο

Το έργο του Alexander Gelman (ένας από τους πιο διάσημους και περιζήτητους θεατρικούς συγγραφείς της εποχής της Σοβιετικής ένωσης) θεωρείται αριστούργημα του κοινωνικού και εγχώριου δράματος. Πρόκειται για μια τραγικωμική ιστορία δύο μοναχικών ανθρώπων. Μια μέρα βρήκε ο ένας τον άλλον στο πάρκο. Αυτός και αυτή φέρνουν στη σκηνή το πιο ζωντανό, το πιο εύφορο από τα θέματα – την αγάπη. Όμως δεν πρόκειται για μια απλή εκδοχή της αγάπης με το συνήθη γοητευτικό ρομαντισμό, αλλά μια τεταμένη υπόθεση με ένα πλούσιο φάσμα συναισθημάτων περιφρόνησης προς την τρυφερότητα, που περνά από τον πόνο στο γέλιο, από την αλήθεια στο ψέμα, από την ανάγκη συντροφικότητας στη μοναξιά. Είναι ένα έργο που για να ανέβει επιτυχημένα απαιτεί την τεράστια ειλικρίνεια, και την αλήθεια της μεταδιδόμενης ικανότητας δύο εξαιρετικών ηθοποιών. Όπως συμβαίνει στο θέατρο Τόπος Αλλού φέτος.

Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ένα πιο πεζό θέμα από τη συνάντηση δυο ανθρώπων σε ένα παγκάκι στο πάρκο! Ωστόσο, μια τυχαία συζήτηση μεταξύ δύο «ξένων» συνεπάγεται μια ολόκληρη σειρά συναισθημάτων με γέλια και δάκρυα, μια πραγματική «αναμέτρηση».

Γράφτηκε στη Σοβιετική Ένωση της δεκαετίας του ’80, την περίοδο πριν από την πτώση της, όπου κυριαρχούν το αρμπιτράζ και η διαφθορά. Η κοινωνία βρίσκεται σε αδιέξοδο, όπως και ο λαός της. Ονειρεύονται μια άλλη ζωή κάπου αλλού, με κάποιο τρόπο διαφορετικά. Φεύγουν σε άλλους κόσμους, σε ζωές άλλων ανθρώπων, δημιουργούν φανταστικές ιστορίες, αποφεύγουν μια ασφυκτική και απαράδεκτη ρουτίνα, διεκδικώντας μέσω του ψέματος μια ζωή με ουσία.

Το παγκάκι είναι στην πραγματικότητα μια μασκαράτα για να εκφράσει ο συγγραφέας του μέσω του βασικού ήρωά του τη λύπη του για την έπαρση, την εγωπάθεια, τον ατομικισμό, την υποκρισία, τα σαθρά ήθη, τον εθισμό σε μια κατ’ όψη μόνο «κοσμία» συμπεριφορά, την αβυσσαλέου βάθους μοναξιά και την πλήρη έλλειψη επικοινωνίας της κοινωνίας του.

Πρόκειται για ένα φαινομενικά απλοϊκό και συνηθισμένο θέμα, που όμως χάρη στην έξυπνη γραφή και τους σχεδιασμένους χαρακτήρες, τη φυσικότητα των διαλόγων, το πικρότατο χιούμορ του συγγραφέα μετατρέπεται σε αμείλικτο «καθρέφτη» της κοινωνίας και των ανθρώπων. Μια συνάντηση γίνεται η αφορμή για να αποκαλυφθούν οι επιθυμίες και οι φόβοι που μέχρι εκείνη τη στιγμή βρίσκονται στα λόγια που δεν λέγονται. Μερικές φορές εξάλλου, η επιθυμία και ο φόβος είναι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Ο Γκέλμαν μέσα από τους διαλόγους του καταδεικνύει με ψυχογραφική διάθεση τις ανασφάλειες κιρκάνιων κύκλων που εγκλωβίζουν τους ανθρώπους σε μονοπάτια δύσκολα. Όταν οι χαρακτήρες αρχίζουν να επιζητούν την αλήθεια, έστω και επιφανειακά, οι σχέσεις τους οδηγούνται στην δια-φθορά και οι ίδιοι μένουν ευάλωτοι, οι αδυναμίες τους έρχονται να τους στιγματίσουν, να τους ενοχοποιήσουν σε βαθμό που ούτε και οι ίδιοι δεν μπορούν ν’ αντιληφθούν, αφού εξ’ αρχής δείχνουν να μην γνωρίζουν τους εαυτούς τους, να μη γνωρίζουν τα πάθη τους. Χωρίς τα προσωπεία και τις πανοπλίες των ψεμάτων περιφέρονται ασκόπως, ο έρωτας γίνεται μια ιδέα, η αγάπη ανύπαρκτη, το μόνο που ενοχικά τους δένει και τους αποκρυπτογραφεί είναι το σεξ και η περιστασιακή συντροφιά. Το έργο είναι μια συμβολική περιστροφή ψευδαισθήσεων, χαμένων ελπίδων και απώλειας νοήματος, διαστάσεις τις οποίες ο ευρωπαίος δραματουργός διερευνά με οξύτητα και χιούμορ.

Η παράσταση

Το καλογραμμένο αυτό έργο απέκτησε μεγαλύτερο κοινωνικό βάθος, μεγαλύτερη δραματουργική ουσία, ουσιαστικό περιεχόμενο και τελικά  με τη σκηνοθεσία του Γιώργου Κιμούλη. Με τη συμβολή των απλών και λειτουργικών σκηνικών, των έξοχων φωτισμών της Στέλλας Καλτσού, έστησε μια παράσταση λιτή, καθαρή, με τους ρυθμούς, τη φυσικότητα της καθημερινής ζωής. Η σκηνοθεσία του ήταν ανθρωποκεντρική. Κατάφερε να χτίσει μια απλή αλλά ζωντανή παράσταση, με δραστικούς διαλόγους, σε καθημερινή, άμεση γλώσσα, με αληθινούς χαρακτήρες, ισοζυγισμό του δραματικού και κωμικού στοιχείου, με αίσθηση του χιούμορ. Χιούμορ συχνά πικρόγευστο, λεπτά ειρωνικό, αλλά και κάποτε ευφρόσυνα παιγνιώδες.

Ο Γιώργος Κιμούλης είναι ένας πολύ ταλαντούχος ηθοποιός, άξιος για την κωμωδία αλλά και το δράμα, με έμφυτο, πλούσιο χιούμορ, με πνευματικότητα, αμεσότητα, και εκφραστικότητα. Η ερμηνεία του με το σύνηθες ανάλαφρο, λεπτό χιούμορ ενώ φαινομενικά αποδραματοποιεί την ατμόσφαιρα, ουσιαστικά υπογραμμίζει το δράμα, και τη μοναξιά του ήρωα του. Ενσαρκώνει τον κλασικό –εξίσου φοβισμένο και ανασφαλή, ερωτικό κυνηγό που, με μεγάλη έφεση στο ψέμα, και ανικανοποίητος  καθώς παραμένει πάντα, δε διστάζει να επιδείξει κάθε ώρα και στιγμή την έντονη σεξουαλικότητά του και να μεταβάλλει με μεγάλη ικανότητα

Η Φωτεινή Μπαξεβάνη εμπλούτισε με τη μεγάλη παιδεία και πείρα της και το υποκριτικό κύρος της, το ρόλο της, τη βαθιά πονεμένη γυναίκα που έχει τεράστια ανάγκη στοργής και αγάπης, αλλά τον αναζητά με λάθος τρόπους. Με την μεγάλη ικανότητα της στη διαχείριση των χειρονομιών και των αποχρώσεων της φωνής της, αναπαράγει το συναισθηματικό φορτίο μιας ανυπόφορης μοναξιάς και προσκολλάται στην ελπίδα μιας αγάπης που δεν μπορεί να υπάρξει.

Την παράσταση αξίζει να τη δει κανείς και μόνο για τις εξαιρετικές, γεμάτες απλότητα, φυσικότητα, ευαισθησία, αλήθεια ερμηνείες των δυο ηθοποιών. Ερμηνείες τρυφερές και ανθρώπινες, με ακρίβεια και ισορροπία ανάμεσα στο χιουμοριστικό και δραματικό στοιχείο. Μια παράσταση για τις ανθρώπινες-αισθηματικές σχέσεις σε κρίση, που παραμένουν ένα τεράστιο μυστήριο.

Συντελεστές

Σκηνοθεσία: ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΙΜΟΥΛΗΣ
Μετάφραση: ΝΙΚΟΣ ΚΑΜΤΣΗΣ
Διασκευή: ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΙΜΟΥΛΗΣ
Σκηνικά: ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΙΜΟΥΛΗΣ
Κοστούμια: ΣΟΦΙΑ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ
Φωτισμοί: ΣΤΕΛΛΑ ΚΑΛΤΣΟΥ
Φωτογραφίες: ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΠΟΥΛΗΣ
Video: ΚΩΣΤΑΣ ΚΙΜΟΥΛΗΣ

  • 129
  •  
  •  
  •  

Σχολιάστε