Η αγάπη άργησε μια μέρα – Θέατρο Αργώ

*κριτική της παράστασης από την Κάτια Σωτηρίου

Το εμβληματικό έργο της Λιλής Ζωγράφου «Η αγάπη άργησε μια μέρα» παρουσιάζεται στο θέατρο Αργώ, σε σκηνοθεσία Ένκε Φεζολλάρι.

Το έργο
Σε μια αγροτική περιοχή της Κρήτης τέσσερις γενιές γυναικών της οικογένειας Φτενούδου, ζουν κάτω από την σκιά της πατριαρχικής καταπίεσης κατά τη διάρκεια του πολέμου (1944). Ο θηριώδης πατέρας-αφέντης της φαμίλιας αργοπεθαίνει και η ζωή για τη μάνα και τις πέντε θυγατέρες της εξελίσσεται γύρω από το θλιβερό μοτίβο του επικείμενου θανάτου. Κι ενώ ο θάνατος κυριαρχεί στο σπίτι, στο υπόγειο κυριαρχεί η ζωή. Η πεντάμορφη Ερατώ, η μικρότερη κόρη, ερωτεύεται έναν νεαρό Ιταλό που κρύβεται στο υπόγειο του σπιτιού των Φτενούδων. Μαζί του ανακαλύπτει τη μαγεία του έρωτα. Σύντομα η μητέρα της, η Εριφύλη, ανακαλύπτει ότι η αγαπημένη της κόρη είναι έγκυος. Η τραγωδία της οικογένειας αρχίζει. Η Εριφύλη και η μεγαλύτερη κόρη, η Ασπασία, φυγαδεύουν τον απροσδόκητο εισβολέα και καταστρώνουν ένα σατανικό σχέδιο. Αυτή που θα «γεννήσει» τον καρπό του παράνομου έρωτα δεν θα είναι η Ερατώ, αλλά η Εριφύλη. Η γέννηση του παιδιού της Ερατώς, που δηλώνεται ως παιδί της Εριφύλης, συμπίπτει με το θάνατο του Μιχαήλου. Τα ηνία της οικογένειας αναλαμβάνει η πρωτοθυγατέρα, η Ασπασία…


Η Λιλή Ζωγράφου έχτισε τη δική της Μπερνάρντα ‘Αλμπα σκύβοντας πάνω από το φασισμό των ανθρώπινων σχέσεων, και κυρίως τη βία, σωματική και ψυχολογική, που υφίστανται οι γυναίκες στις κλειστές κοινωνίες. Η ιστορία της Ερατούς, στην οποία επικεντρώνεται το βιβλίο, είναι η ιστορία της καταπίεσης των γυναικών μέσα σε μια μυθιστορηματική φόρμα, που αφήνει περιθώρια σε έναν εμπνευσμένο σκηνοθέτη να τη μεταφέρει στη σκηνή. Είναι έντονη η σύνδεση με το γυναικείο στερεότυπο, το οποίο επιβάλει στις γυναίκες να πειθαρχούν σε συγκεκριμένους κανόνες, προσδιορίζοντας όχι μόνο την ηθική τους στάση, τις ασχολίες, και τις αγροτικές εργασίες αλλά και τον κοινωνικό ρόλο της μητρότητας.

Οι γυναίκες και οι σχέσεις τους κατακλύζονται από συναίσθημα. Αντίθετα, οι άντρες και οι σχέσεις τους ανήκουν στη σφαίρα της λογικής και είναι πολιτισμικές, με το συναίσθημα να υποδηλώνει κάτι κατώτερο και ουσιαστικά γυναικείο, αλλά με την υποτιμητική έννοια του όρου. Έτσι, γυναίκες και συναισθήματα εξισώνονται συμβολικά, ενώ αν και εμφανίζονται απόλυτα εναρμονισμένες με το συναίσθημα, περιθωριοποιούνται εκτός κοινωνικής δομής και η μόνη τους σύνδεση με αυτή είναι κατ’ αποκλειστικότητα μέσω των αντρών, ειδικά στις πιο κλειστές κοινωνίες, που η τιμή καθορίζεται από την πατριαρχική κοινωνική τάξη και επιταγή.

Έτσι, η κεντρική ηρωίδα, με το όνομα που την κάνει ξεχωριστή και αξιέραστη, γίνεται το οικογενειακό όνειδος, αλλά ταυτόχρονα και η μόνη πηγή ελπίδας, ως μια γυναίκα που τολμά να αγαπήσει, να ξεπεράσει τις απάνθρωπες κοινωνικές επιταγές, αλλά και που τελικά, ως φωνή ασυμβίβαστη της συλλογικής συνείδησης, θα εκφράσει όσα οι άλλοι δεν τολμούν, με μια απαρασάλευτη ανάγκη και επιμονή να καταγγείλει ό,τι περιορίζει την ανθρώπινη ελευθερία. Η ιστορία της Αμαλίας, κόρης της Ερατούς, που παρουσιάζεται ως παιδί της γερασμένης πια μάνας Εριφύλης, για να μην καταστραφεί η τιμή της οικογένειας, τοποθετεί το ενδιαφέρον στην τροχιά ενός διακεκριμένου αντίπαλου δέους και περιχαρακώνεται στο διπολικό σχήμα της ψευδαίσθησης και της ανάγκης για κοινωνική αναγνωρισιμότητα και επιτυχία, με κάθε προσωπικό κόστος.

Η παράσταση

Η θεατρική διασκευή αφήνει χώρο στον υπέροχο λόγο της Ζωγράφου. Οι αφορισμοί της, αλλά και η λογοτεχνική της περιγραφή ζωντανεύουν από τις αφηγήσεις των γυναικών… «Τι θα πει ελευθερία; Μα η αθωότητα να μη γνωρίζεις την ασκήμια των ανθρώπων. Μόνο ως τότε είσαι λεύτερος«. Η σκηνοθεσία του Ένκε Φεζολλάρι αποπνέει κυρίως σεβασμό στο λόγο και την ουσία του. Ήδη από την εναρκτήρια σκηνή, με τις γυναίκες, οι ίδιες σαν «αραχνοΰφαντες μουσελίνες που πλέανε στο κενό ξεκολλημένες από τον ουρανό», γίνεται άμεσα αντιληπτή η βαθιά αγάπη του σκηνοθέτη για το κείμενο, και η βαθιά του προσήλωση στις θεματικές του έργου.
Ο Φεζολλάρι, και πάλι αριστεύει στο πεδίο της χαρακτηρολογίας και της καθοδήγησης του θιάσου: αφαίρεσε τα δευτερεύοντα πρόσωπα που συνδέουν τις γυναίκες του σπιτιού με τον έξω κόσμο, εντείνοντας την αίσθηση του εγκλεισμού και του αποκλεισμού, και επέλεξε ένα αμιγώς γυναικείο καστ, ακόμα και για τους λίγους άνδρες του έργου, είτε αφήνοντας τους κρυμμένους στο μισοσκόταδο των αφηγήσεων, είτε παρουσιάζοντας τους με μια συνειδητά βίαιη τραχύτητα αλλά και ως ανδρείκελα, που φυλακισμένα κι εκείνα σε έναν κοινωνικό ρόλο προσπαθούν να ανταποκριθούν ανεπιτυχώς και μονόπλευρα στις απαιτήσεις των άλλων.
Η δραματική ένταση, που ξέρει να δημιουργεί ο σκηνοθέτης και να συντηρεί με την ζωτικότητα των ηθοποιών κρατά και τη συναισθηματική ένταση σε υψηλά επίπεδα, και οδηγεί σε μια σταδιακά κλιμακούμενη φόρτιση του θεατή. Σε αυτό συντελεί και η ανάδειξη των διπόλων στις σχέσεις των γυναικών, έτσι ώστε να γίνονται πιο αδροί οι αρμοί του δράματος .

Οι ερμηνείες 

Και οι εφτά γυναίκες λειτουργούν ως καλοκουρδισμένα όργανα μιας υφολογικά ισορροπημένης ορχήστρας.
H Αιμιλία Υψηλάντη ενσαρκώνει την Εριφύλη με λεπτότητα και ευγένεια, τονίζοντας την ωριμότητα και τρυφερότητα της ηρωίδας της, και στέκεται σχεδόν σαν αντίποδας της μεγάλης της κόρης Ασπασίας.

Η Αθηνά Τσιλύρα, με σχεδόν κεκτημένη ταχύτητα από την Πνιγμονή, υποδύεται την Ασπασία, ένα πλάσμα «δηλητηριασμένο» από τη ζωή αλλά και «δηλητηριώδες», που είναι θύτης και θύμα, μια γυναίκα που τη σιχαίνεσαι και ταυτόχρονα τη λυπάσαι, μια γυναίκα που δεν έχει ηλικία «όπως οι άνθρωποι που δεν αγαπήθηκαν ποτέ». Ενδύεται τη μεγάλη αδερφή – τιμωρό του εαυτού της και των αδερφών της, που με ωμή και κυνική στάση απέναντι στις ανάγκες τους, προτιμά να τις διατηρεί φυλακισμένες, με μια βία εμμονική και αδιαπραγμάτευτη. Τόσο οι στιγμές υψηλής έντασης, όσο και οι πιο εσωτερικές στιγμές είναι ελεγχόμενες και ισορροπημένες. Η σκηνή της σιωπηλής κραυγής της είναι συγκλονιστική.

Η Κατερίνα Μισιχρόνη, υπέροχη ως Ερατώ, αποτυπώνει στην ερμηνεία της τη γνήσια αθωότητα, την ευαισθησία αλλά και την απλότητα ενός νεαρού πρωτόβγαλτου κοριτσιού, που οδηγείται βαθμιαία από την σκληρότητα της ζωής σε μια πιο κυνική στάση. Η ηρωίδα της, όμορφη και απλή, ουσιώδης και συναισθηματική, έρμαιο του παρορμητικού της ενστίκτου φτάνει στην ατομική συνειδητοποίηση και αποφασίζει να δώσει εκείνη το τέλος που αρμόζει στην απώλεια της ελευθερίας της. Παραφράζοντας τα λόγια του Αιμίλιου Χουρμούζιου, το τέλος της Ερατούς « δεν είναι ένα ηθικό συμπέρασμα ούτε μια κάθαρση. Είναι η ποιητική αυτοκτονία του ονείρου».

Η Μυρτώ Γκόνη, πλάθει μια ιδιαίτερα σαγηνευτική περσόνα που μαγνητίζει με την εμφάνιση, το λόγο και το βλέμμα της. Η ερμηνεία της είναι αρχικά πιο ηδυπαθής, όμως, σταδιακά, όπως ορίζει και η πορεία της ηρωίδας της, γίνεται ρωγμώδης και τελικά γήινη. Εξαίσια παρουσία.

Η Βασιλική Διαλυνά ως Εργίνη δίνει μια στέρεη και ουσιώδη ερμηνεία, ως μια γυναίκα που τάσσεται στο πλευρό της Ασπασίας και τελικά καλείται να παραμείνει πιστή στην οδυνηρή επιλογή της. Η Μαρία Καρακίτσου ως Αικατερίνη έχει την πρέπουσα αποφασιστικότητα και το δυναμισμό που απαιτεί ο ρόλος της αδερφής που βρίσκει το κουράγιο να αντιταχθεί στην Ασπασία. Οι δυο τους, στους ρόλους των αδερφών, αλλά και των εραστών της Αμαλίας χρησιμοποιούν τη δέουσα λεπτή ειρωνεία.

Λεπτοδουλεμένη και συναισθηματική η ερμηνεία της Μαρίας Αποστολακέα, που έπαιξε το «τέρας». Σημαντικό στοιχείο ότι δεν επιλέχθηκε – σωστά – να παραμορφωθεί εμφανισιακά η όμορφη ηθοποιός, αλλά κατάφερε με τα πλούσια εκφραστικά της μέσα να αποτυπώσει τη δυσμορφία της Πηνελόπης, τονίζοντας όμως ταυτόχρονα την άδολη ειλικρίνεια και την καλοσύνη του κοριτσιού που αν και γνώρισε την κακία του κόσμου, δεν τη ρούφηξε μέσα της.

Εξαιρετικό το σκηνικό της παράστασης από τον Γιώργο Λυντζέρη, με τα κουτιά των αναμνήσεων, με την ιστορία της οικογένειας και της κοινωνίας να ρίχνει μια βαριά σκιά στις ζωές των γυναικών. Με τον τρόπο αυτό το σπίτι γίνεται σύμβολο, ένα Υπερεγώ, κοινό για όλες τις γυναίκες που ζουν μέσα του και διαφορετικό για την καθεμία, σε ένα περιβάλλον στείρο, σκοτεινό σαν τάφος. Σε αυτό συντελεί και η επιλογή των μαύρων φορεμάτων των γυναικών, που δημιουργεί μια αίσθηση ακόμα πιο ασφυκτική για τις ζωές τους.

Οι φωτισμοί της παράστασης επιτείνουν την πένθιμη ατμόσφαιρα, ενώ η μουσική, όπως σε όλα τα έργα του Φεζολλάρι λειτουργεί συμπληρωματικά στο συναίσθημα, και επιτρέπει στο θεατή να βιώσει την ένταση και τη φόρτιση των σκηνών.


Στο σύνολο της πρόκειται για μια συγκινητική παράσταση, που διατηρεί το μεσογειακό λυρισμό, αλλά και τον ποιητικό ρεαλισμό του βιβλίου, τονίζοντας όμως τη βαναυσότητα του τεκμηρίου κοινωνικής αξίας, με την κοινή γνώμη ως δυνάστη της προσωπικής ζωής που οδηγεί στην επιβολή του φαίνεσθαι επί του είναι και τελικά στη δυστυχία. Είναι μια υπέροχη εικαστικά και ερμηνευτικά παράσταση που μυρίζει ανθρώπινη ανάσα, πόνο, και που σπαρταρά για αγάπη και ελπίδα. Ασφαλώς μια παράσταση που θα ξαναδούμε.

Συντελεστές


Διασκευή-Σκηνοθεσία: Ένκε Φεζολλάρι
Σκηνικά – Κοστούμια: Γιώργος Λυντζέρης
Πρωτότυπη Μουσική: Γιώτα Κοτσέτα
Δραματουργική επεξεργασία: Ναταλί Μηνιώτη
Βοηθός σκηνοθέτη: Δάφνη Λιανάκη
Φωτογραφίες: Πάνος Μαζαράκης

Παίζουν: Αιμιλία Υψηλάντη, Αθηνά Τσιλύρα, Κατερίνα Μισιχρόνη, Μυρτώ Γκόνη, Μαρία Καρακίτσου, Βασιλική Διαλυνά, Μαρία Αποστολακέα.

Θέατρο Αργώ
(Ελευσινίων 15, Αθήνα, 10437 Τηλ.: 210-5201684, e-mail: info@argotheater.gr)
Έναρξη παραστάσεων 31 Οκτωβρίου, κάθε Τετάρτη 19.00 Πέμπτη – Σάββατο 21.00 Κυριακή 19.00


Σας άρεσε αυτό που διαβάσατε; Τα σχόλια σας είναι ευπρόσδεκτα.

Μην ξεχνάτε επίσης ότι στα σχόλια μπορείτε να αφήσετε και την κριτική σας για παραστάσεις που έχετε δει
Σχόλια μπορείτε να αφήσετε και στις Κριτικές Θεάτρου 

Δείτε τη Σελίδα του mytheatro.gr στο FACEBOOK - Ακολουθήστε μας

, ,

No comments yet.

Αφήστε μια απάντηση