Είδαμε το “Τζένη Τζένη” – Κριτική της Παράστασης

Η παράσταση «Τζένη Τζένη» στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, σε σκηνοθεσία του Νίκου Καραθάνου, που αναμενόταν με ενδιαφέρον από την πρώτη κιόλας ανακοίνωση της, αποτέλεσε μια συγκινητική θεατρική συνάντηση. Η παράσταση δεν λειτούργησε μόνο ως μεταφορά ενός εμβληματικού κινηματογραφικού έργου στη σκηνή· μεταμορφώθηκε σε μια βαθιά ποιητική ωδή προς το ελληνικό σινεμά, προς τη μνήμη των μεγάλων Ελλήνων ηθοποιών και προς εκείνη τη συλλογική συγκίνηση που κουβαλά ακόμη ο παλιός ελληνικός κινηματογράφος μέσα στη συνείδηση του κοινού. Ο Καραθάνος προσέγγισε το υλικό ως ένα ζωντανό πολιτισμικό σώμα που συνεχίζει να αναπνέει, να συγκινεί και να συνομιλεί με το σήμερα.

  • Κριτική Κάτια Σωτηρίου
  • Ημερομηνία Δημοσίευσης 25/5/2026

Η σκηνοθεσία του κινήθηκε με τρυφερότητα απέναντι στους ήρωες και στις εικόνες του ελληνικού κινηματογράφου. Εξάλλου ο υπότιτλος της παράστασης, “ένα ηλιόλουστο Ρέκβιεμ” παρέπεμπε ευθέως σε ένα νοσταλγικό αφιέρωμα. Από την πρώτη στιγμή, η σκηνή γέμισε από το φως μιας Ελλάδας κινηματογραφικής, σχεδόν ονειρικής, όπου το χιούμορ, ο ρομαντισμός, η μουσική και η λαϊκή αθωότητα συνυπήρχαν μέσα σε μια αίσθηση διαρκούς γιορτής. Ο Καραθάνος δημιούργησε μια παράσταση που έμοιαζε να αιωρείται ανάμεσα στη θεατρική πράξη και στη συλλογική ανάμνηση, με την φωτογραφία της Καρέζη , το λογότυπο της Finos Films να μη φεύγουν ποτέ από τα μάτια των θεατών. Οι εικόνες του είχαν κάτι το κινηματογραφικό, όχι μόνο αισθητικά αλλά και συναισθηματικά· κάθε σκηνή λειτουργούσε σαν ένα θραύσμα μνήμης από τις παλιές ελληνικές ταινίες που έχουν χαραχθεί βαθιά στο ελληνικό φαντασιακό.

Αυτό που καθιστούσε τη σκηνοθεσία τόσο ξεχωριστή ήταν η βαθιά αγάπη προς τους ανθρώπους του ελληνικού σινεμά. Η παράσταση λειτουργούσε σαν μια μεγάλη αγκαλιά προς τις μορφές που σημάδεψαν την κινηματογραφική μας ιστορία. Οι σκιές της Finos Film έμοιαζαν να πλανώνται πάνω από τη σκηνή, όχι ως μουσειακά απολιθώματα αλλά ως ζωντανές παρουσίες που εξακολουθούν να συγκινούν. Ο Καραθάνος αντιμετώπισε τους μεγάλους ηθοποιούς του παλιού ελληνικού κινηματογράφου σαν μυθικά πρόσωπα μιας λαϊκής ποιητικής παράδοσης. Μέσα από τη σκηνοθετική του ματιά, η «Τζένη Τζένη» μετατράπηκε σε έναν ύμνο για τη μνήμη των ηθοποιών που έδωσαν πρόσωπο και ψυχή σε μια ολόκληρη εποχή.

Η νοσταλγία υπήρξε βασικό στοιχείο της παράστασης, η οποία αν και ξεκίνησε κάπως φωναχτά και αμήχανα, καθώς περνούσε η ώρα απέκτησε ποιητική δύναμη και συγκινησιακή ένταση. Ο Καραθάνος δεν αναζητούσε τη μίμηση των εμβληματικών μορφών της ταινίας αλλά το συναίσθημα που αυτές οι μορφές συνεχίζουν να προκαλούν στο κοινό. Έτσι, η παράσταση απέκτησε από τα μέσα της περίπου, όταν πια φάνηκε να βρίσκει το δρόμο της και να βουτά πια στο σύμπαν του Καραθάνου, έναν σχεδόν μελαγχολικό λυρισμό, σαν μια γιορτή αφιερωμένη στον χρόνο, στη μνήμη και στη δύναμη των εικόνων να παραμένουν αθάνατες.

Ιδιαίτερα σημαντική υπήρξε η παρουσία της ζωντανής μουσικής, που αποτέλεσε την καρδιά της παράστασης. Η μουσική , αν και ειδικά στην αρχή υπερκάλυπτε τις φωνές των ηθοποιών, στη συνέχεια υπήρξε δραματουργικό στοιχείο, οργανικά δεμένο με την κίνηση, τον ρυθμό και τη συναισθηματική ατμόσφαιρα κάθε σκηνής. Οι μουσικοί δημιουργούσαν την αίσθηση ενός θεατρικού σύμπαντος όπου οι ήχοι, τα τραγούδια και οι μελωδίες ένωναν το κοινό με την ελληνική κινηματογραφική μνήμη. Οι γνώριμες μουσικές φόρμες του παλιού ελληνικού σινεμά απέκτησαν νέα θεατρική πνοή, μεταφέροντας στη σκηνή τη ζεστασιά και τη συγκινησιακή αμεσότητα μιας άλλης εποχής.

Το πολυπρόσωπο καστ της παράστασης υπήρξε εντυπωσιακό, τόσο σε εύρος όσο και σε ερμηνευτική ποιότητα. Ο Καραθάνος συγκέντρωσε επί σκηνής σπουδαίους ηθοποιούς, οι οποίοι λειτούργησαν σαν ένα ζωντανό σύνολο, γεμάτο ενέργεια, ρυθμό και θεατρική γενναιοδωρία.

Ο Νίκος Καραθάνος, πέρα από τη  σκηνοθετική σύλληψη της παράστασης, προσφέρει και μια συγκινητική ερμηνεία ως Κοσμάς Σκούταρης. Με μια εσωτερική λεπτότητα και μια σχεδόν κινηματογραφική φυσικότητα, ανακαλεί τη μορφή του παλιού λαϊκού Έλληνα κομματάρχη, κουβαλώντας πάνω του κάτι από τη δωρικότητα και την ανθρώπινη τρυφερότητα του Διονύση Παπαγιαννόπουλου. Υπάρχουν στιγμές όπου μοιάζει να χορεύει μαζί με τα φαντάσματα του ελληνικού κινηματογράφου, ιδιαίτερα στη σκηνή με τη μάσκα, η οποία αποκτά μια σχεδόν ποιητική μελαγχολία.

Η Γαλήνη Χατζηπασχάλη ως Τζένη Σκούταρη αν και αρκετά ασταθής στις πρώτες σκηνές, στο σύνολο της ερμηνείας της χαρίζει στην ηρωίδα μια γοητευτική ισορροπία ανάμεσα στη σπιρτάδα και στη συναισθηματική ευαισθησία. Διαθέτει τη φωτεινότητα και τη θεατρική χάρη που απαιτεί ο ρόλος και χωρίς να εγκλωβίζεται σε μίμηση της Τζένης Καρέζη, συνομιλεί διακριτικά με τη μνήμη της, κρατώντας κάτι από τη λάμψη, τη θηλυκότητα και τη συγκινησιακή της ακτινοβολία.

Ο Χρήστος Λούλης, στον ρόλο του Νίκου Μαντά, διαθέτει μια αβίαστη σκηνική γοητεία που ταιριάζει απόλυτα στον χαρακτήρα του νεαρού άνδρα που επιστρέφει από την Αμερική κουβαλώντας όνειρα, φιλοδοξίες αλλά και προσωπικές συγκρούσεις. Ο Λούλης δίνει στον ήρωα μια κινηματογραφική αμεσότητα, αποτυπώνοντας τον διχασμό ανάμεσα στην προσωπική επιθυμία και στις οικογενειακές επιταγές.

Ο Κώστας Μπερικόπουλος ως Μίλτος Κασσανδρής αποδίδει εξαιρετικά την αλαζονική αυτοπεποίθηση ενός ανθρώπου που πιστεύει πως η οικονομική ισχύς αρκεί για να ελέγξει τους πάντες και τα πάντα. Με επιβλητική σκηνική παρουσία και υποδόριο χιούμορ, δημιουργεί έναν χαρακτήρα που κινείται διαρκώς ανάμεσα στη σάτιρα και στην κοινωνική παρατήρηση.

Δίπλα του, η Χαρις Αλεξίου ως σύζυγος του Κασσανδρή, αποδίδει ανά στιγμές με απολαυστική ακρίβεια την υπερβολική αυτοπεποίθηση και την κοινωνική επίδειξη της ηρωίδας. Αξίζει να σημειωθεί η ενδιαφέρουσα επιλογή του Καραθάνου, σε ένα ακόμα ρέκβιεμ, να τη βάλει να πλησιάσει το μικρόφωνο, να το δοκιμάσει, και τελικά να αφήσει τον Άγγελο Παπαδημητρίου να τραγουδήσει το Μεγάλο Μυστικό Μου.

Η Ζέτα Μακρυπούλια στον ρόλο της Υβόννης αξιοποιεί με εξαιρετική ακρίβεια τη γοητεία και την κωμική της ευχέρεια, δημιουργώντας μια ηρωίδα που κινείται με άνεση ανάμεσα στην επιτήδευση, την κοινωνική φιλοδοξία και την απατηλή κοσμικότητα. Διαθέτει ρυθμό, θεατρική ευφυΐα και μια σκηνική λάμψη που ταιριάζει ιδανικά στην αισθητική της παράστασης.

Η Ιωάννα Μαυρέα, ως μητέρα της Υβόννης, λειτουργεί συμπληρωματικά, δημιουργώντας μαζί με τη Μακρυπούλια ένα απολαυστικό θεατρικό δίδυμο. Με κωμικές αποχρώσεις αποδίδει σε μεγάλο βαθμό την κοινωνική επιβίωση των χαρακτήρων τους με τρόπο παιγνιώδη.

Ξεχωριστή υπήρξε και η παρουσία του Άγγελου Παπαδημητρίου ως θείας Ματίνας. Ο Παπαδημητρίου μετατρέπει κάθε του εμφάνιση σε μικρό θεατρικό γεγονός, συνδυάζοντας το χιούμορ, την υπερβολή και τη συγκινησιακή ευαισθησία με μοναδικό τρόπο. Η σκηνή όπου ερμηνεύει το «Μεγάλο Μυστικό Μου» είναι μια σκηνή γεμάτη τρυφερότητα, ειρωνεία και νοσταλγία.

Οι ερμηνείες των Γιάννη Κότσιφα,  Μίμη Φραγκόπουλου, Αλέξανδρου Σκουρλέτη,  Ιωάννας Μπιτούνη και Θάνου Μαγκλάρα κινήθηκαν με εξαιρετική ισορροπία ανάμεσα στο κωμικό στοιχείο και στη συγκινησιακή λεπτότητα ενισχύοντας την αίσθηση συλλογικής δημιουργίας που θύμιζε τους μεγάλους θιάσους του ελληνικού κινηματογράφου και ταυτόχρονα υπογράμμιζε την αξία της σύγχρονης θεατρικής συνάντησης.

Ιδιαίτερα καθοριστική για την ατμόσφαιρα της παράστασης υπήρξε και η σκηνογραφική δουλειά του Κωνσταντίνου Σκουρλέτη, η οποία λειτούργησε σαν ένας ζωντανός μηχανισμός μνήμης και μεταμόρφωσης. Το σκηνικό άλλαζε διαρκώς μορφές, μεταφέροντας το κοινό από τα σπίτια και τις αυλές, στις γιορτές και στις καλοκαιρινές εικόνες της ταινίας, χωρίς να χάνει την αισθητική του συνοχή. Οι φωτισμοί, τα χρώματα και οι σκηνικές μεταβάσεις δημιουργούσαν στιγμές που έμοιαζαν άλλοτε με λαϊκό πανηγύρι κι άλλοτε με κινηματογραφικό μιούζικαλ, ενώ ακόμη και το περίφημο θαλάσσιο σκι της Τζένης είχε έντονη θεατρικότητα και χιούμορ.

Η «Τζένη Τζένη» του Καραθάνου υπήρξε τελικά κάτι πολύ περισσότερο από μια επιτυχημένη διασκευή ενός αγαπημένου έργου. Υπήρξε μια παράσταση βαθιά ελληνική, γεμάτη φως, μουσική, συγκίνηση και αγάπη για την τέχνη των ηθοποιών. Ένα μεγάλο θεατρικό αφιέρωμα στον ελληνικό κινηματογράφο και στους ανθρώπους του· μια παράσταση που θύμισε πως οι εικόνες, οι φωνές και τα πρόσωπα των μεγάλων Ελλήνων ηθοποιών εξακολουθούν να κατοικούν μέσα στη συλλογική μας μνήμη. Μέσα από τη σκηνοθετική ματιά του Καραθάνου, το θέατρο έγινε χώρος μνήμης, και συγκίνησης· ένας τόπος όπου το ελληνικό σινεμά συνέχισε να ζει, να τραγουδά και να φωτίζει το κοινό με την ίδια διαχρονική ζεστασιά.

 

Συντελεστές

Πρωτότυπο κείμενο: Κώστας Πρετεντέρης, Ασημάκης Γιαλαμάς

Σκηνοθεσία – σύλληψη: Νίκος Καραθάνος

Διασκευή – δραματουργική επεξεργασία: Γιάννης Αποσκίτης

Σκηνικά: Κωνσταντίνος Σκουρλέτης

Κοστούμια: Άγγελος Μέντης

Μουσική: Άγγελος Τριανταφύλλου

Σχεδιασμός ήχου-ηχοληψία :  Νικόλας Καζάζης

Φωτισμοί: Ελίζα Αλεξανδροπούλου

Κίνηση: Αμάλια Μπένετ

Βοηθοί Σκηνοθέτη: Δημήτρης Σταυρόπουλος & Ορέστης Σταυρόπουλος

Διεύθυνση παραγωγής: Έφη Πανουργιά

Επικοινωνία – Γραφείο Τύπου: Μαρία Τσολάκη

Social Media – Διαφήμιση: Renegade Media, Βασίλης Ζαρκαδούλας

Συμπαραγωγή: Τεχνηχώρος Θεατρικές Παραγωγές

Το ΣΚΟΥΤΑΡΕΪΚΟ
· Τζένη Σκούταρη: Γαλήνη Χατζηπασχάλη
· Κοσμάς Σκούταρης: Νίκος Καραθάνος
· Ματίνα Σκούταρη: Άγγελος Παπαδημητρίου

Το ΚΑΣΑΝΔΡΕΪΚΟ
· Νίκος Μαντάς: Χρήστος Λούλης
· Ντιάνα Κασανδρή: Χάρις Αλεξίου
· Μίλτος Κασανδρής: Κώστας Μπερικόπουλος

ΟΙ ΑΜΕΡΙΚΑΝΕΣ
· Υβόννη Καρίπη: Ζέτα Μακρυπούλια
· Κλάρα Καρίπη: Ιωάννα Μαυρέα

ΑΛΛΑ ΠΡΟΣΩΠΑ
· Ανδρέας Δερμέζης, Στράτος, μπράβος: Γιάννης Κότσιφας
· Μίμης Φραγκόπουλος, νησιώτης, αστυνομικός: Αλέξανδρος Σκουρλέτης
· Σοφία η υπηρέτρια: Ιωάννα Μπιτούνη
Μπράβος, Παππάς, Εφοπλιστής :Θάνος Μαγκλάρας

ΜΟΥΣΙΚΟΙ ΕΠΙ ΣΚΗΝΗΣ
Πιάνο τρομπόνι Βασίλης Παναγιώτοπουλος
Βιμπραφωνο κρουστά Βαγγέλης Παρασκευαΐδης
Κλαρινέτο σαξόφωνο Αλέξης Στενακης
Κοντραμπάσο Δημήτρης Τιγκας

Σχολιάστε

Θέατρο - mytheatro.gr