fbpx

Είδαμε το “Τανκ – Όλη Νύχτα Εδώ” στο θέατρο Τέχνης – Κριτική της Παράστασης

Η ομάδα RMS MATAROA διερευνά τα γεγονότα της εξέγερσης του Πολυτεχνείου σε μια παράσταση με τίτλο “Τανκ – Όλη Νύχτα Εδώ”  που σκηνοθετεί ο Μάνος Βαβαδάκης. Μια προφορική ιστορία της Εξέγερσης του Πολυτεχνείου με ογδόντα τέσσερις μαρτυρίες-συνεντεύξεις από ισάριθμους αφηγητές αποτέλεσαν το έργο του ιστορικού Ιάσονα Χανδρινού, επιστημονικού συνεργάτη του Πανεπιστημίου του Ρέγκενσμπουργκ στη Βαυαρία με τίτλο «Όλη νύχτα εδώ –  Μια προφορική ιστορία της Εξέγερσης του Πολυτεχνείου», που γίνεται η βάση της παράστασης στο θέατρο Τέχνης της οδού Φρυνίχου.

  • Κείμενο Κάτια Σωτηρίου
  • Ημερομηνία Δημοσίευσης 13/3/2024

Πενήντα χρόνια μετά από τα γεγονότα του Πολυτεχνείου και με τη μνήμη ακόμα ζωντανή, το βιβλίο προσφέρει τη μεγαλύτερη ιστορική και πολυπληθέστερη συστηματική συγκέντρωση μαρτυριών για το ζήτημα. Συγκεντρώνει μαρτυρίες από γυναίκες και άντρες, φοιτήτριες και φοιτητές, συνδικαλιστές του αντιδικτατορικού φοιτητικού κινήματος, μέλη παράνομων οργανώσεων, μαθητές, εργάτες, διαδηλωτές που τραυματίστηκαν από σφαίρες, αυτόπτες μάρτυρες και στρατιωτικούς. Οι συνεντεύξεις πραγματοποιήθηκαν από τον Ιάσονα Χανδρινό από το 2010 έως το 2019, και σύμφωνα με τον συγγραφέα, απομαγνητοφωνήθηκαν και συντάχθηκαν από τον ίδιο και επεξεργάστηκαν σε δεύτερο χρόνο από τους αφηγητές.

Το Πολυτεχνείο αντιπροσωπεύει το αποκορύφωμα ενός σκληρού και γενναίου αγώνα, με αίτημα για δημοκρατία και ελευθερία, που πνίγηκε στο αίμα με την είσοδο του Τανκ στο Πολυτεχνείο. Εν μέσω μιας ηρωικής σύγκρουσης με το κατεστημένο, που εκδηλώθηκε με άμεσες σωματικές συγκρούσεις, αξίζει να σημειωθεί ότι η φράση «Όλη νύχτα εδώ» προήλθε ως γνήσια κραυγή συσπείρωσης την πρώτη νύχτα της κατάληψης. Μια αποτυπωμένη στιγμή σε μια φωτογραφία εκείνης της εποχής ενισχύει περαιτέρω τη σημασία της. Αυτή η συνοπτική και κατάλληλη έκφραση περικλείει την εμφάνιση ενός συλλογικού συναισθήματος αντίθεσης προς μια καταπιεστική αρχή, μια δύναμη τόσο συντριπτική που θα μπορούσε να υποταχθεί μόνο από τη δύναμη των τεθωρακισμένων αρμάτων.

Σε μια συγκινητική επίδειξη πολιτικού συμβολισμού, ο σκηνοθέτης, μαζί με το ταλαντούχο δίδυμο Κατερίνας Παπανδρέου και Κατερίνας Πατσιάνη, προσπαθεί να εξιστορήσει σχολαστικά τα συχνά παραποιημένα και παρεξηγημένα γεγονότα εκείνου του κομβικού τετραήμερου. Μέσα από την παράστασή τους, οι τρεις ερμηνευτές ξεκινούν μια βαθιά εξερεύνηση της αλήθειας της ιστορίας, με στόχο να διαλύσουν τους μύθους και τις παρανοήσεις που θόλωναν την κατανόησή μας. Στην παράσταση παρουσιάζονται οι αντίθετες απόψεις που επικράτησαν μέσα στο Πολυτεχνείο, γίνεται αναφορά στις – πολλές αριστερές – παρατάξεις, στους εργάτες, μαθητές, στον απλό κόσμο που συμμετείχε με κάθε τρόπο στον αγώνα.

Σε ένα λιτό και απλό σκηνικό χώρο επιμελημένο από  και αποτελούμενο από λίγα σκηνικά αντικείμενα, με το τεράστιο τανκ να δεσπόζει στο κέντρο της σκηνής και νεράντζια πεταμένα παντού, η τριάδα των ηθοποιών,  με τα λιτά της μέσα – ένα πικάπ, μια κιθάρα, δίσκους βινυλίου και μπλε τετράδια,  συναρπάζει αριστοτεχνικά, ανακινεί και προκαλεί μια ανατριχιαστική αίσθηση, εκσυγχρονίζοντας τελικά τη βαθιά ουσία που μεταφέρθηκε το ’73, παρακάμπτοντας επιδέξια τους πιθανούς κινδύνους που ενυπάρχουν σε μια τόσο τολμηρή προσπάθεια. Εμβαθύνοντας στη σφαίρα της ιστορικής αναπαράστασης, οι τρεις  ερμηνευτές κινούνται πέρα ​​από τα όρια των μύθων, των στερεοτύπων και των απλών αντανακλάσεων του παρελθόντος. Ένα από τα πιο καίρια ευρήματα της παράστασης είναι η επαναλαμβανόμενη απεύθυνση στο κοινό με τις φράσεις «Εσύ θυμάσαι πού ήσουν στις 17 Νοέμβρη;» ή «Τι έκανες στην χούντα, παππού;», θέτοντας το θεατή όχι μόνο συμμέτοχο της αφήγησης, αλλά κυρίως αντιμέτωπο με τις δικές του μνήμες, βιώματα και εικόνες για εκείνη την ταραγμένη περίοδο. Στην παράσταση, υπάρχει μια πληθώρα αφηγήσεων που περιγράφουν λεπτομερώς τις οδυνηρές ιστορίες ατόμων που έπεσαν θύματα των θυελλωδών γεγονότων που εκτυλίχθηκαν, τις εκτελέσεις ανθρώπων από ακροβολισμένους σκοπευτές και αστυνομικούς ,αλλά στιγμές έρωτα, νεανικής ορμής και αλληλεγγύης.

Αυτές οι καλειδοσκοπικές αφηγήσεις περικλείουν μια ολόκληρη εποχή, προσφέροντας μια ματιά στην πραγματική όψη της Χούντας, της οποίας οι απαίσιοι χειριστές βασάνισαν αλύπητα τους τραυματίες, ακόμη και μέσα στα νοσοκομεία. Ρίχνουν επίσης φως στη συγκινητική αλληλεγγύη που διαπέρασε αθόρυβα την ατμόσφαιρα, προερχόμενη από τις καλοπροαίρετες ψυχές των γιατρών, νοσηλευτών, συγγενών, έμπιστων και συντρόφων, που ανιδιοτελώς πρόσφεραν την υποστήριξή τους χωρίς να ζητήσουν αναγνώριση ή διακρίσεις. Μια αναπόσπαστη πτυχή, που προσδίδει μεγάλη σημασία στην αφήγηση, έγκειται στις ζωντανές περιγραφές της συλλογικής δέσμευσης των μαθητών. Αξιοσημείωτο είναι ότι ακόμη και έφηβοι ηλικίας 14 έως 15 ετών παρέμειναν ακλόνητοι μέσα στα όρια του Πολυτεχνείου, οχυρώνοντας τις εισόδους του, χτυπώντας αποφασιστικά τις σιδερένιες ράβδους σε ρυθμική αντήχηση, με τόλμη προς τα οδοφράγματα και αντιμετωπίζοντας άφοβα την επίθεση των σφαιρών.

Ο θεατής μπαίνοντας στην αίθουσα παρατηρεί από νωρίς – ενώ οι τρεις ερμηνευτές με μικρές ιστορίες και απευθύνσεις ξεκινούν πριν την επίσημη έναρξη της παράστασης την εισαγωγή του θεατή στην ατμόσφαιρα – ένα ομοίωμα της Βέμπο στο θεωρείο του θεάτρου να θυμίζει εκείνο το βράδυ της εξέγερσης. Τη βραδιά του Πολυτεχνείου η Σοφία Βέμπο βρισκόταν στο διαμέρισμα της επί της οδού Στουρνάρη και παρακολουθούσε τα τανκς από το μπαλκόνι της να εισβάλλουν στο εκπαιδευτικό ίδρυμα. Λίγο αργότερα κατέβηκε στην είσοδο της πολυκατοικίας της, άνοιξε την πόρτα και έβαλε μέσα, στο σπίτι της, όσους φοιτητές έβλεπε να περνάνε αλαφιασμένοι από μπροστά της. Η κίνηση της αυτή μαθεύτηκε, διαδόθηκε αμέσως και έτσι η Ασφάλεια χτύπησε το κουδούνι της. Η ίδια αρνήθηκε ότι συμβαίνει κάτι και οι ασφαλίτες αποχώρησαν – ποιος θα τολμούσε, άλλωστε, να πειράξει την Τραγουδίστρια της Νίκης; Αυτή η ιστορία ακούγεται στην παράσταση – ωστόσο το ίδιο το ομοίωμα της να κοιτά προς το τανκ, και τα τραγούδια της που παίζονται στο μικρό φορητό πικαπ πάνω στη σκηνή δημιουργούν συναισθηματική φόρτιση από την αρχή.

Η  σκηνοθεσία του Μάνου Βαβαδάκη προσδίδει στην παράσταση τη δέουσα πολιτική προοπτική επιτυγχάνοντας τη δραματική μετουσίωση των γεγονότων, ξεφεύγοντας από την ψυχρότητα του ντοκουμέντου, και επιλέγοντας μια φόρμα οικεία, απλή και βαθιά συγκινητική. Η παράσταση χαρακτηρίζεται από την άμεση αίσθηση του πραγματικού, την ευθεία επικοινωνία με το κοινό, την ομαδική απόδοση και αφετέρου τη λειτουργική ασπόνδυλη δραματουργική κατασκευή. Τα πραγματικά γεγονότα σε συνδυασμό με τα καθαρά «θεατρικά» στοιχεία, παρότι δεν μετουσιώνονται σε ενιαία σύνθεση, παρουσιάζουν ενότητα χάρη στη δεξιοτεχνία αυτής της κατασκευής.

Οι χειμαρρώδεις και καθηλωτικές μαρτυρίες που παρουσιάζονται στην παράσταση, αναβίωσαν το ιστορικό και πολιτικό πλαίσιο της εκείνης εποχής φέρνοντας εικόνες και γεγονότα από την κατάληψη της Νομικής μέχρι και την επόμενη μέρα της εισβολής του τανκ στο Πολυτεχνείο. Αυτό το έργο ανεβαίνει με όλη την απλότητα που απαιτεί η παρουσίαση ενός ντοκουμέντου, οι διαφορετικές πλευρές παρουσιάζονται με διακριτό υποκριτικό ύφος και έτσι η παράσταση χαρακτηρίζεται  μεν από τη λιτότητα εκφραστικών μέσων αλλά και την ελευθερία και ζωντάνια που προκύπτει από την νεότητα των τριών ερμηνευτών, αλλά και την άδολη και πηγαία συγκίνηση και των ίδιων, ειδικά στα τελευταία λεπτά,  που εύλογα περνά και στο κοινό.

Και με έναν ευφυή τρόπο τα τελευταία λεπτά της παράστασης μας φέρνουν στο σήμερα. Ο εορτασμός της εξέγερσης του Πολυτεχνείου τείνει να γίνει μια άνευρη σχολική γιορτή με ελάχιστο νόημα για τα παιδιά. Οι ανεκπλήρωτοι στόχοι του Πολυτεχνείου δένουν απόλυτα με τα σύγχρονα ζητήματα.. οι τρεις ερμηνευτές γράφουν τα σύγχρονα συνθήματα – αιτήματα σε χαρτιά: η ΔΗΚΕΟΣΗΝΙ, το αίτημα οι βιαστές να είναι φυλακή, οι γυναικοκτονίες, η κοινωνική αδικία, τα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ, το αίτημα για αγάπη, έρχονται να γίνουν όλα εκείνα τα κομμάτια του σύγχρονου παζλ της Ελευθερίας , βασικού αιτήματος του αγώνα του Πολυτεχνείου, φορτίζοντας ιδιαίτερα την ατμόσφαιρα, μεταφέροντας όμως ταυτόχρονα και το αίτημα των νέων σήμερα που δεν έχουν ακόμα συμφιλιωθεί με την περιρρέουσα ασκήμια. Έτσι η παράσταση καταλήγει σε μια γενεαλογική δυναμική που λειτουργεί επαναπροσδιορίζοντας το νόημα του παρελθόντος με το οποίο συνδέεται η ταυτότητα της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας.

Σε μια εποχή που η συλλογική μνήμη πλήττεται και συντονίζεται με την αισθητική του παρόντος, παραστάσεις σαν το «Τανκ-Ολη τη νύχτα εδώ» είναι όχι μόνο απαραίτητες, αλλά θα έπρεπε να πλημμυρίζουν από μαθητές και φοιτητές, από γονείς με τα νεαρά παιδιά τους. Και καθώς το επίσημο κράτος αγνοεί επιδεικτικά την ιστορική επέτειο, η ύπαρξη αυτής της παράστασης γίνεται ακόμα πιο σημαντική. Να τη δείτε οπωσδήποτε.

Σχολιάστε

Θέατρο - mytheatro.gr