H Ποντικοπαγίδα, σκηνοθεσία Μανούσου Μανουσάκη

Παρουσίαση, Κριτική της Παράστασης Κάτια Σωτηρίου

«Η Ποντικοπαγίδα», της Αγκάθα Κρίστι έκανε την πρεμιέρα της στο West End στις 25, Νοεμβρίου 1952, γεγονός που σημαίνει ότι παίζεται συνεχώς για πάνω από 50 χρόνια – ένα απίστευτο επίτευγμα για κάθε θεατρικό έργο, και λόγος για τον οποίο οι παραγωγοί είναι δικαίως υπερήφανοι.

pontikopagida

Ξεκίνησε ως μικρό ραδιοφωνικό έργο το 1947 με τον τίτλο «Τρία τυφλά ποντίκια», ενώ πήρε το σημερινό της όνομα από έναν στίχο του Σαίξπηρ όταν μετεξελίχθηκε σε κανονικό θεατρικό έργο. Κατά τη διάρκεια των πρώτων 50 χρόνων, σύμφωνα με τις σημειώσεις του προγράμματος, πάνω από 10 εκατομμύρια άνθρωποι είδαν την παράσταση.
Μέρος της επιτυχίας έχει να κάνει με τη φήμη της θεατρικής συγγραφέως Αγκάθα Κρίστι. Το 1962 η UNESCO ανακοίνωσε ότι ήταν ο πιο πολυδιαβασμένος Βρετανός συγγραφέας στον κόσμο, ξεπερνώντας ακόμη και το Σαίξπηρ, ο οποίος ήρθε δεύτερος.

Η Υπόθεση

Ένα νέο ζευγάρι ανοίγει ένα πανδοχείο στην αγγλική εξοχή και καθώς περιμένουν τους τέσσερις πρώτους ενοίκους, η κακοκαιρία όλο και χειροτερεύει. Η είδηση ​​στο ραδιόφωνο στο Monkswell Manor αφορά μια δολοφονία που έλαβε χώρα πρόσφατα. Η Mollie και ο Giles Ralston, οι νέοι, πρόσφατα παντρεμένοι ιδιοκτήτες της άλλοτε σημαντικής περιουσίας που πρόσφατα μετατράπηκε σε ξενώνα, δεν προσέχουν ιδιαίτερα την είδηση. Είναι πάρα πολύ απασχολημένοι με την προετοιμασία για την άφιξη των πρώτων τους επισκεπτών, και με την ανησυχία ότι η χιονοθύελλα που μαίνεται έξω μπορεί να παρεμποδίσει την άφιξή τους.
Ο Κρίστοφερ Ρεν φθάνει πρώτος. Είναι ένας νεαρός άνδρας που μιλά με τους Ralstons με οικειότητα που καθιστά μάλλον άβολη την ατμόσφαιρα. Έπειτα φτάνει η κα Boyle, ένα γενικά δυσάρεστο πρόσωπο, που δεν είναι ικανοποιημένη με σχεδόν τίποτα και κανέναν.

pontikopagida1

Ακολουθεί ο κύριος Metcalf, ένας μεσήλικας άνδρας στρατιωτικών τρόπων, καθώς και η Μις Casewell, μια νεαρή γυναίκα που είναι αρκετά μυστηριώδης. Κι ενώ όλοι οι ένοικοι έχουν φτάσει, εμφανίζεται ένας απροσδόκητος επισκέπτης, ο κ Paravicini, αναγγέλλοντας ότι το αυτοκίνητό του έχει ανατραπεί σε μια χιονοστιβάδα.

Ο αστυνομικός που ερευνά την υπόθεση και φτάνει παρά την έντονη χιονόπτωση συμπληρώνει το καστ των ηρώων του έργου. Όλοι βρίσκονται αποκλεισμένοι απ’ τη χιονόπτωση στην πανσιόν. Γρήγορα, θα διαπιστώσουν ότι ανάμεσά τους βρίσκεται και ένας δολοφόνος, ο οποίος έχει σκοτώσει μια γυναίκα την προηγούμενη ημέρα και ο οποίος διαθέτει ξεχωριστή ευφυΐα και μεγάλη επιμονή. Ο δολοφόνος συνοδεύει τις πράξεις του με ένα μακάβριο μοτίβο «Τα τρία τυφλά ποντικάκια», ένα παιδικό τραγούδι που έχει κάποια μυστηριώδη σχέση με τον δολοφόνο και τα θύματά του.

pontikopagida2

«Η Ποντικοπαγίδα», είναι ένα έργο που επικεντρώνεται σε πολλαπλά θέματα, τα οποία περιλαμβάνουν το θάνατο, την αδικία, την τάξη και τη λογική. Το θέμα του θανάτου συνδέει τις σκηνές και τις δραστηριότητες του έργου. Ο θάνατος προαναγγέλλει τη μετάβαση και προωθεί την πλοκή. Ο θάνατος μιας γυναίκας οδηγεί στο θάνατο των άλλων, και αποκαλύπτει τα μυστικά των ηρώων. Τα θύματα συνδέονται μεταξύ τους, όπως και οι αιτίες του κάθε θανάτου. Και ενώ λοιπόν με αυτό το υπόβαθρο θα περίμενε κανείς ένα συναρπαστικό έργο μυστηρίου, που αγγίζει τα όρια του θρίλερ, η Ποντικοπαγίδα είναι κάτι πολύ περισσότερο από αυτό. Είναι ένα έργο που συνδυάζει αριστοτεχνικά το λεπτό αγγλικό χιούμορ, την ειρωνεία, αλλά και το μυστήριο, με συνεχείς εναλλαγές στην ατμόσφαιρα και τα συναισθήματα, γεγονός που δρα ευεργετικά για το θεατή, που χρειάζεται και διαλλείματα από τη συνεχή εμπλοκή με τους ήρωες, και την αγωνία για τη διαλεύκανση της υπόθεσης. Δε θα ήταν παράτολμο να πει κανείς ότι πρόκειται για μια αριστοτεχνική κομεντί μυστηρίου, που βασίζει τη μεγάλη της δραματουργική επιτυχία στο ιδιαίτερο γράψιμο της Άγκαθα Κρίστι.

Το φετινό καλοκαίρι, η Ποντικοπαγίδα σε σκηνοθεσία Μανούσου Μανουσάκη συνεχίζει την εξαιρετική της πορεία, με μικρές αλλαγές στο καστ, που φέρνουν νέα πνοή στο έργο. Ο Μανούσος Μανουσάκης έχει ήδη δείξει τα διαπιστευτήρια του στις ιστορίες μυστηρίου τόσο στην τηλεόραση όσο και στο θέατρο, και καταφέρνει και στην περίπτωση της Ποντικοπαγίδας να αποδώσει το πνεύμα της συγγραφέως, τονίζοντας την ειρωνική της διάθεση, αλλά και υποστηρίζοντας τις στιγμές αγωνίας της ιστορίας. Στο πρώτο μέρος του έργου οι ρυθμοί είναι κάπως πιο αργοί, επηρεασμένοι ίσως και από τη στατικότητα και τον περιορισμό που προσφέρει το σκηνικό τους σαλονιού της πανσιόν, ωστόσο στο δεύτερο μέρος καταφέρνει να πετύχει πιο γρήγορες εναλλαγές και να αποδώσει τόσο την ειρωνεία όσο και το φόβο πολύ επιτυχημένα.

Κριτική της Παράστασης

Τα σκηνικά και κουστούμια της Δέσποινας Βολίδη είναι πολύ πιστά τόσο στο έργο, όσο και στα αγγλικά του ανεβάσματα. Οι φωτισμοί είναι σωστοί και ακριβής, ενώ η μουσική περιορίζεται στο μοτίβο των «τριών ποντικιών» που είναι αναγκαίοι για την εξέλιξη της πλοκής.


Η Αγγελική Δαλιάνη αναλαμβάνει το ρόλο της Μόλι, και καταφέρνει να τον φέρει σε πέρας χωρίς υπερβολές, αλλά και χωρίς εξάρσεις. Είναι αρκετά καλή στις αγωνιώδεις σκηνές, ενώ κρατά καλή ισορροπία στις κωμικές της σκηνές, και είναι πολύ ζεστή και ανθρώπινη στην επικοινωνία της με τους υπόλοιπους του καστ, δημιουργώντας την αίσθηση συνοχής επί σκηνής. Ο Μάνος Παπαγιάννης είναι επίσης άνετος, και κατορθώνει να περάσει στο κοινό επιτυχημένα τη χημεία του με την Δαλιάνη, ενώ ανταποκρίνεται και στις εναλλαγές του ρόλου του με ικανοποιητικό τρόπο.

Η Όλγα Πολίτου έχει το πλεονέκτημα μιας βαθιάς, ζεστής φωνής που σε κερδίζει αμέσως. Κινείται με εξαιρετική άνεση στη σκηνή ως κυρία Μπόιλ, και περνά στο κοινό τη μεγάλη της εμπειρία και την ικανότητα της να πλάθει σωστά τους ρόλους της. Είναι επίσης πολύ καλή στην εναλλαγή μεταξύ των κωμικών στιγμών της, και κατορθώνει να κάνει συμπαθή μια κατά τα άλλα ανυπόφορη ηρωίδα.

Ο Γιώργος Ματαράγκας είναι σωστός και στοιβαρός, δίνοντας μια μετρημένη ερμηνεία. Έχει εξάλλου και το ρόλο του συνταξιούχου αστυνομικού με τις λιγότερες κωμικές αποχρώσεις στο έργο. Ο Πέτρος Ξεκούκης στο ρόλο του Παραβιτσίνι είναι σαφώς η πιο κωμική νότα στο έργο, αν και όταν το απαιτεί ο ρόλος του περνά άνετα σε επίπεδα σοβαρότητας, γεννώντας ερωτήματα για την αθωότητα του ή μη.

Ο Λεονάρντο Σφοντούρης στο ρόλο του Κρίστοφερ είναι απολαυστικός. Δίνει ιδιαίτερη ενέργεια στη σκηνή με την κίνηση του, και δημιουργεί εντάσεις, ενώ κατορθώνει να περάσει το νευρωτικό χαρακτήρα του ήρωα του με ιδιαίτερη γλυκύτητα. Είναι επίσης εξαιρετικός στις αλληλεπιδράσεις του με τους υπόλοιπους του καστ, ιδιαίτερα με την Πολίτου – Μπόιλ, προκαλώντας γέλιο με την ελαφριά κωμική διάθεση του.

pontikopagida3Η Κάτια Νικολαίδου είναι επίσης πολύ σοβαρή στην ερμηνεία της, και παρά το λίγο «φορτωμένο» ντύσιμο της, ισορροπεί με μεγάλη ακρίβεια ανάμεσα στο αισθησιακό στοιχείο και την αγωνία της ηρωίδας της.


Ο Λευτέρης Δημηρόπουλος είναι εξαιρετικός στο ρόλο του αστυνόμου Τρότερ, με εύστοχες εναλλαγές στο ρυθμό και το λόγο του, και ιδιαίτερη ακρίβεια στις στιγμές έντασης και αγωνίας. Βρίσκει τις ισορροπίες που απαιτούνται και αποδίδει απόλυτα τον πολυδιάστατο ρόλο του.

Η παράσταση του Μανούσου Μανουσάκη είναι σίγουρα μια καλή επιλογή για κάποιον που θέλει να δει μια αξιοπρεπέστατη παράσταση της Ποντικοπαγίδας, που είναι πάνω από όλα ένα έργο φαινόμενο, που διατηρεί όμως και την δραματουργική της ποιότητα. Θυμηθείτε ωστόσο! Μετά το τέλος κάθε παράστασης ζητείται από τους θεατές να μην αποκαλύψουν το τέλος σε όσους δεν το είχαν δει! Μην το κάνετε… για καλό της παράστασης.. και δικό σας!

Συντελεστές

Ερμηνεύουν: Μάνος Παπαγιάννης, Αγγελική Δαλιάνη, Κάτια Νικολαΐδου, Λευτέρης Δημηρόπουλος, Λεονάρντο Σφοντούρης, Όλγα Πολίτου, Γιώργος Ματαράγκας, Πέτρος Ξεκούκης.

Μετάφραση: Αντώνης Γαλαίος, σκηνοθεσία: Μανούσος Μανουσάκης, σκηνικά – κοστούμια: Δέσποινα Βολίδη, φωτισμοί: Νίκος Καβουκίδης, μουσική επιμέλεια: Μανώλης Μανουσάκης.

No comments yet.

Αφήστε μια απάντηση